Το πρωί της 14ης Αυγούστου 2018, ο 48χρονος Αντρέα Τσερούλι κατευθυνόταν με το αυτοκίνητό του προς την εργασία του στο λιμάνι Βόλτρι, στα δυτικά προάστια της Γένοβας, όταν η γέφυρα Μοράντι κατέρρευσε κάτω από το όχημά του. Το αυτοκίνητό του ήταν ανάμεσα στα τελευταία που έπεσαν στο κενό, με τον ίδιο να συγκαταλέγεται στα 43 θύματα μιας από τις φονικότερες καταστροφές σε έργα υποδομής που έχει γνωρίσει η Ιταλία τις τελευταίες δεκαετίες.

Στα οκτώ χρόνια που μεσολάβησαν, ο γιος του, Τσέζαρε, ολοκλήρωσε τη σχολική του εκπαίδευση, πέτυχε στις τελικές εξετάσεις και ετοιμάζεται να ξεκινήσει τις πανεπιστημιακές του σπουδές το ερχόμενο φθινόπωρο. Ήταν μόλις 10 ετών όταν έχασε τον πατέρα του· σήμερα είναι πλέον ενήλικας.

Στις 16 Ιουλίου, ο Τσέζαρε και δεκάδες ακόμη συγγενείς των θυμάτων θα βρεθούν ξανά στο δικαστήριο της Γένοβας, όπου αναμένεται να ανακοινωθεί η πρωτόδικη ετυμηγορία για την υπόθεση της κατάρρευσης της γέφυρας. Η απόφαση έρχεται έπειτα από 284 συνεδριάσεις, σε μια ακροαματική διαδικασία που διήρκεσε σχεδόν τέσσερα χρόνια. Πέρα από την απόδοση ευθυνών για την τραγωδία, η υπόθεση έχει εξελιχθεί σε χαρακτηριστικό παράδειγμα των μεγάλων καθυστερήσεων που καταγράφονται στην απονομή της δικαιοσύνης στην Ιταλία, ιδιαίτερα σε σύνθετες ποινικές υποθέσεις.


Γέφυρα Μοράντι: Οι οικογένειες των θυμάτων περιμένουν δικαίωση οκτώ χρόνια μετά την τραγωδία

Η κατάρρευση της γέφυρας Μοράντι, ανήμερα της παραμονής της αργίας του Δεκαπενταύγουστου το 2018 και ενώ στην περιοχή επικρατούσαν έντονα καιρικά φαινόμενα, συγκλόνισε την Ιταλία και άνοιξε έναν ευρύ διάλογο για την κατάσταση, τη συντήρηση και την ασφάλεια των παλαιών υποδομών της χώρας.


Η τραγωδία προκάλεσε επίσης έντονη πολιτική και επιχειρηματική αντιπαράθεση ανάμεσα στην τότε κυβέρνηση και την εταιρεία συμμετοχών Atlantia, που ελεγχόταν από την οικογένεια Μπένετον. Η διαμάχη κατέληξε στην πώληση του πλειοψηφικού πακέτου της εταιρείας διαχείρισης αυτοκινητοδρόμων Autostrade per l'Italia.

Συνολικά 57 κατηγορούμενοι, μεταξύ των οποίων πρώην υψηλόβαθμα στελέχη και διευθυντές της Autostrade και της Atlantia, μηχανικοί της θυγατρικής συντήρησης Spea και πρώην αξιωματούχοι του υπουργείου Μεταφορών, δικάζονται για την υπόθεση. Όλοι αρνούνται τις κατηγορίες, ενώ οι εισαγγελείς της Γένοβας έχουν ζητήσει ποινές που κυμαίνονται από δύο χρόνια και τέσσερις μήνες φυλάκισης έως κάθειρξη 18,5 ετών για τα βαρύτερα αδικήματα. Ωστόσο, αρκετές από τις ηπιότερες κατηγορίες, όπως η πλαστογραφία εγγράφων, έχουν ήδη παραγραφεί.

Για τις οικογένειες των 43 θυμάτων, η πολυετής δικαστική διαδικασία υπήρξε ιδιαίτερα επώδυνη. «Ήμουν στην παραλία της Καλαβρίας εκείνο το πρωί, χτίζοντας πύργους στην άμμο με τους φίλους μου», δήλωσε ο Τσέζαρε Τσερούλι στο Reuters. Όπως ανέφερε, μόνο όταν επέστρεψε στη Γένοβα ενημερώθηκε από τη μητέρα του ότι ο πατέρας του είχε σκοτωθεί στην κατάρρευση της γέφυρας. «Δεν είχα ποτέ την ευκαιρία να τον αποχαιρετήσω», είπε χαρακτηριστικά.

Λίγο πριν ξεκινήσει τις πανεπιστημιακές του σπουδές, ο Τσέζαρε τονίζει πως η έκδοση της απόφασης έχει ιδιαίτερη σημασία: «Είναι σωστό να αποδοθεί δικαιοσύνη, για μένα, για όλους και για τη χώρα μας».


Η διαμάχη για τα αίτια της τραγωδίας και οι καθυστερήσεις στη δίκη

Στο επίκεντρο της πολύκροτης δίκης για την κατάρρευση της γέφυρας Μοράντι βρίσκεται το ερώτημα για τα πραγματικά αίτια της τραγωδίας που κόστισε τη ζωή σε 43 ανθρώπους.

Οι εισαγγελικές αρχές υποστηρίζουν ότι η χρόνια ανεπαρκής συντήρηση της γέφυρας, η αγνόηση προειδοποιητικών ενδείξεων και οι καθυστερήσεις στην υλοποίηση κρίσιμων έργων ασφαλείας συνέβαλαν καθοριστικά στην κατάρρευσή της. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, αναγκαίες παρεμβάσεις αναβλήθηκαν, ενώ η εταιρεία συνέχιζε να αποκομίζει και να διανέμει σημαντικά κέρδη.

Από την πλευρά της, η υπεράσπιση απορρίπτει αυτή την εκδοχή, υποστηρίζοντας ότι η καταστροφή προκλήθηκε από εγγενές σχεδιαστικό ελάττωμα στο υπ' αριθμόν 9 καλώδιο ανάρτησης της γέφυρας, το οποίο τελικά έσπασε. Κατά τους συνηγόρους υπεράσπισης, κανένα πρόγραμμα συντήρησης δεν θα μπορούσε να είχε αποτρέψει την κατάρρευση.

Οι αντικρουόμενες αυτές θέσεις εξετάζονται επί σχεδόν τέσσερα χρόνια στο δικαστήριο. Η δίκη ξεκίνησε τον Ιούλιο του 2022 και μέχρι σήμερα έχουν παρουσιαστεί εκτενή τεχνικά στοιχεία, πραγματογνωμοσύνες και καταθέσεις ειδικών μηχανικών.


Αργή απονομή δικαιοσύνης

Ο πρώην αναπληρωτής γενικός εισαγγελέας της Γένοβας, Φραντσέσκο Πίντο, ο οποίος επέβλεψε για ένα διάστημα την υπόθεση, εκτιμά ότι η μεγάλη διάρκειά της αντικατοπτρίζει τόσο την πολυπλοκότητα των αποδεικτικών στοιχείων όσο και τα διαχρονικά προβλήματα του ιταλικού ποινικού δικαστικού συστήματος.

«Η δίκη αυτή είναι σχεδόν σύμπτωμα της δομικής κρίσης των ποινικών δικών στην Ιταλία», δήλωσε στο Reuters, εκτιμώντας ότι θα απαιτηθούν τουλάχιστον άλλοι 18 μήνες για την εκδίκαση της υπόθεσης σε δεύτερο βαθμό και τουλάχιστον ακόμη ένας χρόνος μέχρι την οριστική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου.

Διαφορετική ερμηνεία έδωσε ο Τζοβάνι Πάολο Ατσίνι, συνήγορος υπεράσπισης του πρώην διευθύνοντος συμβούλου της Atlantia, Τζοβάνι Καστελούτσι, ενός από τους βασικούς κατηγορούμενους. Όπως υποστήριξε, οι καθυστερήσεις οφείλονται κυρίως στην απόφαση των εισαγγελικών αρχών να πραγματοποιήσουν εκτεταμένες προδικαστικές τεχνικές πραγματογνωμοσύνες, μεγάλο μέρος των οποίων χρειάστηκε να επαναληφθεί κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας.

Για τους συγγενείς των θυμάτων, ωστόσο, οι νομικές αντιπαραθέσεις περνούν σε δεύτερη μοίρα μπροστά στην ανάγκη για μια σαφή δικαστική κρίση.

«Εάν δεν αποδοθούν ξεκάθαρα ευθύνες, τότε ως χώρα έχουμε σοβαρό πρόβλημα», δήλωσε στο Reuters η Έγκλε Ποσέτι, εκπρόσωπος της επιτροπής των οικογενειών των θυμάτων.