Δημογραφικό: H πρόκληση για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μετά τα ανησυχητικά στοιχεία για την πληθυσμιακή συρρίκνωση
Οι τελευταίες προβλέψεις της Eurostat
Αναγνωρίζοντας την κρισιμότητα του δημογραφικού, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει θέσει το ζήτημα ψηλά στην πολιτική ατζέντα της ΕΕ - Οι ευρωπαϊκές πολιτικές επικεντρώνονται στη στήριξη των οικογενειών
Διαστάσεις ωρολογιακής βόμβας λαμβάνει το δημογραφικό στη Γηραιά Ήπειρο, καθώς οι γεννήσεις μειώνονται δραματικά και ο πληθυσμός γερνά με ανησυχητικούς ρυθμούς. Πριν από λίγες δεκαετίες, η μεγαλύτερη πρόκληση της Ευρώπης ήταν πώς θα διαχειριστεί την ανάπτυξη και την αύξηση του πληθυσμού της. Σήμερα, το ερώτημα έχει αντιστραφεί: ποιος θα εργάζεται, ποιος θα παράγει και ποιος θα στηρίζει τα ασφαλιστικά και υγειονομικά συστήματα σε μια ήπειρο που γερνάει και συρρικνώνεται.
Οι τελευταίες προβλέψεις της Eurostat αποτυπώνουν με σαφήνεια το μέγεθος της πρόκλησης, με την Ελλάδα να βρίσκεται στην πρώτη γραμμή αυτής της κρίσης. Ο πληθυσμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναμένεται να συνεχίσει να αυξάνεται οριακά μέχρι το 2029, οπότε θα φτάσει στο ιστορικό υψηλό των περίπου 453 εκατομμυρίων κατοίκων. Από εκεί και πέρα όμως η πορεία αλλάζει. Η Ευρώπη εισέρχεται σε μια μακρά περίοδο πληθυσμιακής συρρίκνωσης, με τον αριθμό των κατοίκων να υποχωρεί στα 445 εκατομμύρια έως το 2050 και κάτω από τα 399 εκατομμύρια μέχρι το τέλος του αιώνα. Πρόκειται για μείωση της τάξης του 11,7%, δηλαδή περίπου 53 εκατομμυρίων ανθρώπων, επιστρέφοντας σε πληθυσμιακά επίπεδα που είχαν καταγραφεί τη δεκαετία του 1970.
Πίσω από αυτούς τους αριθμούς κρύβεται μια ακόμη πιο σημαντική εξέλιξη: η αλλαγή της ηλικιακής δομής της κοινωνίας. Οι Ευρωπαίοι ζουν περισσότερο από ποτέ, με το προσδόκιμο ζωής να έχει φτάσει τα 81,5 χρόνια, γεγονός που αποτελεί αναμφίβολα μια κατάκτηση της επιστήμης και της ποιότητας ζωής. Ωστόσο, η αύξηση της μακροζωίας συνδυάζεται με τη δραματική μείωση των γεννήσεων. Μέχρι το 2050 σχεδόν ένας στους τρεις πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα είναι άνω των 65 ετών, ενώ ο αριθμός των ατόμων ηλικίας άνω των 80 ετών αναμένεται να υπερδιπλασιαστεί.
Αυτό σημαίνει ότι ολοένα λιγότεροι εργαζόμενοι θα καλούνται να στηρίξουν ολοένα περισσότερους συνταξιούχους. Η πίεση στα ασφαλιστικά ταμεία, στα δημόσια συστήματα υγείας και στις κοινωνικές δαπάνες θα αυξηθεί σημαντικά, ενώ παράλληλα θα εντείνονται οι ελλείψεις εργατικού δυναμικού σε κρίσιμους τομείς, από τη βιομηχανία και τις κατασκευές μέχρι την υγεία και τη φροντίδα ηλικιωμένων.
Ακόμη και χώρες που παραδοσιακά εμφάνιζαν υψηλότερους δείκτες γεννήσεων αρχίζουν να αντιμετωπίζουν σοβαρό πρόβλημα. Στη Γαλλία, για πρώτη φορά μετά το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, οι θάνατοι ξεπέρασαν τις γεννήσεις, προκαλώντας έντονο προβληματισμό. Ο πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν έκανε λόγο για ανάγκη «δημογραφικού επανεξοπλισμού», ζητώντας την ενίσχυση των πολιτικών στήριξης της οικογένειας, την επέκταση των υπηρεσιών γονιμότητας και την ενθάρρυνση της τεκνοποίησης σε νεότερες ηλικίες.
Η Ελλάδα βρίσκεται ανάμεσα στις χώρες που αναμένεται να επηρεαστούν περισσότερο. Μαζί με τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία και αρκετές περιοχές της νότιας και ανατολικής Ευρώπης, καταγράφει ιδιαίτερα αρνητικές προοπτικές όσον αφορά τη μείωση του πληθυσμού. Η χαμηλή γεννητικότητα, η γήρανση του πληθυσμού και η μετανάστευση πολλών νέων στο εξωτερικό τα προηγούμενα χρόνια δημιουργούν ένα εκρηκτικό μείγμα που επηρεάζει όχι μόνο την οικονομία αλλά και τη βιωσιμότητα ολόκληρων περιοχών της χώρας. Πολλές περιφέρειες βλέπουν ήδη τον πληθυσμό τους να μειώνεται, τα σχολεία να κλείνουν και τις τοπικές οικονομίες να αποδυναμώνονται.
Η μετανάστευση αποτελεί έναν ακόμη κρίσιμο παράγοντα της εξίσωσης. Τα τελευταία χρόνια συνέβαλε στον περιορισμό της πληθυσμιακής μείωσης, καλύπτοντας μέρος των αναγκών της αγοράς εργασίας. Ωστόσο, σύμφωνα με τις αναλύσεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, δεν αρκεί από μόνη της για να αντισταθμίσει τις απώλειες που προκαλεί η χαμηλή γεννητικότητα.
Αναγνωρίζοντας την κρισιμότητα του δημογραφικού, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει θέσει το ζήτημα ψηλά στην πολιτική ατζέντα της Ένωσης. Οι ευρωπαϊκές πολιτικές επικεντρώνονται στη στήριξη των οικογενειών, στην ενίσχυση των νέων, στη διευκόλυνση της ισορροπίας μεταξύ επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής, στην αντιμετώπιση των ελλείψεων εργατικού δυναμικού και στη στήριξη των περιφερειών που χάνουν διαρκώς πληθυσμό. Ωστόσο, οι ειδικοί προειδοποιούν ότι τα αποτελέσματα τέτοιων παρεμβάσεων χρειάζονται δεκαετίες για να αποδώσουν.
Οι τελευταίες προβλέψεις της Eurostat αποτυπώνουν με σαφήνεια το μέγεθος της πρόκλησης, με την Ελλάδα να βρίσκεται στην πρώτη γραμμή αυτής της κρίσης. Ο πληθυσμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναμένεται να συνεχίσει να αυξάνεται οριακά μέχρι το 2029, οπότε θα φτάσει στο ιστορικό υψηλό των περίπου 453 εκατομμυρίων κατοίκων. Από εκεί και πέρα όμως η πορεία αλλάζει. Η Ευρώπη εισέρχεται σε μια μακρά περίοδο πληθυσμιακής συρρίκνωσης, με τον αριθμό των κατοίκων να υποχωρεί στα 445 εκατομμύρια έως το 2050 και κάτω από τα 399 εκατομμύρια μέχρι το τέλος του αιώνα. Πρόκειται για μείωση της τάξης του 11,7%, δηλαδή περίπου 53 εκατομμυρίων ανθρώπων, επιστρέφοντας σε πληθυσμιακά επίπεδα που είχαν καταγραφεί τη δεκαετία του 1970.
Πίσω από αυτούς τους αριθμούς κρύβεται μια ακόμη πιο σημαντική εξέλιξη: η αλλαγή της ηλικιακής δομής της κοινωνίας. Οι Ευρωπαίοι ζουν περισσότερο από ποτέ, με το προσδόκιμο ζωής να έχει φτάσει τα 81,5 χρόνια, γεγονός που αποτελεί αναμφίβολα μια κατάκτηση της επιστήμης και της ποιότητας ζωής. Ωστόσο, η αύξηση της μακροζωίας συνδυάζεται με τη δραματική μείωση των γεννήσεων. Μέχρι το 2050 σχεδόν ένας στους τρεις πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα είναι άνω των 65 ετών, ενώ ο αριθμός των ατόμων ηλικίας άνω των 80 ετών αναμένεται να υπερδιπλασιαστεί.
Αυτό σημαίνει ότι ολοένα λιγότεροι εργαζόμενοι θα καλούνται να στηρίξουν ολοένα περισσότερους συνταξιούχους. Η πίεση στα ασφαλιστικά ταμεία, στα δημόσια συστήματα υγείας και στις κοινωνικές δαπάνες θα αυξηθεί σημαντικά, ενώ παράλληλα θα εντείνονται οι ελλείψεις εργατικού δυναμικού σε κρίσιμους τομείς, από τη βιομηχανία και τις κατασκευές μέχρι την υγεία και τη φροντίδα ηλικιωμένων.
Δημογραφικό: Οι πολιτικές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου
Η βασική αιτία αυτής της δημογραφικής μεταβολής είναι η συνεχής πτώση της γονιμότητας. Σήμερα ο μέσος όρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχει περιοριστεί περίπου στις 1,3 γεννήσεις ανά γυναίκα, πολύ χαμηλότερα από το όριο των 2,1 παιδιών που απαιτείται για την αναπλήρωση του πληθυσμού. Παράλληλα, οι νέοι αποκτούν παιδιά σε ολοένα μεγαλύτερη ηλικία, ενώ οικονομικές δυσκολίες, στεγαστικό κόστος, ανασφάλεια στην εργασία και αλλαγές στον τρόπο ζωής οδηγούν πολλά ζευγάρια είτε στην αναβολή είτε στην εγκατάλειψη της απόφασης να δημιουργήσουν οικογένεια.Ακόμη και χώρες που παραδοσιακά εμφάνιζαν υψηλότερους δείκτες γεννήσεων αρχίζουν να αντιμετωπίζουν σοβαρό πρόβλημα. Στη Γαλλία, για πρώτη φορά μετά το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, οι θάνατοι ξεπέρασαν τις γεννήσεις, προκαλώντας έντονο προβληματισμό. Ο πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν έκανε λόγο για ανάγκη «δημογραφικού επανεξοπλισμού», ζητώντας την ενίσχυση των πολιτικών στήριξης της οικογένειας, την επέκταση των υπηρεσιών γονιμότητας και την ενθάρρυνση της τεκνοποίησης σε νεότερες ηλικίες.
Η Ελλάδα βρίσκεται ανάμεσα στις χώρες που αναμένεται να επηρεαστούν περισσότερο. Μαζί με τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία και αρκετές περιοχές της νότιας και ανατολικής Ευρώπης, καταγράφει ιδιαίτερα αρνητικές προοπτικές όσον αφορά τη μείωση του πληθυσμού. Η χαμηλή γεννητικότητα, η γήρανση του πληθυσμού και η μετανάστευση πολλών νέων στο εξωτερικό τα προηγούμενα χρόνια δημιουργούν ένα εκρηκτικό μείγμα που επηρεάζει όχι μόνο την οικονομία αλλά και τη βιωσιμότητα ολόκληρων περιοχών της χώρας. Πολλές περιφέρειες βλέπουν ήδη τον πληθυσμό τους να μειώνεται, τα σχολεία να κλείνουν και τις τοπικές οικονομίες να αποδυναμώνονται.
Η μετανάστευση αποτελεί έναν ακόμη κρίσιμο παράγοντα της εξίσωσης. Τα τελευταία χρόνια συνέβαλε στον περιορισμό της πληθυσμιακής μείωσης, καλύπτοντας μέρος των αναγκών της αγοράς εργασίας. Ωστόσο, σύμφωνα με τις αναλύσεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, δεν αρκεί από μόνη της για να αντισταθμίσει τις απώλειες που προκαλεί η χαμηλή γεννητικότητα.
Αναγνωρίζοντας την κρισιμότητα του δημογραφικού, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει θέσει το ζήτημα ψηλά στην πολιτική ατζέντα της Ένωσης. Οι ευρωπαϊκές πολιτικές επικεντρώνονται στη στήριξη των οικογενειών, στην ενίσχυση των νέων, στη διευκόλυνση της ισορροπίας μεταξύ επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής, στην αντιμετώπιση των ελλείψεων εργατικού δυναμικού και στη στήριξη των περιφερειών που χάνουν διαρκώς πληθυσμό. Ωστόσο, οι ειδικοί προειδοποιούν ότι τα αποτελέσματα τέτοιων παρεμβάσεων χρειάζονται δεκαετίες για να αποδώσουν.
En