Εν μέσω γεωπολιτικών αναταραχών, με τον πόλεμο στην Ουκρανία να θέτει νέα δεδομένα και απειλές και τις δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ για τη Γροιλανδία να αυξάνουν το επίπεδο του συναγερμού, ένα από τα πλέον ενδιαφέροντα πολιτικά δημοψηφίσματα των τελευταίων ετών βρίσκεται σε εξέλιξη στην Ισλανδία. Πριν από ένα 24ωρο άνοιξε η διαδικασία της πρόωρης ψηφοφορίας για την αναμέτρηση της 29ης Αυγούστου, στην οποία οι πολίτες θα κληθούν να αποφασίσουν εάν η χώρα τους θα επανεκκινήσει τις διαπραγματεύσεις για την ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η πρόωρη ψηφοφορία ξεκίνησε στις 27 Ιουλίου και αφορά κυρίως τους περίπου 400.000 εγγεγραμμένους ψηφοφόρους που δεν θα μπορέσουν να προσέλθουν στις κάλπες την ημέρα του δημοψηφίσματος, όπως οι Ισλανδοί που διαμένουν στο εξωτερικό ή κάτοικοι απομακρυσμένων περιοχών. Σύμφωνα με τα τοπικά μέσα ενημέρωσης, η συμμετοχή στην πρόωρη ψηφοφορία κυμαίνεται παραδοσιακά μεταξύ 15% και 20% του εκλογικού σώματος.

Το ερώτημα που θα βρίσκουν οι πολίτες στο ψηφοδέλτιο είναι απλό αλλά με ιδιαίτερα βαρύνουσα σημασία: «Πρέπει η Ισλανδία να επαναλάβει τις διαπραγματεύσεις για την ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση;». Οι επιλογές είναι«Ναι» ή «Όχι». Σε περίπτωση επικράτησης του «Ναι», δεν θα σημαίνει αυτόματη ένταξη στην ΕΕ, αλλά την επανέναρξη των συνομιλιών με τις Βρυξέλλες. Η τελική απόφαση για την ένταξη θα τεθεί εκ νέου στην κρίση των πολιτών μέσω δεύτερου δημοψηφίσματος.

Δημοψήφισμα στην Ισλανδία για ένταξη στην ΕΕ: Μια συζήτηση που επιστρέφει

Η ευρωπαϊκή προοπτική της Ισλανδίας αποτελεί αντικείμενο πολιτικής αντιπαράθεσης εδώ και περισσότερο από μία δεκαετία. Οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις ξεκίνησαν το 2009, στον απόηχο της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης που έπληξε σοβαρά την ισλανδική οικονομία. Ωστόσο, το 2013 οι συνομιλίες «πάγωσαν» και το 2015 η κυβέρνηση του Ρέικιαβικ απέσυρε επίσημα την αίτηση ένταξης.

Το ζήτημα επανήλθε στο πολιτικό προσκήνιο μετά τις βουλευτικές εκλογές του Νοεμβρίου 2024. Η νέα κυβερνητική συμμαχία, υπό την πρωθυπουργό Κριστούν Φροσταντότιρ, δεσμεύτηκε να δώσει τον λόγο στους πολίτες σχετικά με την επανέναρξη των διαπραγματεύσεων έως το 2027, υλοποιώντας έτσι μία από τις βασικές προεκλογικές της εξαγγελίες.

Οι γεωπολιτικές εξελίξεις αλλάζουν τις ισορροπίες

Το δημοψήφισμα διεξάγεται σε ένα ιδιαίτερα διαφορετικό διεθνές περιβάλλον σε σχέση με εκείνο της προηγούμενης δεκαετίας. Ο πόλεμος στην Ουκρανία έχει αναδείξει εκ νέου τη σημασία της ευρωπαϊκής ασφάλειας και της ενεργειακής συνεργασίας, ενώ οι δηλώσεις του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ περί ενδεχόμενης αμερικανικής ανάληψης του ελέγχου της Γροιλανδίας επανέφεραν στο προσκήνιο τη στρατηγική σημασία του Βόρειου Ατλαντικού.

Οι εξελίξεις αυτές φαίνεται να έχουν ενισχύσει την προσέγγιση της Ισλανδίας με τις Βρυξέλλες, δημιουργώντας ένα νέο πλαίσιο συζήτησης γύρω από τη θέση της χώρας στην ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας και οικονομίας.

Μοιρασμένη η κοινή γνώμη

Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η ισλανδική κοινωνία παραμένει διχασμένη, με μικρό αλλά σαφές προβάδισμα υπέρ της επανεκκίνησης των συνομιλιών. Σύμφωνα με έρευνα της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης RÚV που δημοσιεύθηκε τον Ιούνιο, το 53,1% των ψηφοφόρων τάσσεται υπέρ της επανέναρξης των διαπραγματεύσεων, ενώ το 46,9% εκφράζεται αρνητικά.

Η αντίθεση προέρχεται κυρίως από τους κλάδους της αλιείας και της γεωργίας, οι οποίοι θεωρούν ότι οι ευρωπαϊκοί κανονισμοί θα περιορίσουν την ευελιξία που απολαμβάνουν σήμερα. Από την άλλη πλευρά, οι υποστηρικτές της ευρωπαϊκής πορείας εκτιμούν ότι η ένταξη θα μπορούσε να προσφέρει μεγαλύτερη οικονομική σταθερότητα, ευκολότερη πρόσβαση στις ευρωπαϊκές αγορές και, μακροπρόθεσμα, τη δυνατότητα υιοθέτησης του ευρώ.

Παρότι δεν αποτελεί κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Ισλανδία διατηρεί ήδη ιδιαίτερα στενούς δεσμούς με την ΕΕ. Συμμετέχει στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, γεγονός που της εξασφαλίζει πρόσβαση στην ενιαία ευρωπαϊκή αγορά, ενώ εφαρμόζει μεγάλο μέρος της κοινοτικής νομοθεσίας. Παράλληλα, είναι μέλος της Ζώνης Σένγκεν, χωρίς όμως να συμμετέχει στην Τελωνειακή Ένωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος δεν θα κρίνει άμεσα την ένταξη της χώρας, αλλά θα αποτελέσει καθοριστική ένδειξη για το κατά πόσο οι Ισλανδοί επιθυμούν να επαναφέρουν στο τραπέζι ένα ζήτημα που είχε ουσιαστικά κλείσει πριν από μία δεκαετία. Σε μια περίοδο έντονων γεωπολιτικών ανακατατάξεων, η απόφαση της Ισλανδίας αναμένεται να παρακολουθηθεί με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τόσο στις Βρυξέλλες όσο και στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.