Ανώτερος Ισραηλινός αξιωματούχος αποκάλυψε στο Axios ότι το πλήγμα εναντίον της συριακής αεροπορικής βάσης στην περιοχή Ιντλίμπ στόχευε να εμποδίσει την εγκατάσταση τουρκικής στρατιωτικής υποδομής. Ο δημοσιογράφος του Axios, Μπαράκ Ραβίντ, μετέδωσε την πληροφορία, ενώ η Τουρκία απάντησε κατηγορηματικά: «Δεν υπήρχε τουρκική παρουσία στην αεροπορική βάση. Το Ισραήλ επινοεί προσχήματα για να βομβαρδίσει γειτονικές χώρες και να αποσταθεροποιήσει την περιοχή».

Διαβάστε: Σαφές μήνυμα του Ισραηλινού υπουργού Άμυνας, Ισραέλ Κατς: "Οι IDF θα παραμείνουν επ' αόριστον στα εδάφη που ελέγχουμε σε Λίβανο, Γάζα και Συρία" (Βίντεο)

Η στρατηγική πίσω από τα ισραηλινά πλήγματα στη Συρία

Το ισραηλινό ynetnews αναλύει ότι το πλήγμα στη βορειοανατολική Συρία εξυπηρετεί παρόμοιο στρατηγικό σκοπό με την επίθεση του 2025 στη βάση T4: να καθορίσει τις κόκκινες γραμμές απέναντι στον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και να ξεκαθαρίσει στον Αλ Σάρα ότι τα τουρκικά συστήματα αεράμυνας δεν πρέπει να περιορίσουν την επιχειρησιακή ελευθερία της ισραηλινής Πολεμικής Αεροπορίας. Στις αρχές Απριλίου 2025, ισραηλινά μαχητικά έπληξαν διαδρόμους και εγκαταστάσεις της στρατιωτικής αεροπορικής βάσης T4 στη Συρία. Δεν ήταν η πρώτη φορά που η βάση δεχόταν ισραηλινά πυρά. Κατά τη διάρκεια του συριακού εμφυλίου, η T4 χρησιμοποιούνταν από τη συριακή Πολεμική Αεροπορία και ιρανικές δυνάμεις, που επιδίωκαν να μεταφέρουν προηγμένα συστήματα αεράμυνας προς τη Χεζμπολάχ. Σύμφωνα με ξένα δημοσιεύματα, η ισραηλινή Πολεμική Αεροπορία είχε χτυπήσει πολλές φορές τη βάση. Το πλήγμα του Απριλίου 2025 όμως παρουσίαζε διαφορετικό χαρακτήρα. Αραβικά και διεθνή μέσα μετέδωσαν ότι το Ισραήλ στόχευσε τους διαδρόμους της T4 επειδή η Τουρκία, μετά την πτώση του καθεστώτος Μπασάρ αλ Άσαντ, επιχειρούσε να αναλάβει τον έλεγχο της βάσης και να τοποθετήσει εκεί συστήματα αεράμυνας και ραντάρ.

Το μήνυμα του Ισραήλ προς την Άγκυρα

Το Ισραήλ έθεσε σαφή κόκκινη γραμμή. Καθώς τουρκικά στρατεύματα, μηχανικοί και εργολάβοι κατευθύνονταν προς τη βάση, ισραηλινά αεροσκάφη χτύπησαν τους διαδρόμους και τις γύρω περιοχές, μεταδίδοντας το μήνυμα ότι η Ιερουσαλήμ αρνείται να αποδεχθεί τουρκική στρατιωτική παρουσία σε τόσο κρίσιμη τοποθεσία. Από ισραηλινή οπτική, προηγμένα τουρκικά ραντάρ και συστήματα αναχαίτισης θα περιόριζαν δραστικά την ελευθερία δράσης της ισραηλινής Πολεμικής Αεροπορίας πάνω από τη Συρία. Όπως αποδείχθηκε αργότερα, αυτή η ελευθερία κινήσεων ήταν καθοριστική για την εναέρια διαδρομή που χρησιμοποιήθηκε στις επιθέσεις κατά του δυτικού Ιράν. Οι λεπτομέρειες δεν επιβεβαιώθηκαν ποτέ επίσημα από το Ισραήλ, αλλά ούτε διαψεύστηκαν, σύμφωνα με το ισραηλινό δημοσίευμα.

Η επίθεση στην Αμπού αλ Ντουχούρ και οι στρατηγικοί στόχοι

Είναι λογικό να θεωρηθεί ότι η επίθεση τη νύχτα της Δευτέρας που αποδίδεται στο Ισραήλ εναντίον των διαδρόμων και των εγκαταστάσεων της στρατιωτικής αεροπορικής βάσης Αμπού αλ Ντουχούρ στη βορειοανατολική Συρία πραγματοποιήθηκε για παρόμοιους στρατηγικούς λόγους. Η Αμπού αλ Ντουχούρ χρησιμοποιούνταν από τη συριακή Πολεμική Αεροπορία επί Άσαντ και άλλαξε πολλές φορές χέρια κατά τον εμφύλιο, μεταξύ ανταρτικών οργανώσεων και κυβερνητικών δυνάμεων. Μετά την κατάρρευση του καθεστώτος Άσαντ και την ανάληψη της εξουσίας στη Δαμασκό από τον Αχμάντ Αλ Σάρα, τον ηγέτη των ανταρτών, η ισραηλινή Πολεμική Αεροπορία έπληξε και κατέστρεψε τα εναπομείναντα μαχητικά αεροσκάφη του Άσαντ, καθώς και άλλες στρατηγικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις και αποθήκες όπλων. Η Αμπού αλ Ντουχούρ, μια εκτεταμένη βάση που διαθέτει 22 διαδρόμους και καλύπτει μεγάλη έκταση, παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό ανενεργή, καθώς δεν υπήρχε πλέον λειτουργική συριακή Πολεμική Αεροπορία. Πρόσφατα, καταριανά μέσα μετέδωσαν ότι η Τουρκία επιδιώκει να αποκτήσει παρουσία στη βάση και να εγκαταστήσει ραντάρ εντοπισμού, καθώς και συστήματα αναχαίτισης πυραύλων και αεροσκαφών.

Γιατί η Αμπού αλ Ντουχούρ ανησυχεί το Ισραήλ

Μια ματιά στον χάρτη αρκεί για να εξηγήσει γιατί αυτό προκαλεί ανησυχία στο Ισραήλ. Τουρκική στρατιωτική παρουσία στην Αμπού αλ Ντουχούρ, εξοπλισμένη με τέτοια συστήματα, θα αποτελούσε σοβαρή απειλή όχι μόνο για την ελευθερία δράσης του Ισραήλ σε ολόκληρη τη Συρία, αλλά και για την ικανότητά του να επιχειρεί σε περίπτωση επανέναρξης των συγκρούσεων με το Ιράν. Η θέση της βάσης σημαίνει ότι τουρκικά συστήματα εντοπισμού και αεράμυνας θα επηρέαζαν τον ευρύτερο στρατηγικό εναέριο χώρο που εκτείνεται στη βορειοανατολική Συρία, το βόρειο Ιράκ, συμπεριλαμβανομένης της κουρδικής περιοχής, και προς το δυτικό Ιράν. Το τελευταίο πλήγμα αποτελεί επομένως ακόμη μία περίπτωση κατά την οποία το Ισραήλ χρησιμοποιεί την αεροπορική ισχύ για να χαράξει γραμμή απέναντι στη στρατιωτική εδραίωση της Τουρκίας, η οποία θα περιόριζε την επιχειρησιακή του ελευθερία σε ολόκληρο το θέατρο επιχειρήσεων. Ταυτόχρονα, το Ισραήλ φαίνεται αποφασισμένο να αποφύγει άμεση αντιπαράθεση με την Τουρκία. Αυτό εξηγεί γιατί η νυχτερινή επίθεση πραγματοποιήθηκε εναντίον περιοχών όπου δεν υπήρχαν άνθρωποι και, φυσικά, ούτε τουρκικά στρατεύματα ή άμαχοι, ενώ το Ισραήλ παρέμεινε επισήμως σιωπηλό σχετικά με την ευθύνη για την επίθεση.

Οι αποκαλύψεις στο Axios και το μήνυμα προς τον Αλ Σάρα

Παρά τη σιωπή, ανώτερος Ισραηλινός αξιωματούχος δήλωσε στο Fox News ότι η Ιερουσαλήμ είχε μοιραστεί με την Ουάσινγκτον «ευαίσθητες πληροφορίες» πριν από την επίθεση. Σύμφωνα με τον αξιωματούχο, οι πληροφορίες διαβιβάστηκαν «στο ανώτατο επίπεδο των διαφόρων υπηρεσιών και φορέων» των δύο χωρών. «Ο Αλ Σάρα καταλαβαίνει ότι δεν μπορεί να ενεργεί όπως το προηγούμενο συριακό καθεστώς», δήλωσε ο αξιωματούχος στο Axios. Με βάση αυτή τη λογική, το πλήγμα στόχευε επίσης να στείλει μήνυμα στον νέο ηγέτη της Συρίας, Αχμάντ Αλ Σάρα. Το Ισραήλ σηματοδοτεί ότι δεν θα αποδεχθεί την ανάληψη του ελέγχου στρατηγικών θέσεων στη Συρία από την Τουρκία με τρόπους που απειλούν όχι μόνο την ισραηλινή ελευθερία δράσης στον αέρα, αλλά και άλλα ισραηλινά συμφέροντα ασφαλείας. Η προειδοποίηση απευθύνεται στην Άγκυρα, αλλά και στη Δαμασκό: η Συρία δεν πρέπει να προχωρήσει υπερβολικά στην παραχώρηση δυνατότητας στην Τουρκία να χρησιμοποιεί το έδαφός της. Η Τουρκία ήδη ελέγχει σημαντική περιοχή της βόρειας Συρίας κατά μήκος των συνόρων της και έχει ουσιαστικά δημιουργήσει τουρκική ζώνη ασφαλείας εκεί απέναντι στις κουρδικές δυνάμεις. Τώρα επιδιώκει να επεκτείνει τη στρατηγική της παρουσία νοτιότερα, φέρνοντάς την πιο κοντά στο Ισραήλ.

Ο ρόλος του Ερντογάν και οι σχέσεις Τουρκίας-Συρίας

Ο Αλ Σάρα έχει λόγους να το επιτρέψει. Η Τουρκία ήταν ένας από τους βασικούς υποστηρικτές του όταν ακόμη ηγείτο τζιχαντιστικών δυνάμεων στην περιοχή του Ιντλίμπ, νοτιοανατολικά του Χαλεπίου, προτού οι δυνάμεις του προελάσουν προς τη Δαμασκό. Η Άγκυρα παρείχε όπλα, εκπαίδευση και προστασία. Ο Αλ Σάρα οφείλει στην Τουρκία και το Ισραήλ τον προειδοποιεί να μην προχωρήσει αυτή τη σχέση πέρα από τα όρια. Τα συριακά κρατικά μέσα καταδίκασαν τη νυχτερινή επίθεση και ουσιαστικά απέδωσαν την ευθύνη σε ισραηλινά αεροσκάφη που έπληξαν την Αμπού αλ Ντουχούρ. Η Τουρκία καταδίκασε επίσης έντονα την επίθεση και την απέδωσε στο Ισραήλ, όπως έκανε και ο Αμερικανός πρεσβευτής στην Τουρκία Τομ Μπάρακ, ο οποίος είναι επίσης ειδικός απεσταλμένος του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ για τη Συρία. Η κριτική του Μπάρακ δεν προκάλεσε ιδιαίτερη έκπληξη στο Ισραήλ. Ο Μπάρακ, λιβανικής καταγωγής, θεωρείται στην Ιερουσαλήμ ένθερμος υποστηρικτής του Τούρκου προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και υποστηρικτής του σημερινού προέδρου της Συρίας, Αλ Σάρα.

Οι επιπτώσεις στην αμερικανική πολιτική για τη Συρία

Από την πλευρά της Ουάσινγκτον, η ισραηλινή στρατιωτική δράση στη Συρία περιπλέκει την προσπάθεια της κυβέρνησης Τραμπ να ικανοποιήσει τον Ερντογάν και να εντάξει τη Συρία στο φιλοαμερικανικό περιφερειακό στρατόπεδο που επιδιώκει να οικοδομήσει ο Τραμπ στη Μέση Ανατολή, εκτιμά η ισραηλινή εφημερίδα. Υπό την επιρροή του Ερντογάν, ο Τραμπ αποφάσισε να αγκαλιάσει πολιτικά τον Αλ Σάρα, ο οποίος μέχρι πρόσφατα ήταν τζιχαντιστής ηγέτης, γνωστός επίσης ως Μοχάμεντ αλ Τζολάνι. Για τον Μπάρακ, ο οποίος εκπροσωπεί τον Τραμπ τόσο στην Τουρκία όσο και στη Συρία, οι ισραηλινές επιθέσεις εντός της Συρίας θεωρούνται ότι παρεμβαίνουν στα αμερικανικά συμφέροντα και στην ευρύτερη προσπάθεια της Ουάσινγκτον να σταθεροποιήσει τη Συρία υπό τη νέα ηγεσία της.