Ευρωπαϊκός προϋπολογισμός: Η μάχη του Ευρωκοινοβουλίου για τις επενδύσεις
Σε ισχύ τον Ιανουάριο του 2028
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τα κράτη-μέλη καλούνται να αποφασίσουν όχι μόνο για το συνολικό ύψος των κονδυλίων, αλλά και για το πού θα κατευθυνθούν
Η Ευρωπαϊκή Ένωση χρειάζεται περισσότερες επενδύσεις, τόσο από τον δημόσιο όσο και από τον ιδιωτικό τομέα και το ερώτημα που βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο των διαπραγματεύσεων για τον επόμενο ευρωπαϊκό προϋπολογισμό είναι αν τα διαθέσιμα κονδύλια μπορούν πράγματι να ανταποκριθούν στο μέγεθος αυτής της ανάγκης. Η συζήτηση αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και κράτη-μέλη καλούνται να διαμορφώσουν τον πολυετή προϋπολογισμό της ΕΕ για την περίοδο 2028-2034. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε την πρότασή της τον Ιούλιο του 2025, προβλέποντας ένα πλαίσιο σχεδόν 2 τρισ. ευρώ, που αντιστοιχεί κατά μέσο όρο στο 1,26% του ακαθάριστου εθνικού εισοδήματος της ΕΕ. Η πρόταση βρίσκεται πλέον στο στάδιο της διαπραγμάτευσης μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της ΕΕ, πριν από την τελική έγκριση.
Το ζήτημα των επενδύσεων είχε ήδη αναδειχθεί με ιδιαίτερη ένταση στην έκθεση για την ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα που παρουσίασε το 2024 ο πρώην πρωθυπουργός της Ιταλίας Μάριο Ντράγκι. Η βασική προειδοποίηση ήταν ότι η Ευρώπη κινδυνεύει να μείνει πίσω από τους παγκόσμιους ανταγωνιστές της εάν δεν αυξήσει σημαντικά τις επενδύσεις της.
Οι ανάγκες είναι μεγάλες σε πολλούς τομείς. Η πράσινη μετάβαση απαιτεί εκατοντάδες δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως, ενώ σημαντικά επενδυτικά κενά καταγράφονται επίσης στις ψηφιακές τεχνολογίες και την καινοτομία, στην άμυνα και στην ενίσχυση της ανθεκτικότητας της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Τέτοιες επενδύσεις μπορεί να αφορούν, μεταξύ άλλων, διασυνοριακά ενεργειακά δίκτυα, την έρευνα και την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής.
Ωστόσο, σύμφωνα με την έρευνα στην οποία βασίζονται τα συγκεκριμένα στοιχεία, ο προτεινόμενος προϋπολογισμός της ΕΕ δεν επαρκεί για να καλύψει το επενδυτικό κενό της Ευρώπης.
Οι ερευνητές εξέτασαν αρχικά ποιες επενδυτικές ανάγκες θα ήταν αποτελεσματικότερο να χρηματοδοτηθούν σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Στη συνέχεια αξιολόγησαν τη σημερινή συμβολή του προϋπολογισμού της ΕΕ στις επενδύσεις και το κατά πόσο ο επόμενος προϋπολογισμός θα μπορούσε να προσφέρει πρόσθετη χρηματοδότηση.
Ακόμη και στο πιο αισιόδοξο σενάριο, σύμφωνα με την έρευνα, ο προτεινόμενος προϋπολογισμός θα μπορούσε να καλύψει μόλις το 12% έως 22% του επενδυτικού κενού σε ευρωπαϊκά δημόσια αγαθά – δηλαδή σε επενδύσεις όπου η δράση σε επίπεδο ΕΕ θεωρείται αποτελεσματικότερη από τις αποκλειστικά εθνικές προσπάθειες.
Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και στο ευνοϊκότερο σενάριο, σχεδόν τα τέσσερα πέμπτα των σχετικών επενδυτικών αναγκών θα παρέμεναν ακάλυπτα.
Εάν, μάλιστα, συνυπολογιστούν οι συνολικές επενδυτικές ανάγκες, συμπεριλαμβανομένων των ιδιωτικών επενδύσεων, ο ρόλος του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού γίνεται ακόμη μικρότερος. Εργαλεία όπως οι εγγυήσεις δανείων μπορούν να κινητοποιήσουν ιδιωτικά κεφάλαια, ωστόσο, σύμφωνα με την ίδια έρευνα, η συνολική επίδρασή τους παραμένει περιορισμένη. Συνολικά, ο προϋπολογισμός της ΕΕ για την περίοδο 2028-2034 ενδέχεται να συμβάλει στην κάλυψη μόλις του 4%-8% των συνολικών επενδυτικών αναγκών.
Ο προϋπολογισμός της ΕΕ αντιστοιχεί σε λίγο περισσότερο από το 1% του ακαθάριστου εθνικού εισοδήματος της Ένωσης, ένα μικρό ποσοστό σε σύγκριση με τις εθνικές δημόσιες δαπάνες.
Παράλληλα, σημαντικό μέρος των ευρωπαϊκών κονδυλίων εξακολουθεί να κατευθύνεται σε παραδοσιακές πολιτικές, όπως η γεωργία και η περιφερειακή αναδιανομή. Πρόκειται για πολιτικές με μεγάλη πολιτική και κοινωνική σημασία, ωστόσο περιορίζουν τον διαθέσιμο χώρο για επενδύσεις σε τομείς όπως η καινοτομία, η πράσινη μετάβαση και η ψηφιοποίηση.
Η ίδια η Επιτροπή, πάντως, έχει παρουσιάσει τον νέο προϋπολογισμό ως ένα εργαλείο που θα ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα, την έρευνα και την καινοτομία, μεταξύ άλλων μέσω του νέου Ευρωπαϊκού Ταμείου Ανταγωνιστικότητας.
Μία από τις προτάσεις που προκύπτουν από την έρευνα είναι η αύξηση του μεγέθους του προϋπολογισμού. Σύμφωνα με τους ερευνητές, μια αύξηση κατά περίπου 0,6% του ακαθάριστου εθνικού εισοδήματος σε σχέση με την πρόταση της Επιτροπής θα μπορούσε να περιορίσει ουσιαστικά το επενδυτικό κενό στα ευρωπαϊκά δημόσια αγαθά.
Παράλληλα, ιδιαίτερη σημασία αποκτά η ευελιξία που προβλέπει το νέο σύστημα. Η πρόταση της Επιτροπής δίνει στα κράτη-μέλη μεγαλύτερη ελευθερία ως προς τον τρόπο αξιοποίησης των ευρωπαϊκών πόρων, μέσω εθνικών και περιφερειακών σχεδίων.
Το ζητούμενο, σύμφωνα με την έρευνα, είναι αυτή η ευελιξία να αξιοποιηθεί για επενδύσεις που εξυπηρετούν τους μακροπρόθεσμους ευρωπαϊκούς στόχους και όχι απλώς για τη διατήρηση των υφιστάμενων προτύπων δαπανών.
Ιδιαίτερα στους τομείς της έρευνας, της αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής και των διασυνοριακών υποδομών, απαιτούνται σταθερές δημόσιες επενδύσεις.
Παράλληλα, παραμένει ανάγκη για περισσότερα στοιχεία και καλύτερη ανάλυση, ιδίως σε ό,τι αφορά τις αμυντικές δαπάνες. Παρότι η άμυνα βρίσκεται πλέον πολύ ψηλότερα στην ευρωπαϊκή ατζέντα, δεν υπάρχει ακόμη πλήρης εικόνα για τις ανάγκες χρηματοδότησης σε επίπεδο ΕΕ, ειδικά όσον αφορά την κοινή βιομηχανική παραγωγική ικανότητα και την έρευνα.
Η πρόκληση για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τα κράτη-μέλη είναι, επομένως, διπλή: να αποφασίσουν το ύψος του επόμενου ευρωπαϊκού προϋπολογισμού και ταυτόχρονα να καθορίσουν εάν οι διαθέσιμοι πόροι θα κατευθυνθούν στις επενδύσεις που θεωρούνται κρίσιμες για την ανταγωνιστικότητα, την πράσινη και ψηφιακή μετάβαση, την άμυνα και την ανθεκτικότητα της Ευρώπης.
Ο νέος προϋπολογισμός έχει σχεδιαστεί για να τεθεί σε ισχύ τον Ιανουάριο του 2028. Το βασικό ερώτημα των επόμενων διαπραγματεύσεων είναι εάν το τελικό αποτέλεσμα θα διαθέτει τους πόρους και τις προτεραιότητες που απαιτούνται ώστε η Ευρώπη να περιορίσει ουσιαστικά το επενδυτικό χάσμα της.
Το ζήτημα των επενδύσεων είχε ήδη αναδειχθεί με ιδιαίτερη ένταση στην έκθεση για την ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα που παρουσίασε το 2024 ο πρώην πρωθυπουργός της Ιταλίας Μάριο Ντράγκι. Η βασική προειδοποίηση ήταν ότι η Ευρώπη κινδυνεύει να μείνει πίσω από τους παγκόσμιους ανταγωνιστές της εάν δεν αυξήσει σημαντικά τις επενδύσεις της.
Οι ανάγκες είναι μεγάλες σε πολλούς τομείς. Η πράσινη μετάβαση απαιτεί εκατοντάδες δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως, ενώ σημαντικά επενδυτικά κενά καταγράφονται επίσης στις ψηφιακές τεχνολογίες και την καινοτομία, στην άμυνα και στην ενίσχυση της ανθεκτικότητας της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Το ερώτημα για τον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό
Μέρος αυτών των επενδύσεων θα μπορούσε να χρηματοδοτηθεί σε επίπεδο ΕΕ, ιδίως όταν μια κοινή ευρωπαϊκή δράση είναι αποτελεσματικότερη από τις αντίστοιχες εθνικές επενδύσεις ή όταν ένα έργο σε ένα κράτος-μέλος δημιουργεί επιπτώσεις και οφέλη που ξεπερνούν τα εθνικά σύνορα.Τέτοιες επενδύσεις μπορεί να αφορούν, μεταξύ άλλων, διασυνοριακά ενεργειακά δίκτυα, την έρευνα και την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής.
Ωστόσο, σύμφωνα με την έρευνα στην οποία βασίζονται τα συγκεκριμένα στοιχεία, ο προτεινόμενος προϋπολογισμός της ΕΕ δεν επαρκεί για να καλύψει το επενδυτικό κενό της Ευρώπης.
Οι ερευνητές εξέτασαν αρχικά ποιες επενδυτικές ανάγκες θα ήταν αποτελεσματικότερο να χρηματοδοτηθούν σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Στη συνέχεια αξιολόγησαν τη σημερινή συμβολή του προϋπολογισμού της ΕΕ στις επενδύσεις και το κατά πόσο ο επόμενος προϋπολογισμός θα μπορούσε να προσφέρει πρόσθετη χρηματοδότηση.
Μόλις το 12%-22% του επενδυτικού κενού
Τα αποτελέσματα δείχνουν σημαντική απόσταση μεταξύ των διαθέσιμων πόρων και των πραγματικών αναγκών.Ακόμη και στο πιο αισιόδοξο σενάριο, σύμφωνα με την έρευνα, ο προτεινόμενος προϋπολογισμός θα μπορούσε να καλύψει μόλις το 12% έως 22% του επενδυτικού κενού σε ευρωπαϊκά δημόσια αγαθά – δηλαδή σε επενδύσεις όπου η δράση σε επίπεδο ΕΕ θεωρείται αποτελεσματικότερη από τις αποκλειστικά εθνικές προσπάθειες.
Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και στο ευνοϊκότερο σενάριο, σχεδόν τα τέσσερα πέμπτα των σχετικών επενδυτικών αναγκών θα παρέμεναν ακάλυπτα.
Εάν, μάλιστα, συνυπολογιστούν οι συνολικές επενδυτικές ανάγκες, συμπεριλαμβανομένων των ιδιωτικών επενδύσεων, ο ρόλος του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού γίνεται ακόμη μικρότερος. Εργαλεία όπως οι εγγυήσεις δανείων μπορούν να κινητοποιήσουν ιδιωτικά κεφάλαια, ωστόσο, σύμφωνα με την ίδια έρευνα, η συνολική επίδρασή τους παραμένει περιορισμένη. Συνολικά, ο προϋπολογισμός της ΕΕ για την περίοδο 2028-2034 ενδέχεται να συμβάλει στην κάλυψη μόλις του 4%-8% των συνολικών επενδυτικών αναγκών.
Το μέγεθος αλλά και η κατανομή των κονδυλίων
Η περιορισμένη επίδραση αποδίδεται τόσο στο συνολικό μέγεθος του προϋπολογισμού όσο και στον τρόπο κατανομής των χρημάτων.Ο προϋπολογισμός της ΕΕ αντιστοιχεί σε λίγο περισσότερο από το 1% του ακαθάριστου εθνικού εισοδήματος της Ένωσης, ένα μικρό ποσοστό σε σύγκριση με τις εθνικές δημόσιες δαπάνες.
Παράλληλα, σημαντικό μέρος των ευρωπαϊκών κονδυλίων εξακολουθεί να κατευθύνεται σε παραδοσιακές πολιτικές, όπως η γεωργία και η περιφερειακή αναδιανομή. Πρόκειται για πολιτικές με μεγάλη πολιτική και κοινωνική σημασία, ωστόσο περιορίζουν τον διαθέσιμο χώρο για επενδύσεις σε τομείς όπως η καινοτομία, η πράσινη μετάβαση και η ψηφιοποίηση.
Η ίδια η Επιτροπή, πάντως, έχει παρουσιάσει τον νέο προϋπολογισμό ως ένα εργαλείο που θα ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα, την έρευνα και την καινοτομία, μεταξύ άλλων μέσω του νέου Ευρωπαϊκού Ταμείου Ανταγωνιστικότητας.
Η μάχη στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι διαπραγματεύσεις για τον προϋπολογισμό αποκτούν ιδιαίτερο βάρος. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τα κράτη-μέλη καλούνται να αποφασίσουν όχι μόνο για το συνολικό ύψος των κονδυλίων, αλλά και για το πού θα κατευθυνθούν.Μία από τις προτάσεις που προκύπτουν από την έρευνα είναι η αύξηση του μεγέθους του προϋπολογισμού. Σύμφωνα με τους ερευνητές, μια αύξηση κατά περίπου 0,6% του ακαθάριστου εθνικού εισοδήματος σε σχέση με την πρόταση της Επιτροπής θα μπορούσε να περιορίσει ουσιαστικά το επενδυτικό κενό στα ευρωπαϊκά δημόσια αγαθά.
Παράλληλα, ιδιαίτερη σημασία αποκτά η ευελιξία που προβλέπει το νέο σύστημα. Η πρόταση της Επιτροπής δίνει στα κράτη-μέλη μεγαλύτερη ελευθερία ως προς τον τρόπο αξιοποίησης των ευρωπαϊκών πόρων, μέσω εθνικών και περιφερειακών σχεδίων.
Το ζητούμενο, σύμφωνα με την έρευνα, είναι αυτή η ευελιξία να αξιοποιηθεί για επενδύσεις που εξυπηρετούν τους μακροπρόθεσμους ευρωπαϊκούς στόχους και όχι απλώς για τη διατήρηση των υφιστάμενων προτύπων δαπανών.
Οι εγγυήσεις δεν αρκούν
Ένα ακόμη ζήτημα αφορά τη χρήση χρηματοοικονομικών εργαλείων για την προσέλκυση ιδιωτικών κεφαλαίων. Εγγυήσεις δανείων και συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα μπορούν να λειτουργήσουν υποστηρικτικά, δεν μπορούν όμως να αντικαταστήσουν την άμεση δημόσια χρηματοδότηση.Ιδιαίτερα στους τομείς της έρευνας, της αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής και των διασυνοριακών υποδομών, απαιτούνται σταθερές δημόσιες επενδύσεις.
Παράλληλα, παραμένει ανάγκη για περισσότερα στοιχεία και καλύτερη ανάλυση, ιδίως σε ό,τι αφορά τις αμυντικές δαπάνες. Παρότι η άμυνα βρίσκεται πλέον πολύ ψηλότερα στην ευρωπαϊκή ατζέντα, δεν υπάρχει ακόμη πλήρης εικόνα για τις ανάγκες χρηματοδότησης σε επίπεδο ΕΕ, ειδικά όσον αφορά την κοινή βιομηχανική παραγωγική ικανότητα και την έρευνα.
Η πρόκληση για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τα κράτη-μέλη είναι, επομένως, διπλή: να αποφασίσουν το ύψος του επόμενου ευρωπαϊκού προϋπολογισμού και ταυτόχρονα να καθορίσουν εάν οι διαθέσιμοι πόροι θα κατευθυνθούν στις επενδύσεις που θεωρούνται κρίσιμες για την ανταγωνιστικότητα, την πράσινη και ψηφιακή μετάβαση, την άμυνα και την ανθεκτικότητα της Ευρώπης.
Ο νέος προϋπολογισμός έχει σχεδιαστεί για να τεθεί σε ισχύ τον Ιανουάριο του 2028. Το βασικό ερώτημα των επόμενων διαπραγματεύσεων είναι εάν το τελικό αποτέλεσμα θα διαθέτει τους πόρους και τις προτεραιότητες που απαιτούνται ώστε η Ευρώπη να περιορίσει ουσιαστικά το επενδυτικό χάσμα της.
En