Χριστιανικές μειονότητες: Η διακήρυξη της Διακοινοβουλευτικής Συνέλευσης Ορθοδοξίας και τα μηνύματά της
33η Διακοινοβουλευτική Συνέλευση Ορθοδοξίας
Ηχηρή παρέμβαση για τις χριστιανικές μειονότητες - Τι ζητά η Διακοινοβουλευτική Συνέλευση Ορθοδοξίας
Η προστασία των χριστιανικών κοινοτήτων που ζουν ως θρησκευτικές μειονότητες βρέθηκε στο επίκεντρο των εργασιών της 33ης Γενικής Συνέλευσης της Διακοινοβουλευτικής Συνέλευσης Ορθοδοξίας (ΔΣΟ), η οποία πραγματοποιήθηκε στο Ελσίνκι της Φινλανδίας από τις 17 έως τις 21 Ιουνίου 2026. Οι συμμετέχοντες υιοθέτησαν ειδική διακήρυξη, με στόχο την ανάδειξη των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν οι μειοψηφικοί χριστιανικοί πληθυσμοί, την ενίσχυση της διεθνούς αλληλεγγύης και την προώθηση της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων τους.
Διαβάστε: Βενεζουέλα: Στους 589 οι νεκροί από τον φονικό σεισμό - Xάσαμε τα πάντα - Συγκλονίζουν οι μαρτυρίες - Επηρεάστηκαν έως και 6,76 εκατ. άνθρωποι (Βίντεο)
Χριστιανικές μειονότητες: Έμφαση στην προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων
Η φετινή Γενική Συνέλευση είχε ως κεντρικό θέμα «Μειοψηφικοί Χριστιανικοί Πληθυσμοί σε περιόδους κρίσεων: Σχέσεις κοινωνίας, κράτους και εκκλησίας. Προβλήματα και αντιξοότητες». Στη διακήρυξη διευκρινίζεται ότι ως μειοψηφικοί χριστιανικοί πληθυσμοί νοούνται οι αυτόχθονες χριστιανικές κοινότητες που αποτελούν θρησκευτική μειονότητα στις χώρες όπου διαβιούν. Η αναφορά αφορά πληθυσμούς της Μέσης Ανατολής, της Αφρικής, αλλά και περιοχών της Ευρώπης και άλλων ηπείρων.
Τα μέλη της ΔΣΟ υπογραμμίζουν τον πλήρη σεβασμό τους στις διεθνείς συμβάσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα, εκφράζοντας παράλληλα έντονη ανησυχία για τις συνέπειες των σύγχρονων πολεμικών συγκρούσεων, οι οποίες οδηγούν σε ανθρώπινες απώλειες, προσφυγικές ροές και εκτεταμένες καταστροφές, επηρεάζοντας ιδιαίτερα τις θρησκευτικές μειονότητες. Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στην καταδίκη των διώξεων κατά των χριστιανικών πληθυσμών. Όπως επισημαίνεται χαρακτηριστικά στη διακήρυξη, η Συνέλευση «καταδικάζει απερίφραστα κάθε μορφής διώξεις που υφίστανται οι μειοψηφικοί χριστιανικοί πληθυσμοί με σκοπό τη συρρίκνωση ή και την εξολόθρευσή τους», ενώ παράλληλα «καταγγέλλει την πρακτική διώξεων ως μέσο για την τρομοκράτησή τους και τη βίαιη εκτόπισή τους από τις πατρογονικές τους εστίες».
Η ανάγκη διαλόγου και θεσμικής προστασίας
Σύμφωνα με τη διακήρυξη, οι διώξεις αυτές δεν σχετίζονται με την άσκηση της πίστης, αλλά «αφορούν αποκλειστικά την ίδια τη θρησκευτική ταυτότητα των διωκόμενων». Παράλληλα επισημαίνεται ότι τέτοιες πρακτικές προέρχονται πολλές φορές από παρακρατικούς μηχανισμούς, κρατικές δομές ή ακόμη και από θεοκρατικά και ολοκληρωτικά καθεστώτα που επιδιώκουν τη θρησκευτική ή φυλετική ομοιογένεια.
Η ΔΣΟ τονίζει χαρακτηριστικά: «Παρατηρούμε οτι τέτοιες καταστροφικές πρακτικές προκαλούνται πρωτίστως από παρακρατικές και ενίοτε ακόμη και από κρατικές δυνάμεις, ή από θεοκρατικά, ή και ολοκληρωτικά καθεστώτα στο όνομα της θρησκευτικής, ή φυλετικής ομοιογένειας. Απαραίτητη προϋπόθεση για τη διασφάλιση ενός μέλλοντος απαλλαγμένου από τέτοιες πρακτικές που παραβιάζουν κατάφωρα τα θεμελιώδη δικαιώματα του ανθρώπου και δημιουργούν μόνιμες αντιπαραθέσεις μεταξύ κοινωνιών, εθνών και κρατών είναι η ανάδειξη των προβλημάτων και η επιδίωξη επίλυσής τους σε ένα αμιγώς πολιτικό περιβάλλον, όπως είναι ο κοινοβουλευτισμός».
Η διακήρυξη αναφέρεται ακόμη σε περιπτώσεις περιορισμένης θρησκευτικής ελευθερίας, όπου επιτρέπεται μόνο η στοιχειώδης άσκηση των θρησκευτικών καθηκόντων, γεγονός που οδηγεί στη σταδιακή συρρίκνωση των μειονοτικών χριστιανικών κοινοτήτων. Παράλληλα, γίνεται λόγος για προσπάθειες παραποίησης ιστορικών στοιχείων με στόχο την εξαφάνιση της ιστορικής παρουσίας των χριστιανικών πληθυσμών. Η ΔΣΟ επισημαίνει ότι για την ουσιαστική προστασία των χριστιανικών μειονοτήτων απαιτείται όχι μόνο η δυνατότητα άσκησης της πίστης τους, αλλά και η ένταξη τεκμηριωμένων ιστορικών στοιχείων στην κρατική εκπαίδευση, ώστε να αναδεικνύεται η διαχρονική παρουσία τους.
Παράλληλα, η Συνέλευση αναγνωρίζει ότι υπάρχουν και προβλήματα στο εσωτερικό του χριστιανικού κόσμου, καταγράφοντας «φαινόμενα σκληρού θρησκευτικού ανταγωνισμού» και παρεμβάσεων μεταξύ διαφορετικών εκκλησιαστικών δικαιοδοσιών, ενώ υπογραμμίζει ότι το φιλανθρωπικό έργο πρέπει να παραμένει ανεξάρτητο από κάθε μορφή κατήχησης ή προσηλυτισμού. Κλείνοντας, η Διακοινοβουλευτική Συνέλευση Ορθοδοξίας καλεί τα κοινοβούλια των κρατών-μελών να αξιοποιήσουν κάθε διαθέσιμο θεσμικό μέσο, ώστε οι χριστιανικές μειονότητες να εκπροσωπούνται ουσιαστικά στον δημόσιο διάλογο και να συμμετέχουν ενεργά στις διαδικασίες διαβούλευσης και λήψης αποφάσεων, ενώ παράλληλα ενθαρρύνει την ενίσχυση της συνεργασίας όλων των χριστιανικών κοινοτήτων στη βάση κοινών αξιών και του διαθρησκειακού διαλόγου.
En