Ο αμερικανικός στρατός έχει χάσει τουλάχιστον 45 μη επανδρωμένα αεροσκάφη MQ-9 Reaper κατά τη διάρκεια του πολέμου με το Ιράν, σύμφωνα με δημοσίευμα της Washington Post. Ο αριθμός αυτός αντιστοιχεί περίπου στο 25% του συνολικού αμερικανικού στόλου του συγκεκριμένου τύπου αεροσκαφών. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, το οποίο επικαλείται τρεις Αμερικανούς αξιωματούχους με γνώση της υπόθεσης, οι οποίοι μίλησαν υπό καθεστώς ανωνυμίας, τα MQ-9 Reaper χρησιμοποιήθηκαν εντατικά στην περιοχή γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, στο πλαίσιο των αμερικανικών επιχειρήσεων κατά του Ιράν.

Διαβάστε: ΗΠΑ: Αποσύρουν το αεροπλανοφόρο Lincoln από το Ιράν εν μέσω ανησυχίας για την ψυχική υγεία του πληρώματος - Τι απαντά ο Χέγκσεθ (Βίντεο)

Ωστόσο, τα συγκεκριμένα μη επανδρωμένα αεροσκάφη παρουσιάζουν σημαντικές επιχειρησιακές αδυναμίες σε ένα ιδιαίτερα επικίνδυνο περιβάλλον. Η σχετικά χαμηλή ταχύτητά τους, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι συχνά επιχειρούν σε χαμηλό ύψος, τα καθιστά πιο ευάλωτα σε επιθέσεις από τις ιρανικές δυνάμεις.

Κίνδυνο για τα MQ-9 Reaper αποτελούν επίσης οι σύμμαχοι του Ιράν στην περιοχή, μεταξύ άλλων οι δυνάμεις των Χούθι στην Υεμένη και φιλοϊρανικές ομάδες στο Ιράκ, οι οποίες διαθέτουν δυνατότητες αντιμετώπισης μη επανδρωμένων αεροσκαφών.

Οι απώλειες των Reaper προσθέτουν ακόμη μία πίεση στις αμερικανικές στρατιωτικές δυνατότητες, καθώς ο πόλεμος έχει ήδη οδηγήσει σε αυξημένη κατανάλωση πυρομαχικών και σημαντική επιβάρυνση κρίσιμων μέσων επιτήρησης και αναγνώρισης. Η Washington Post έχει επισημάνει ότι τα αποθέματα των MQ-9 έχουν μειωθεί λόγω της υψηλής επιχειρησιακής ζήτησης και των απωλειών στη μάχη.

Η εφημερίδα ανέφερε επίσης ότι το κόστος κάθε MQ-9 Reaper κυμαίνεται μεταξύ 30 και 50 εκατομμυρίων δολαρίων, γεγονός που ανεβάζει τη συνολική αξία των απωλειών αυτού του τύπου αεροσκάφους σε περισσότερα από 1,3 δισεκατομμύριο δολάρια.

Παράλληλα σημειώνεται ότι δεν καταρρίφθηκαν όλα τα χαμένα αεροσκάφη. Ορισμένα συνετρίβησαν ύστερα από απώλεια επικοινωνίας μεταξύ των συστημάτων ελέγχου και των χειριστών τους.

Από τις 28 Φεβρουαρίου 2026 η περιοχή βιώνει διαδοχικά κύματα στρατιωτικών συγκρούσεων, παράλληλα με τις δυσκολίες και τις καθυστερήσεις στις διαπραγματεύσεις μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν.