Ο Ντόναλντ Τραμπ ξεκαθάρισε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν διεξάγουν αυτή τη στιγμή συνομιλίες με το Ιράν, σηματοδοτώντας μια περίοδο ακόμη εντονότερης οικονομικής πίεσης προς την Τεχεράνη. Μιλώντας σε δημοσιογράφους στο Οβάλ Γραφείο, ο Αμερικανός πρόεδρος απέρριψε το ενδεχόμενο άμεσης επανέναρξης του διαλόγου, δηλώνοντας χαρακτηριστικά: «Δεν θέλουμε να τους μιλήσουμε. Δεν επιδιώκουμε να συναντηθούμε ή οτιδήποτε». Η στάση αυτή συμπίπτει με την ενίσχυση της αμερικανικής εκστρατείας κυρώσεων, μέσω της οποίας η Ουάσιγκτον επιχειρεί να περιορίσει τις οικονομικές πηγές της Ισλαμικής Δημοκρατίας και να αυξήσει την πίεση ώστε η ιρανική ηγεσία να επιστρέψει σε διαπραγματεύσεις με όρους που οι ΗΠΑ θεωρούν ουσιαστικούς. 

Διαβάστε: Στα άκρα το φτάνει με Καναδά ο Τραμπ: "Βάφτισε" τη Λίμνη Οντάριο "Λίμνη της Αμερικής"

Τραμπ: "Δεν θέλουμε να τους μιλήσουμε"

Λίγο νωρίτερα, η εκπρόσωπος Τύπου του Λευκού Οίκου Κάρολαϊν Λέβιτ είχε καταστήσει σαφές ότι η οικονομική εκστρατεία κατά του Ιράν θα συνεχιστεί όσο η αμερικανική κυβέρνηση θεωρεί ότι η Τεχεράνη δεν προσέρχεται σε ουσιαστικές διαπραγματεύσεις. «Τώρα, έχουμε την Επιχείρηση Οικονομικός Παρίας για να καταστρέψουμε την οικονομία τους» ανέφερε μιλώντας στην εκπομπή "Fox & Friends". Και πρόσθεσε: «Καμία διαπραγμάτευση δεν λαμβάνει χώρα αυτήν τη στιγμή και αυτό θα συνεχιστεί εωσότου ο πρόεδρος νιώσει πως ενδεχομένως έρχονται στο τραπέζι με ουσιαστικό τρόπο… Εκείνος, φυσικά, συνεχίζει να διατηρεί όλες τις επιλογές στο τραπέζι». Η στρατηγική της Ουάσιγκτον περιλαμβάνει επέκταση των κυρώσεων σε οικονομικές, ναυτιλιακές και άλλες δραστηριότητες που συνδέονται με το Ιράν.

Στο ίδιο πλαίσιο, ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Σκοτ Μπέσεντ έχει προειδοποιήσει τις χώρες που εξακολουθούν να διατηρούν οικονομικούς δεσμούς με την Τεχεράνη ότι μπορεί να βρεθούν αντιμέτωπες με δευτερογενείς κυρώσεις. Η συγκεκριμένη απειλή σημαίνει πρακτικά ότι η αμερικανική πίεση δεν περιορίζεται μόνο στο ίδιο το Ιράν, αλλά μπορεί να επεκταθεί σε τράπεζες, εταιρείες ή άλλες οντότητες τρίτων χωρών που συνεχίζουν να συναλλάσσονται με την Ισλαμική Δημοκρατία. Η Ουάσιγκτον προσπαθεί έτσι να περιορίσει ακόμη περισσότερο την πρόσβαση του Ιράν στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα και στις αγορές.

Τι είπε για Ρωσία και Κίνα

Το ερώτημα που τίθεται πλέον είναι κατά πόσο η κυβέρνηση Τραμπ είναι διατεθειμένη να εφαρμόσει την ίδια σκληρή γραμμή απέναντι σε μεγάλες δυνάμεις που εξακολουθούν να έχουν οικονομικές σχέσεις με την Τεχεράνη. Όταν ρωτήθηκε εάν θα τιμωρήσει τη Ρωσία για τις εμπορικές συναλλαγές της με το Ιράν, ο Αμερικανός πρόεδρος απέφυγε να δώσει σαφή απάντηση. «Εξαρτάται. Μέχρι στιγμής, πιστεύω πως η Ρωσία συμπεριφέρθηκε πολύ καλά, αναφορικά με τα Στενά του Ορμούζ και πρέπει να καταλάβετε: για ό,τι κάνουν, εμείς κάνουμε επίσης. Ξέρετε, κάποιος έλεγε για την Κίνα. Τι γίνεται με την Κίνα; Ακούμε πως κατασκοπεύουν. Τους κατασκοπεύουμε επίσης», είπε.

Ανάλογα αινιγματική ήταν η απάντησή του όταν ρωτήθηκε εάν προτίθεται να επιβάλει κυρώσεις σε κινεζικές τράπεζες λόγω συναλλαγών με την Τεχεράνη. «Ποιος είπε ότι δεν το κάνω; Δεν το ξέρετε εάν το κάνω… Δεν χρειάζεται να ανακοινώνω τα πάντα, έτσι δεν είναι;», απάντησε. Η Κίνα αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για την αποτελεσματικότητα της αμερικανικής στρατηγικής, καθώς παραμένει ένας από τους σημαντικότερους οικονομικούς εταίρους του Ιράν και βασικός αγοραστής ιρανικού πετρελαίου.

Η νέα στάση της Ουάσιγκτον αφήνει προς το παρόν ελάχιστο χώρο για άμεση διπλωματική αποκλιμάκωση. Παρά τις μεσολαβητικές προσπάθειες τρίτων χωρών, μεταξύ των οποίων και το Κατάρ, η αμερικανική κυβέρνηση επιμένει ότι επίσημες συνομιλίες δεν βρίσκονται σε εξέλιξη. Το μήνυμα του Λευκού Οίκου είναι ότι η οικονομική πίεση θα συνεχιστεί μέχρι η Τεχεράνη να θεωρηθεί έτοιμη να επιστρέψει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με τρόπο που να ικανοποιεί τις απαιτήσεις της Ουάσιγκτον.