Ντόλι Πάρτον: Επταήμερο πένθος για τον θάνατο της "βασίλισσας" της κάντρι - Μεσίστιες οι σημαίες των ΗΠΑ για μια εβδομάδα με εντολή Τραμπ (Βίντεο)
Η ανάρτηση του Αμερικανού προέδρου
Τον θάνατο της Ντόλι Πάρτον σχολίασε με μήνυμά του στο Truth Social ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ, αποτίοντας φόρο τιμής στη "βασίλισσα της κάντρι" και υπογραμμίζοντας το μέγεθος της απώλειας για το αμερικανικό και διεθνές κοινό
Τραμπ για θάνατο Ντόλι Πάρτον: Μεσίστιες οι σημαίες των ΗΠΑ για μια εβδομάδα - «Ο κόσμος σε αγαπά»
Τον θάνατο της Ντόλι Πάρτον σχολίασε με μήνυμά του στο Truth Social ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ, αποτίοντας φόρο τιμής στη «βασίλισσα της κάντρι» και υπογραμμίζοντας το μέγεθος της απώλειας για το αμερικανικό και διεθνές κοινό. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ ανακοίνωσε παράλληλα ότι οι αμερικανικές σημαίες θα κυματίζουν μεσίστιες σε ολόκληρη τη χώρα για μία εβδομάδα, ως ένδειξη σεβασμού στη μνήμη της θρυλικής τραγουδίστριας.
«Με μεγάλη θλίψη ανακοινώνω ότι η Ντόλι Πάρτον, μια από τις σπουδαιότερες τραγουδίστριες της κάντρι, και πολύ περισσότερο, ΠΟΤΕ, μόλις έφυγε από τη ζωή. Αυτή είναι μια πραγματική απώλεια για εκατομμύρια ανθρώπους. Δεν υπήρξε ποτέ καμία σαν αυτήν, και ποτέ δεν θα υπάρξει. Προς τιμήν της, η αμερικανική σημαία σε όλες τις Ηνωμένες Πολιτείες θα κυματίζουν μεσίστιες για μια εβδομάδα, ξεκινώντας απόψε στις 6:00 μ.μ. Αναπαύσου εν ειρήνη, Ντόλι! Ο κόσμος σε αγαπά. Πρόεδρος ΝΤΟΝΑΛΝΤ ΤΖ. ΤΡΑΜΠ», αναφέρει ο Τραμπ.
Ποια ήταν η Ντόλι Πάρτον
Η Ντόλι Πάρτον γεννήθηκε στις 19 Ιανουαρίου του 1946 στην κωμόπολη Sevierville του Τενεσί και μεγάλωσε σε μια καλύβα ενός δωματίου στο κοντινό Λόκαστ Ριτζ. Γονείς της ήταν ο Ρόμπερ Λι Πάρτον που εργαζόταν ως αγρότης και οικοδόμος και η Έιβι Λι Όουενς που ήταν νοικοκυρά. Η Πάρτον ήταν το τέταρτο από τα 12 παιδιά της οικογένειας και σύμφωνα με την ίδια ήταν μια πολύ φτωχή επαρχιακή οικογένεια, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα να αναδειχθεί σε σύμβολο της αμερικανικής εργατικής τάξης.
Η μητέρα της, τραγουδούσε συνεχώς — τραγούδια από την Αγγλία, την Ιρλανδία και την Ουαλία που διηγούνταν μια ιστορία. «Η μαμά είχε αυτή τη συγκινητική φωνή, και, Θεέ μου, το ένιωθες», έγραψε η Πάρτον στο βιβλίο της του 2020 «Dolly Parton, Songteller», το οποίο συνέγραψε με τον Ρόμπερτ Κ. Όερμαν. Σε ηλικία περίπου έξι ετών έγραψε το πρώτο της τραγούδι: το «Little Tiny Tasseltop», μια ωδή στην κούκλα της με μαλλιά από ίνες καλαμποκιού. Η μητέρα της το φύλαγε με μεγάλη προσοχή σε ένα κουτί παπουτσιών.
«Αγαπούσα εκείνη τη μικρή κούκλα», έγραψε η Πάρτον δεκαετίες αργότερα. «Εξέφραζα τον εαυτό μου και τα συναισθήματά μου μέσω της γραφής — είμαι σίγουρη ότι αυτό σκεφτόμουν ήταν: “Λοιπόν, η Tasseltop πρέπει να έχει ένα τραγούδι γι’ αυτήν”». Πήρε την πρώτη της αληθινή κιθάρα όταν ήταν οκτώ ετών. Η μητέρα της έλεγε, όποτε είχε καλεσμένους: «Θέλω να ακούσετε αυτό το τραγούδι που έφτιαξε αυτό το μικρό πλάσμα. Είναι πραγματικά καλό». Άρχισε να γράφει μουσική σε αυτό που η ίδια αποκαλούσε «τραγούδια που σε κάνουν να κλαις» για ερωτικές απογοητεύσεις και τραγωδίες στην τρυφερή ηλικία των 10 ετών.
Τραγουδούσε σε έναν τοπικό ραδιοφωνικό σταθμό από την ηλικία των 11 ετών, και στα 13 εμφανιζόταν στο Grand Ole Opry, μια εβδομαδιαία συναυλία κάντρι μουσικής στο Νάσβιλ του Τενεσί. Αφού αποφοίτησε από το λύκειο, μετακόμισε στο Νάσβιλ για να ακολουθήσει καριέρα στη μουσική και ξεκίνησε μια διάσημη συνεργασία με τον τραγουδιστή κάντρι Πόρτερ Γουάγκονερ, η οποία περιελάμβανε μια πολυετή συμμετοχή στην τηλεοπτική του εκπομπή και 14 ντουέτα που μπήκαν στο top 10. Έγραψε το επιτυχημένο τραγούδι της «I Will Always Love You» ως αποχαιρετισμό στον Γουάγκονερ όταν αποφάσισε να ακολουθήσει σόλο καριέρα.
Την πρώτη μέρα που η Πάρτον έφτασε στην πρωτεύουσα της κάντρι μουσικής, γνώρισε τον Καρλ Ντιν, έναν εργάτη που ασφαλτοστρώνς. Θα παντρευόταν δύο χρόνια αργότερα, το 1966. Καθ’ όλη τη διάρκεια του μακροχρόνιου γάμου τους, ο Ντιν απέφευγε τα φώτα της δημοσιότητας και δεν την συνόδευε στις περιοδείες της, αν και αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για πολλές από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της, συμπεριλαμβανομένου του «Jolene», το οποίο εμπνεύστηκε από τον έρωτα μιας κοκκινομάλλης ταμίας τράπεζας για τον Ντιν.
Το 2008, σε ηλικία 62 ετών, η Ντόλι Πάρτον κυκλοφόρησε ένα σινγκλ στο οποίο δήλωνε ότι ήταν «απλώς μια Μπάρμπι από την επαρχία, με υπερβολικό μακιγιάζ και υπερβολικά μαλλιά». Στις έξι δεκαετίες που ασχολήθηκε με τη μουσική και διαμόρφωσε την κάντρι, ήταν κάτι πολύ περισσότερο. Κέρδισε 11 βραβεία Grammy, μεταξύ των οποίων και ένα βραβείο για το Συνολικό Έργο της. Με κλασικά τραγούδια όπως τα «Coat of Many Colors», «Jolene» και «I Will Always Love You», έγινε μία από τις καλλιτέχνιδες με τις μεγαλύτερες πωλήσεις όλων των εποχών, με πάνω από 100 εκατομμύρια δίσκους.
Η αυθεντική προσωπικότητα της Πάρτον, σε συνδυασμό με τα ξανθά χτενίσματά της, τα φανταχτερά κοστούμια και την εκρηκτική παρουσία της όταν βρισκόταν στο επίκεντρο της σκηνής, την έκανε αγαπητή στους Αμερικανούς όλων των κοινωνικών στρωμάτων και βοήθησε στη διάδοση της κάντρι μουσικής διεθνώς. Η Πάρτον διαμόρφωσε το χαρακτηριστικό της στυλ εμπνευσμένη από μια γυναίκα που έβλεπε να περπατάει στην πόλη της στο Τενεσί φορώντας στενές φούστες και ψηλά τακούνια, με κόκκινα νύχια και κόκκινο κραγιόν. «Την έβρισκα όμορφη. Αλλά όλοι έλεγαν: “Είναι σκουπίδι!», έγραψε η Πάρτον στο βιβλίο της του 2023 «Behind the Seams: My Life in Rhinestones». «Γέλασα και είπα: “Λοιπόν, αν αυτό είναι σκουπίδι, αυτό θέλω να γίνω όταν μεγαλώσω!”».
Εξέφρασε επίσης την επιθυμία η εμφάνισή της να χρησιμεύει για να προωθήσει και όχι να επισκιάσει, το ταλέντο της. Με την πάροδο των χρόνων, η Πάρτον παρουσίασε μια τηλεοπτική εκπομπή, πρωταγωνίστησε σε ταινίες και δημιούργησε ακόμη και ένα θεματικό πάρκο, το «Dollywood», ένα δημοφιλές τουριστικό αξιοθέατο στην πολιτεία της, το Τενεσί — όλα αυτά εκτός από το διακεκριμένο έργο της ως τραγουδοποιού.
Όμως, το χαρακτηριστικό που της χάρισε διαχρονική λάμψη ήταν η ικανότητά της να συνδέεται με τους ανθρώπους. Κατά την πανδημία του COVID-19, η Πάρτον δώρισε 1 εκατομμύριο δολάρια στην έρευνα για εμβόλια στο Πανεπιστήμιο Βάντερμπιλτ το 2020, καθιστώντας την μια από τις πρώτες χορηγούς της ανάπτυξης του εμβολίου της Moderna. Διοργάνωσε ένα πρόγραμμα αλφαβητισμού για παιδιά προσχολικής ηλικίας σε όλες τις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς και στον Καναδά, το Ηνωμένο Βασίλειο, την Αυστραλία και την Ιρλανδία, και χορήγησε υποτροφίες σε μαθητές γυμνασίου στην κομητεία του Τενεσί όπου γεννήθηκε.
Η κομητεία ανέγειρε ένα άγαλμα της σε φυσικό μέγεθος μπροστά από το δικαστήριο ως ένδειξη ευγνωμοσύνης, αν και η ίδια αρνήθηκε μια άλλη πρόταση για άγαλμα προς τιμήν της στο Νάσβιλ το 2021, λέγοντας: «Με όλα όσα συμβαίνουν στον κόσμο, δεν νομίζω ότι το να με βάλουν σε βάθρο είναι κατάλληλο αυτή τη στιγμή». Ήταν αυτή η ικανότητά της να παραμένει πιστή στις ρίζες της, σε συνδυασμό με το πάθος της για σκληρή δουλειά και την ακομμάτιστη στάση της, που ενίσχυσε την ελκυστικότητά της τόσο στους συντηρητικούς όσο και στους φιλελεύθερους, σε μια πολιτικά πολωμένη Αμερική.
En