Brexit: Πόσο εύκολη θα ήταν η αντιστροφή του - Από το "Get Brexit Done" στα σενάρια για "Bremain"
Μετά τις προειδοποιήσεις του Τόνι Μπλερ
Η πολιτική αστάθεια μετά το Brexit και η πορεία μέχρι το διαζύγιο με την ΕΕ - Τι θα σήμαινε επιστροφή στην Ένωση
Πόσο πιθανή θα ήταν μια αντιστροφή του Brexit; Ένα ερώτημα που πλανάται επίμονα πάνω από τη Γηραιά Αλβιώνα. Το ερώτημα αποκτά νέο ενδιαφέρον μετά και τις πρόσφατες προειδοποιήσεις και προτροπές του πρώην πρωθυπουργού και κορυφαίου στελέχους των Εργατικών, Τόνι Μπλερ, για μια πιθανή επιστροφή της Βρετανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση μέσα στην επόμενη δεκαετία. Η συζήτηση αυτή γίνεται ακόμη πιο έντονη αν ληφθεί υπόψη η κατάσταση στην οποία βρίσκεται η Βρετανία, χρόνια μετά το «διαζύγιο» με την ΕΕ. Η πολιτική περιδίνηση, οι οικονομικές πιέσεις και οι συνέπειες των νέων εμπορικών και θεσμικών σχέσεων με την Ευρώπη έχουν οδηγήσει ολοένα και περισσότερα δημοσιεύματα να εξετάζουν το ενδεχόμενο μιας ανατροπής της απόφασης που έμελλε να αλλάξει την ευρωπαϊκή πορεία της χώρας.
Προτού, όμως, εξαχθεί οποιοδήποτε συμπέρασμα για το εάν η αποχώρηση από την ΕΕ υπήρξε ή όχι επωφελής για τη Βρετανία, αξίζει να εξεταστεί πώς οδηγήθηκε η χώρα μέχρις εδώ. Το Brexit δεν αποτέλεσε μια στιγμιαία πολιτική επιλογή, αλλά μια μακρά και δύσκολη διαδικασία, η οποία προκάλεσε βαθιές πολιτικές αναταράξεις και διαδοχικές αλλαγές στην πρωθυπουργία. Η συζήτηση για μια πιθανή αντιστροφή του Brexit έχει επανέλθει στο προσκήνιο, καθώς η πραγματικότητα που ακολούθησε την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση δεν ανταποκρίθηκε πάντοτε στις υποσχέσεις των υποστηρικτών της εξόδου. Ο έλεγχος της μετανάστευσης, η σύναψη νέων εμπορικών συμφωνιών, η εξοικονόμηση χρημάτων για τις δημόσιες υπηρεσίες και η απαλλαγή από τους σύνθετους κανονισμούς που προέρχονταν από τις Βρυξέλλες αποτέλεσαν βασικά επιχειρήματα υπέρ του Brexit.
Ωστόσο, η πραγματικότητα ήρθε γρήγορα αντιμέτωπη με αυτές τις προσδοκίες. Οι διαπραγματεύσεις για το «διαζύγιο» με την Ευρωπαϊκή Ένωση υπήρξαν μακρές και ιδιαίτερα συγκρουσιακές. Το Ηνωμένο Βασίλειο αποχώρησε επίσημα από την ΕΕ στις 31 Ιανουαρίου 2020, ενώ ακολούθησε μια μεταβατική περίοδος έντεκα μηνών, μέχρι να ολοκληρωθεί η οριστική αλλαγή του καθεστώτος στις σχέσεις των δύο πλευρών.
Τη Μέι διαδέχθηκε ο Μπόρις Τζόνσον, ο οποίος ανέλαβε με το σύνθημα «Get Brexit Done», υποσχόμενος να ολοκληρώσει γρήγορα τη διαδικασία. Η κυβέρνησή του κατάφερε τελικά να εξασφαλίσει μια εμπορική συμφωνία με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ωστόσο, επρόκειτο για μια σχετικά περιορισμένη συμφωνία, η οποία δεν επανέφερε τις ελευθερίες και τα πλεονεκτήματα που είχε το Ηνωμένο Βασίλειο ως μέλος της ενιαίας αγοράς και της τελωνειακής ένωσης. Οι διαπραγματεύσεις άφησαν, παράλληλα, τις σχέσεις Λονδίνου και Βρυξελλών σε ένα ιδιαίτερα ψυχρό επίπεδο.
Η πολιτική κατάσταση στο Ηνωμένο Βασίλειο συνέχισε να χαρακτηρίζεται από αστάθεια. Ο Τζόνσον απομακρύνθηκε από την ηγεσία του Συντηρητικού Κόμματος στα μέσα του 2022, ύστερα από μια σειρά πολιτικών, οικονομικών και δεοντολογικών σκανδάλων. Η Λις Τρας που τον διαδέχθηκε παρέμεινε στην πρωθυπουργία μόλις 49 ημέρες, πριν αναγκαστεί να παραιτηθεί. Τον Οκτώβριο του 2022 ανέλαβε ο Ρίσι Σούνακ, ο οποίος επιχείρησε να βελτιώσει τις σχέσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση χωρίς, ωστόσο, να προχωρήσει σε ουσιαστική αλλαγή της βασικής αρχιτεκτονικής του Brexit.
Αυτή η πορεία έχει ιδιαίτερη σημασία για το ερώτημα αν θα μπορούσε σήμερα να υπάρξει μια αντιστροφή του Brexit. Η επιστροφή του Ηνωμένου Βασιλείου στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν θα ήταν απλώς η ακύρωση μιας προηγούμενης πολιτικής απόφασης. Θα απαιτούσε νέες διαπραγματεύσεις, πιθανότατα πολυετείς, και θα δημιουργούσε μια σειρά από δύσκολα οικονομικά και πολιτικά ζητήματα.
Από την άλλη πλευρά, μια πλήρης επιστροφή στην ΕΕ θα είχε και κόστος. Το Ηνωμένο Βασίλειο θα έπρεπε να αποδεχθεί εκ νέου ένα σημαντικό μέρος των κοινών ευρωπαϊκών κανόνων και υποχρεώσεων. Θα έπρεπε επίσης να επαναπροσδιορίσει ζητήματα όπως η ελεύθερη κυκλοφορία ανθρώπων, η συμμετοχή στην ενιαία αγορά και η τελωνειακή ένωση, καθώς και η σχέση του με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Με άλλα λόγια, η αντιστροφή του Brexit δεν θα σήμαινε απλώς ότι το Ηνωμένο Βασίλειο θα επανέλθει στο καθεστώς που ίσχυε πριν από το δημοψήφισμα.
Πολιτικά, το ζήτημα θα ήταν ακόμη πιο σύνθετο. Το Brexit αποτέλεσε μία από τις πιο βαθιές πολιτικές διαιρέσεις στη σύγχρονη βρετανική ιστορία. Η αποχώρηση από την ΕΕ πραγματοποιήθηκε ύστερα από χρόνια αντιπαραθέσεων, κυβερνητικών κρίσεων και εκλογικών αναμετρήσεων. Μια απόφαση επιστροφής θα μπορούσε επομένως να αναζωπυρώσει τις ίδιες διαιρέσεις, αυτή τη φορά με αντίστροφη κατεύθυνση.
Για τον λόγο αυτό, μια πλήρης και άμεση «αντιστροφή» του Brexit θα ήταν δύσκολη. Πιο πιθανό ως πολιτική διαδικασία θα ήταν ένα σταδιακό μοντέλο επαναπροσέγγισης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το Ηνωμένο Βασίλειο θα μπορούσε να επιδιώξει περισσότερη συνεργασία στο εμπόριο, στην ασφάλεια, στην ενέργεια, στην έρευνα και στην κινητικότητα ανθρώπων, χωρίς να ζητήσει εξαρχής πλήρη επανένταξη.
Μια τέτοια εξέλιξη θα αποτελούσε ουσιαστικά μια προσπάθεια να αντιμετωπιστούν ορισμένες από τις οικονομικές συνέπειες του Brexit χωρίς να ακυρωθεί άμεσα η πολιτική απόφαση της αποχώρησης. Θα μπορούσε επίσης να επιτρέψει στις δύο πλευρές να αποκαταστήσουν σταδιακά την εμπιστοσύνη που χάθηκε κατά τα χρόνια των δύσκολων διαπραγματεύσεων.
Το βασικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο αν το Brexit μπορεί να αντιστραφεί. Είναι αν το Ηνωμένο Βασίλειο θα επιλέξει στο μέλλον να μειώσει την απόσταση που δημιούργησε η αποχώρηση από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η οικονομική πραγματικότητα μπορεί να λειτουργήσει ως κίνητρο για στενότερες σχέσεις, ενώ η πολιτική κληρονομιά του Brexit λειτουργεί ως σημαντικό εμπόδιο σε μια πλήρη επιστροφή.
Η ιστορία από το δημοψήφισμα μέχρι σήμερα δείχνει ότι το Brexit δεν ήταν μια απλή διαδικασία εξόδου. Ήταν μια μακρά πολιτική και οικονομική αναδιάρθρωση, η οποία οδήγησε σε αλλαγές στις εμπορικές σχέσεις, στην πολιτική ζωή και στις σχέσεις του Ηνωμένου Βασιλείου με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Επομένως, εάν κάποτε υπάρξει αντιστροφή, είναι πιθανό να μην παρουσιαστεί ως μια απλή «επιστροφή στο παρελθόν», αλλά ως μια νέα διαπραγμάτευση για το πώς θα πρέπει να είναι η σχέση της Βρετανίας με την Ευρώπη.
Προτού, όμως, εξαχθεί οποιοδήποτε συμπέρασμα για το εάν η αποχώρηση από την ΕΕ υπήρξε ή όχι επωφελής για τη Βρετανία, αξίζει να εξεταστεί πώς οδηγήθηκε η χώρα μέχρις εδώ. Το Brexit δεν αποτέλεσε μια στιγμιαία πολιτική επιλογή, αλλά μια μακρά και δύσκολη διαδικασία, η οποία προκάλεσε βαθιές πολιτικές αναταράξεις και διαδοχικές αλλαγές στην πρωθυπουργία. Η συζήτηση για μια πιθανή αντιστροφή του Brexit έχει επανέλθει στο προσκήνιο, καθώς η πραγματικότητα που ακολούθησε την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση δεν ανταποκρίθηκε πάντοτε στις υποσχέσεις των υποστηρικτών της εξόδου. Ο έλεγχος της μετανάστευσης, η σύναψη νέων εμπορικών συμφωνιών, η εξοικονόμηση χρημάτων για τις δημόσιες υπηρεσίες και η απαλλαγή από τους σύνθετους κανονισμούς που προέρχονταν από τις Βρυξέλλες αποτέλεσαν βασικά επιχειρήματα υπέρ του Brexit.
Ωστόσο, η πραγματικότητα ήρθε γρήγορα αντιμέτωπη με αυτές τις προσδοκίες. Οι διαπραγματεύσεις για το «διαζύγιο» με την Ευρωπαϊκή Ένωση υπήρξαν μακρές και ιδιαίτερα συγκρουσιακές. Το Ηνωμένο Βασίλειο αποχώρησε επίσημα από την ΕΕ στις 31 Ιανουαρίου 2020, ενώ ακολούθησε μια μεταβατική περίοδος έντεκα μηνών, μέχρι να ολοκληρωθεί η οριστική αλλαγή του καθεστώτος στις σχέσεις των δύο πλευρών.
Βρετανία: Aπό το ''Get Brexit Done'' στην πολιτική αστάθεια
Η πολιτική αστάθεια που προκάλεσε το Brexit υπήρξε εξίσου σημαντική. Η Τερίσα Μέι, η οποία διαδέχθηκε τον Ντέιβιντ Κάμερον στην πρωθυπουργία, παραιτήθηκε το 2019, αφού δεν κατάφερε να εξασφαλίσει μια συμφωνία για την αποχώρηση που να μπορεί να γίνει αποδεκτή από ένα βαθιά διχασμένο Κοινοβούλιο. Η περίοδος εκείνη ανέδειξε ένα από τα βασικά προβλήματα του Brexit: ακόμη και μετά το δημοψήφισμα, παρέμενε εξαιρετικά δύσκολο να συμφωνηθεί ποια ακριβώς μορφή θα έπρεπε να πάρει η έξοδος από την ΕΕ.Τη Μέι διαδέχθηκε ο Μπόρις Τζόνσον, ο οποίος ανέλαβε με το σύνθημα «Get Brexit Done», υποσχόμενος να ολοκληρώσει γρήγορα τη διαδικασία. Η κυβέρνησή του κατάφερε τελικά να εξασφαλίσει μια εμπορική συμφωνία με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ωστόσο, επρόκειτο για μια σχετικά περιορισμένη συμφωνία, η οποία δεν επανέφερε τις ελευθερίες και τα πλεονεκτήματα που είχε το Ηνωμένο Βασίλειο ως μέλος της ενιαίας αγοράς και της τελωνειακής ένωσης. Οι διαπραγματεύσεις άφησαν, παράλληλα, τις σχέσεις Λονδίνου και Βρυξελλών σε ένα ιδιαίτερα ψυχρό επίπεδο.
Η πολιτική κατάσταση στο Ηνωμένο Βασίλειο συνέχισε να χαρακτηρίζεται από αστάθεια. Ο Τζόνσον απομακρύνθηκε από την ηγεσία του Συντηρητικού Κόμματος στα μέσα του 2022, ύστερα από μια σειρά πολιτικών, οικονομικών και δεοντολογικών σκανδάλων. Η Λις Τρας που τον διαδέχθηκε παρέμεινε στην πρωθυπουργία μόλις 49 ημέρες, πριν αναγκαστεί να παραιτηθεί. Τον Οκτώβριο του 2022 ανέλαβε ο Ρίσι Σούνακ, ο οποίος επιχείρησε να βελτιώσει τις σχέσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση χωρίς, ωστόσο, να προχωρήσει σε ουσιαστική αλλαγή της βασικής αρχιτεκτονικής του Brexit.
Αυτή η πορεία έχει ιδιαίτερη σημασία για το ερώτημα αν θα μπορούσε σήμερα να υπάρξει μια αντιστροφή του Brexit. Η επιστροφή του Ηνωμένου Βασιλείου στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν θα ήταν απλώς η ακύρωση μιας προηγούμενης πολιτικής απόφασης. Θα απαιτούσε νέες διαπραγματεύσεις, πιθανότατα πολυετείς, και θα δημιουργούσε μια σειρά από δύσκολα οικονομικά και πολιτικά ζητήματα.
Τι θα σήμαινε επιστροφή στην ΕΕ
Από οικονομικής πλευράς, η επιστροφή σε στενότερη σχέση με την ΕΕ θα μπορούσε να περιορίσει ορισμένα από τα εμπόδια που δημιουργήθηκαν μετά το Brexit. Το εμπόριο με την Ευρωπαϊκή Ένωση έγινε πιο περίπλοκο, καθώς οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν πλέον τελωνειακές διαδικασίες, ελέγχους και διαφορετικούς κανονισμούς. Για μια οικονομία που εξακολουθεί να έχει την Ευρωπαϊκή Ένωση ως έναν από τους σημαντικότερους εμπορικούς εταίρους της, η μείωση αυτών των εμποδίων θα μπορούσε να έχει σημαντικές οικονομικές συνέπειες.Από την άλλη πλευρά, μια πλήρης επιστροφή στην ΕΕ θα είχε και κόστος. Το Ηνωμένο Βασίλειο θα έπρεπε να αποδεχθεί εκ νέου ένα σημαντικό μέρος των κοινών ευρωπαϊκών κανόνων και υποχρεώσεων. Θα έπρεπε επίσης να επαναπροσδιορίσει ζητήματα όπως η ελεύθερη κυκλοφορία ανθρώπων, η συμμετοχή στην ενιαία αγορά και η τελωνειακή ένωση, καθώς και η σχέση του με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Με άλλα λόγια, η αντιστροφή του Brexit δεν θα σήμαινε απλώς ότι το Ηνωμένο Βασίλειο θα επανέλθει στο καθεστώς που ίσχυε πριν από το δημοψήφισμα.
Πολιτικά, το ζήτημα θα ήταν ακόμη πιο σύνθετο. Το Brexit αποτέλεσε μία από τις πιο βαθιές πολιτικές διαιρέσεις στη σύγχρονη βρετανική ιστορία. Η αποχώρηση από την ΕΕ πραγματοποιήθηκε ύστερα από χρόνια αντιπαραθέσεων, κυβερνητικών κρίσεων και εκλογικών αναμετρήσεων. Μια απόφαση επιστροφής θα μπορούσε επομένως να αναζωπυρώσει τις ίδιες διαιρέσεις, αυτή τη φορά με αντίστροφη κατεύθυνση.
Για τον λόγο αυτό, μια πλήρης και άμεση «αντιστροφή» του Brexit θα ήταν δύσκολη. Πιο πιθανό ως πολιτική διαδικασία θα ήταν ένα σταδιακό μοντέλο επαναπροσέγγισης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το Ηνωμένο Βασίλειο θα μπορούσε να επιδιώξει περισσότερη συνεργασία στο εμπόριο, στην ασφάλεια, στην ενέργεια, στην έρευνα και στην κινητικότητα ανθρώπων, χωρίς να ζητήσει εξαρχής πλήρη επανένταξη.
Μια τέτοια εξέλιξη θα αποτελούσε ουσιαστικά μια προσπάθεια να αντιμετωπιστούν ορισμένες από τις οικονομικές συνέπειες του Brexit χωρίς να ακυρωθεί άμεσα η πολιτική απόφαση της αποχώρησης. Θα μπορούσε επίσης να επιτρέψει στις δύο πλευρές να αποκαταστήσουν σταδιακά την εμπιστοσύνη που χάθηκε κατά τα χρόνια των δύσκολων διαπραγματεύσεων.
Το βασικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο αν το Brexit μπορεί να αντιστραφεί. Είναι αν το Ηνωμένο Βασίλειο θα επιλέξει στο μέλλον να μειώσει την απόσταση που δημιούργησε η αποχώρηση από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η οικονομική πραγματικότητα μπορεί να λειτουργήσει ως κίνητρο για στενότερες σχέσεις, ενώ η πολιτική κληρονομιά του Brexit λειτουργεί ως σημαντικό εμπόδιο σε μια πλήρη επιστροφή.
Η ιστορία από το δημοψήφισμα μέχρι σήμερα δείχνει ότι το Brexit δεν ήταν μια απλή διαδικασία εξόδου. Ήταν μια μακρά πολιτική και οικονομική αναδιάρθρωση, η οποία οδήγησε σε αλλαγές στις εμπορικές σχέσεις, στην πολιτική ζωή και στις σχέσεις του Ηνωμένου Βασιλείου με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Επομένως, εάν κάποτε υπάρξει αντιστροφή, είναι πιθανό να μην παρουσιαστεί ως μια απλή «επιστροφή στο παρελθόν», αλλά ως μια νέα διαπραγμάτευση για το πώς θα πρέπει να είναι η σχέση της Βρετανίας με την Ευρώπη.
En