Την ενίσχυση της προστασίας των εργαζομένων από ψυχοκοινωνικούς κινδύνους που συνδέονται με την εργασία και το εργασιακό άγχος ζητούν οι ευρωβουλευτές. Ειδικότερα, η Επιτροπή Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων καλεί την Επιτροπή να εκπονήσει σχετική νομοθεσία, με βάση στοιχεία της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας, κατά τα οποία πάνω από 840.000 άτομα πεθαίνουν κάθε χρόνο από προβλήματα υγείας που συνδέονται με ψυχοκοινωνικούς κινδύνους.

Ειδικότερα, την Τετάρτη (2/9), οι ευρωβουλευτές συμφώνησαν σε μια σειρά συστάσεων για ένα νέο νομικό πλαίσιο από την ΕΕ, με σκοπό να διασφαλιστούν ελάχιστες απαιτήσεις για την πρόληψη, την εξάλειψη ή τη μείωση των ψυχοκοινωνικών κινδύνων που συνδέονται με την εργασία και οι οποίοι θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε εργασιακό άγχος, επαγγελματική εξουθένωση, καθώς και ψυχικές και σωματικές διαταραχές. Η πρόταση αυτή θα πρέπει να προηγηθεί μιας εκτίμησης επιπτώσεων, η οποία θα περιλαμβάνει αξιολόγηση της υφιστάμενης νομοθεσίας.

Ζητούνται δεσμεύσεις από τους εργοδότες

Οι ευρωβουλευτές απαιτούν δεσμευτικές υποχρεώσεις για τους εργοδότες, ώστε να προστατεύεται η ψυχική και σωματική υγεία και να διασφαλίζονται ασφαλείς και αξιοπρεπείς συνθήκες εργασίας. Επιπλέον, επιθυμούν η Επιτροπή και τα κράτη μέλη της ΕΕ να αναγνωρίσουν ρητά ότι οι ψυχοκοινωνικοί κίνδυνοι που συνδέονται με την εργασία προκαλούν επαγγελματικές ασθένειες. Το αίτημα για νομοθετική πρωτοβουλία εγκρίθηκε με 41 ψήφους υπέρ, 12 κατά και 4 αποχές.

Πολιτικές για την αντιμετώπιση της βίας και της παρενόχλησης

Οι ευρωβουλευτές επιθυμούν οι εργοδότες να υιοθετήσουν και να εφαρμόσουν πολιτικές που ορίζουν και απαγορεύουν τη βία, την παρενόχληση, τον εκφοβισμό και τις διακριτικές συμπεριφορές που υπονομεύουν την αξιοπρέπεια, τη σωματική ή ψυχική υγεία των εργαζομένων, καθώς και μηχανισμούς έγκαιρης ανίχνευσης και πρωτόκολλα πρόληψης βάσει κινδύνου για την βία από τρίτους. Επισημαίνουν επίσης ότι απαιτείται έγκαιρη υποστήριξη για τους εργαζόμενους που εκτίθενται σε ψυχοκοινωνικούς κινδύνους.

Αξιολόγηση ψυχοκοινωνικών κινδύνων και σχέδιο δράσης

Οι ευρωβουλευτές συνιστούν στους εργοδότες να διενεργούν τακτικές αξιολογήσεις ψυχοκοινωνικών κινδύνων για να εκτιμούν παράγοντες όπως ο υπερβολικός φόρτος εργασίας και η υψηλή ένταση εργασίας, καθώς και να υιοθετούν σχέδια δράσης με συγκεκριμένα μέτρα. Σημαντικές αναδιαρθρώσεις ή αναδιοργανώσεις, όπως ρυθμίσεις τηλεργασίας ή η εισαγωγή αυτοματοποιημένων συστημάτων λήψης αποφάσεων και αυτοματοποιημένων συστημάτων παρακολούθησης, θα πρέπει να υπόκεινται σε προηγούμενη αξιολόγηση ψυχοκοινωνικών κινδύνων σε συνεργασία με τους εργαζόμενους και τους εκπροσώπους τους, αναφέρουν.

Οι εργοδότες θα πρέπει επίσης να διασφαλίζουν ότι η εισαγωγή αλγοριθμικών συστημάτων δεν επιβάλλει υπερβολικό φόρτο εργασίας ή παρακολούθηση των εργαζομένων και ότι διασφαλίζεται πάντα η ανθρώπινη εποπτεία. Οι ευρωβουλευτές επαναλαμβάνουν επίσης ότι οι εργαζόμενοι έχουν το δικαίωμα να αποσυνδέονται από την εργασία.

Υποστήριξη για την επανένταξη στην εργασία

Οι εργαζόμενοι που απουσίασαν από την εργασία τους λόγω ψυχοκοινωνικών κινδύνων που σχετίζονται με την εργασία θα πρέπει να έχουν το δικαίωμα σε μια υποστηριζόμενη και βιώσιμη επανένταξη στην εργασία, αναφέρουν οι ευρωβουλευτές. Προς τον σκοπό αυτό, συνιστούν στους εργοδότες να καταρτίζουν εξατομικευμένα σχέδια επανένταξης στην εργασία, προσδιορίζοντας παράγοντες όπως προσαρμογές του ωραρίου εργασίας ή της οργάνωσης της εργασίας, καθώς και προσαρμογές των καθηκόντων ή του φόρτου εργασίας του εργαζομένου.

Το βάρος της απόδειξης στους εργοδότες

Οι εργοδότες θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι, όταν ένας εργαζόμενος αποδεικνύει ότι έχει υποστεί τραυματισμό ή βλάβη στην υγεία του λόγω έκθεσης σε παράγοντες ψυχοκοινωνικού κινδύνου που σχετίζονται με την εργασία, θεωρείται ότι ο τραυματισμός ή η βλάβη σχετίζεται με την εργασία, εκτός εάν ο εργοδότης αποδείξει ότι δεν συνδέεται με τις συνθήκες εργασίας του εργαζομένου.

Η εισηγήτρια Estelle Ceulemans (S&D, BE) δήλωσε: «Η παρούσα έκθεση αποτελεί ένα βήμα προς τα εμπρός, καθώς ζητά από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να υποβάλει νομοθετική πρόταση για την αντιμετώπιση της επαγγελματικής εξουθένωσης, της κατάθλιψης, του άγχους και της παρενόχλησης. Η συχνότητα εμφάνισης αυτών των προβλημάτων αυξάνεται ραγδαία σε ολόκληρη την Ευρώπη και επιδεινώνεται από την αυξανόμενη χρήση ψηφιακών τεχνολογιών και τεχνητής νοημοσύνης στον χώρο εργασίας. Η αντιμετώπιση αυτών των διαρθρωτικών προβλημάτων που σχετίζονται με την εργασία δεν αποτελεί μόνο υποχρέωση στον τομέα της επαγγελματικής υγείας, αλλά και οικονομικό ζήτημα, καθώς η κατάθλιψη που σχετίζεται με την εργασία κοστίζει 100 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως στην ΕΕ.»

Επόμενα βήματα

Το Κοινοβούλιο αναμένεται να ψηφίσει επί της εν λόγω νομοθετικής πρωτοβουλίας κατά τη διάρκεια της πρώτης ολομέλειάς του τον Οκτώβριο του 2026. Στη συνέχεια, η Επιτροπή θα έχει στη διάθεσή της τρεις μήνες για να απαντήσει, είτε ενημερώνοντας το Κοινοβούλιο σχετικά με τα μέτρα που προτίθεται να λάβει είτε αιτιολογώντας τυχόν άρνησή της να υποβάλει νομοθετική πρωτοβουλία σύμφωνα με το αίτημα του Κοινοβουλίου.