Το μεταναστευτικό επιστρέφει στο επίκεντρο: Αντιδράσεις για τη διαχείριση της κρίσης, αλλά και διλήμματα για την κοινή ευρωπαϊκή πολιτική - Αντικείμενο εκμετάλλευσης από κράτη που θέλουν να βλάψουν την ΕΕ
Περίπου 60.000 μετανάστες πέρασαν στη Θέουτα μέσα σε μία ημέρα
Το μεταναστευτικό επιστρέφει στο επίκεντρο, με έντονες πολιτικές και θεσμικές προεκτάσεις - αντιδράσεις για τη διαχείριση της κρίσης, αλλά και διλήμματα για την κοινή πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Τα όρια της ευρωπαϊκής συνοχής δοκιμάζει μια νέα μεταναστευτική κρίση, που ταρακουνά συθέμελα την Ένωση, θυμίζοντας εποχές 2015, τότε που οι προσφυγικές ροές ήταν ανεξέλεγκτες και η Αγκελα Μέρκελ, πρώην καγκελάριος της Γερμανίας, είχε κληθεί να κρατήσει όρθιο το «καράβι». Αυτήν τη στιγμή, η μεταναστευτική κρίση ακούει στο όνομα «Θέουτα», εκεί όπου συνωστίστηκαν χιλιάδες μετανάστες, με δεκάδες από αυτούς να χάνουν τη ζωή τους. Ολα αυτά άρχισαν να δημιουργούν ένα κλίμα έντασης και αντιδράσεων σε βάρος του Ισπανού πρωθυπουργού, Πέδρο Σάντσεθ, για τη διαχείριση της κρίσης, με Ευρωπαίους αξιωματούχους να ενώνονται πυρ ομαδόν εναντίον των πολιτικών του πρώτου και τις Βρυξέλλες να καλούνται να διαχειριστούν ακόμα μία κρίσιμη πρόκληση.
Διαβάστε: Οργάνωσε το "βαθύ κράτος" του Μαρόκου το κύμα μεταναστών στη Θέουτα;
Πριν από λίγες ημέρες καταγράφηκε το χρονικό των 24 ωρών χάους, η δικαστική απόφαση που άνοιξε την «κερκόπορτα» και το ρήγμα στη Σένγκεν, όταν περίπου 60.000 μετανάστες πέρασαν στη Θέουτα μέσα σε μία ημέρα.
Πίσω από την αιφνίδια αυτή μαζική μετακίνηση βρίσκεται μια κομβική νομική απόφαση της Μαδρίτης. Αρχές του περασμένου μήνα, το Ανώτατο Δικαστήριο της Ισπανίας (Tribunal Supremo) εξέδωσε απόφαση με την οποία περιόριζε τις λεγόμενες άμεσες επαναπροωθήσεις. Η υπόθεση αφορούσε Αλγερινό πολίτη που είχε εντοπιστεί στη θάλασσα ενώ προσπαθούσε να φτάσει κολυμπώντας στη Θέουτα. Το δικαστήριο έκρινε ότι η άμεση επαναπροώθηση στα σύνορα δεν μπορεί να εφαρμόζεται σε όσους βρίσκονται στο νερό, αλλά μόνο σε όσους συλλαμβάνονται αφού έχουν ήδη περάσει ένα φυσικό εμπόδιο, όπως τον συνοριακό φράχτη. Οσοι εντοπίζονται να κολυμπούν πρέπει πλέον να υπάγονται στην τακτική διαδικασία απέλασης, που τους δίνει τη δυνατότητα να αιτηθούν άσυλο ή προστασία, μια διαδικασία που μπορεί να διαρκέσει μήνες.
Με άλλα λόγια, το δικαστήριο έκανε σαφή διάκριση ανάμεσα σε όσους εντοπίζονται στη θάλασσα και σε όσους έχουν ήδη περάσει τον συνοριακό φράχτη, δημιουργώντας ένα νέο νομικό κενό γύρω από τις επαναπροωθήσεις.
Άφησε, ωστόσο, ανοιχτό το ενδεχόμενο η αυστηρότερη διαδικασία να εφαρμοστεί και στη θάλασσα, αν κατασκευαστούν φυσικά εμπόδια περιορισμού και εκεί. Σύμφωνα με το ισπανικό υπουργείο Εσωτερικών, δίκτυα διακινητών εκμεταλλεύτηκαν σχεδόν άμεσα αυτή την απόφαση. Μέσω μηνυμάτων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, διαδόθηκε η φήμη ότι «τα σύνορα είναι ανοιχτά» και ότι η Ισπανία δεν μπορεί πλέον να απελάσει άμεσα όσους φτάνουν διά θαλάσσης, προκαλώντας το κύμα μαζικής εισροής.
Παρακολουθώντας τις ανησυχητικές αυτές στιγμές, αναλυτές εξήγαγαν το συμπέρασμα ότι η παράτυπη μετανάστευση γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης από κράτη που θέλουν να βλάψουν την Ε.Ε. Παραμένει, δε, ακόμη αναπάντητο το γιατί το Μαρόκο επέτρεψε αυτή την ανεξέλεγκτη ροή. Η κρίση στη Θέουτα αποτυπώνει συνάμα το βασικό δίλημμα που αντιμετωπίζει σήμερα η Ευρωπαϊκή Ενωση: πώς μπορεί να προστατεύσει αποτελεσματικά τα εξωτερικά της σύνορα χωρίς να υπονομεύσει την αρχή της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης και τη θεσμική συνεργασία μεταξύ των κρατών-μελών.
Πίσω στον χρόνο, στο 2015, πάνω από 10 χρόνια πριν, τα απόνερα της προσφυγικής κρίσης είχαν χτυπήσει με δύναμη την Ευρώπη.
Η μεταναστευτική κρίση του 2015 αποτέλεσε μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για τη Γερμανία. Περισσότεροι από ένα εκατομμύριο πρόσφυγες και μετανάστες έφτασαν στη χώρα, κυρίως από τη Συρία, το Ιράκ και το Αφγανιστάν. Η τότε καγκελάριος, Αγκελα Μέρκελ, υιοθέτησε πολιτική ανοικτών συνόρων, δηλώνοντας ότι η Γερμανία μπορεί να ανταποκριθεί στην πρόκληση. Η απόφαση αυτή προκάλεσε τόσο διεθνή αναγνώριση όσο, όμως, και έντονες πολιτικές αντιδράσεις στο εσωτερικό της χώρας. Το 2016, η Ευρωπαϊκή Ενωση και η Τουρκία κατέληξαν σε συμφωνία, με στόχο τον περιορισμό των μεταναστευτικών ροών προς την Ευρώπη, με ένα ειδικό μνημόνιο, μέσω της ενίσχυσης των ελέγχων στα τουρκικά παράλια και της επιστροφής ορισμένων παράτυπων μεταναστών στην Τουρκία. Ωστόσο, οι μεταναστευτικές ροές ήταν σημαντικές μέχρι και το 2018, με πολλούς Ευρωπαίους να μιλούν για εργαλειοποίηση από πλευράς της Αγκυρας και μη τήρηση των συμφωνηθέντων. Την ίδια στιγμή, η Frontex είχε ενισχυθεί, όπως και ομάδες έρευνας για τις συλλήψεις παράνομων διακινητών από δίκτυα που άρχιζαν την απατηλή δράση από την Τουρκία.
Λίγα χρόνια αργότερα, το 2020, η μεταναστευτική κρίση μεταφέρθηκε στα σύνορα με τον Έβρο. Χιλιάδες μετανάστες και πρόσφυγες συγκεντρώθηκαν στα ελληνοτουρκικά σύνορα, μετά την ανακοίνωση της Τουρκίας ότι δεν θα εμπόδιζε πλέον την αναχώρησή τους προς την Ευρωπαϊκή Ενωση. Η Ελλάδα ενίσχυσε τα μέτρα φύλαξης των συνόρων και ανέστειλε προσωρινά την υποβολή νέων αιτήσεων ασύλου, ενώ η Ευρωπαϊκή Ενωση εξέφρασε τη στήριξή της στις ελληνικές Αρχές. Η κρίση ανέδειξε τις δυσκολίες της κοινής ευρωπαϊκής μεταναστευτικής πολιτικής και την ανάγκη αποτελεσματικής συνεργασίας για τη διαχείριση των συνόρων και των μεταναστευτικών ροών.
Στο σήμερα, η Ευρώπη, που καλείται να αντιδράσει συντονισμένα σε κρίσεις όπως αυτή στη Θέουτα, θα μπορούσε να αντλήσει ένα δίδαγμα από την περίπτωση του Εβρου το 2020, τότε που ελήφθη κοινή πολιτική στάση, άμεση επιχειρησιακή κινητοποίηση και έμπρακτη αλληλεγγύη προς το κράτος που δέχεται την πίεση.
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Παραπολιτικά».
Διαβάστε: Οργάνωσε το "βαθύ κράτος" του Μαρόκου το κύμα μεταναστών στη Θέουτα;
Πριν από λίγες ημέρες καταγράφηκε το χρονικό των 24 ωρών χάους, η δικαστική απόφαση που άνοιξε την «κερκόπορτα» και το ρήγμα στη Σένγκεν, όταν περίπου 60.000 μετανάστες πέρασαν στη Θέουτα μέσα σε μία ημέρα.
Πίσω από την αιφνίδια αυτή μαζική μετακίνηση βρίσκεται μια κομβική νομική απόφαση της Μαδρίτης. Αρχές του περασμένου μήνα, το Ανώτατο Δικαστήριο της Ισπανίας (Tribunal Supremo) εξέδωσε απόφαση με την οποία περιόριζε τις λεγόμενες άμεσες επαναπροωθήσεις. Η υπόθεση αφορούσε Αλγερινό πολίτη που είχε εντοπιστεί στη θάλασσα ενώ προσπαθούσε να φτάσει κολυμπώντας στη Θέουτα. Το δικαστήριο έκρινε ότι η άμεση επαναπροώθηση στα σύνορα δεν μπορεί να εφαρμόζεται σε όσους βρίσκονται στο νερό, αλλά μόνο σε όσους συλλαμβάνονται αφού έχουν ήδη περάσει ένα φυσικό εμπόδιο, όπως τον συνοριακό φράχτη. Οσοι εντοπίζονται να κολυμπούν πρέπει πλέον να υπάγονται στην τακτική διαδικασία απέλασης, που τους δίνει τη δυνατότητα να αιτηθούν άσυλο ή προστασία, μια διαδικασία που μπορεί να διαρκέσει μήνες.
Με άλλα λόγια, το δικαστήριο έκανε σαφή διάκριση ανάμεσα σε όσους εντοπίζονται στη θάλασσα και σε όσους έχουν ήδη περάσει τον συνοριακό φράχτη, δημιουργώντας ένα νέο νομικό κενό γύρω από τις επαναπροωθήσεις.
Η φήμη ότι "τα σύνορα είναι ανοιχτά"
Άφησε, ωστόσο, ανοιχτό το ενδεχόμενο η αυστηρότερη διαδικασία να εφαρμοστεί και στη θάλασσα, αν κατασκευαστούν φυσικά εμπόδια περιορισμού και εκεί. Σύμφωνα με το ισπανικό υπουργείο Εσωτερικών, δίκτυα διακινητών εκμεταλλεύτηκαν σχεδόν άμεσα αυτή την απόφαση. Μέσω μηνυμάτων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, διαδόθηκε η φήμη ότι «τα σύνορα είναι ανοιχτά» και ότι η Ισπανία δεν μπορεί πλέον να απελάσει άμεσα όσους φτάνουν διά θαλάσσης, προκαλώντας το κύμα μαζικής εισροής.Παρακολουθώντας τις ανησυχητικές αυτές στιγμές, αναλυτές εξήγαγαν το συμπέρασμα ότι η παράτυπη μετανάστευση γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης από κράτη που θέλουν να βλάψουν την Ε.Ε. Παραμένει, δε, ακόμη αναπάντητο το γιατί το Μαρόκο επέτρεψε αυτή την ανεξέλεγκτη ροή. Η κρίση στη Θέουτα αποτυπώνει συνάμα το βασικό δίλημμα που αντιμετωπίζει σήμερα η Ευρωπαϊκή Ενωση: πώς μπορεί να προστατεύσει αποτελεσματικά τα εξωτερικά της σύνορα χωρίς να υπονομεύσει την αρχή της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης και τη θεσμική συνεργασία μεταξύ των κρατών-μελών.
Πίσω στον χρόνο, στο 2015, πάνω από 10 χρόνια πριν, τα απόνερα της προσφυγικής κρίσης είχαν χτυπήσει με δύναμη την Ευρώπη.
Η μεταναστευτική κρίση του 2015 αποτέλεσε μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για τη Γερμανία. Περισσότεροι από ένα εκατομμύριο πρόσφυγες και μετανάστες έφτασαν στη χώρα, κυρίως από τη Συρία, το Ιράκ και το Αφγανιστάν. Η τότε καγκελάριος, Αγκελα Μέρκελ, υιοθέτησε πολιτική ανοικτών συνόρων, δηλώνοντας ότι η Γερμανία μπορεί να ανταποκριθεί στην πρόκληση. Η απόφαση αυτή προκάλεσε τόσο διεθνή αναγνώριση όσο, όμως, και έντονες πολιτικές αντιδράσεις στο εσωτερικό της χώρας. Το 2016, η Ευρωπαϊκή Ενωση και η Τουρκία κατέληξαν σε συμφωνία, με στόχο τον περιορισμό των μεταναστευτικών ροών προς την Ευρώπη, με ένα ειδικό μνημόνιο, μέσω της ενίσχυσης των ελέγχων στα τουρκικά παράλια και της επιστροφής ορισμένων παράτυπων μεταναστών στην Τουρκία. Ωστόσο, οι μεταναστευτικές ροές ήταν σημαντικές μέχρι και το 2018, με πολλούς Ευρωπαίους να μιλούν για εργαλειοποίηση από πλευράς της Αγκυρας και μη τήρηση των συμφωνηθέντων. Την ίδια στιγμή, η Frontex είχε ενισχυθεί, όπως και ομάδες έρευνας για τις συλλήψεις παράνομων διακινητών από δίκτυα που άρχιζαν την απατηλή δράση από την Τουρκία.
Η μεταναστευτική κρίση στα σύνορα με τον Έβρο
Λίγα χρόνια αργότερα, το 2020, η μεταναστευτική κρίση μεταφέρθηκε στα σύνορα με τον Έβρο. Χιλιάδες μετανάστες και πρόσφυγες συγκεντρώθηκαν στα ελληνοτουρκικά σύνορα, μετά την ανακοίνωση της Τουρκίας ότι δεν θα εμπόδιζε πλέον την αναχώρησή τους προς την Ευρωπαϊκή Ενωση. Η Ελλάδα ενίσχυσε τα μέτρα φύλαξης των συνόρων και ανέστειλε προσωρινά την υποβολή νέων αιτήσεων ασύλου, ενώ η Ευρωπαϊκή Ενωση εξέφρασε τη στήριξή της στις ελληνικές Αρχές. Η κρίση ανέδειξε τις δυσκολίες της κοινής ευρωπαϊκής μεταναστευτικής πολιτικής και την ανάγκη αποτελεσματικής συνεργασίας για τη διαχείριση των συνόρων και των μεταναστευτικών ροών.Στο σήμερα, η Ευρώπη, που καλείται να αντιδράσει συντονισμένα σε κρίσεις όπως αυτή στη Θέουτα, θα μπορούσε να αντλήσει ένα δίδαγμα από την περίπτωση του Εβρου το 2020, τότε που ελήφθη κοινή πολιτική στάση, άμεση επιχειρησιακή κινητοποίηση και έμπρακτη αλληλεγγύη προς το κράτος που δέχεται την πίεση.
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Παραπολιτικά».
En