Μεγάλη ανησυχία έχει προκαλέσει ο ισχυρός σεισμός των 5,4 ρίχτερ ανοικτά του Αγίου Όρους, που ταρακούνησε την περιοχή.

Όπως εξήγησαν οι ειδικοί, πρόκειται για περιοχή με ιδιαίτερο σεισμολογικό ενδιαφέρον και ο συγκεκριμένος σεισμός δεν αποτελεί έκπληξη, αφού το επίκεντρό του αποτελεί συνέχεια του ρήγματος της Ανατολίας.

Πέραν τούτου, οι σεισμολόγοι είναι συγκρατημένοι και επιφυλακτικοί για τη χθεσινή σεισμική δόνηση στον Άγιο Όρος, εξηγώντας ότι είναι νωρίς για συμπεράσματα και θα χρειαστούν μέρες, ώστε να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα, από τη εξέλιξη της σεισμικής ακολουθίας, καθώς το ρήγμα είναι «ιδιαίτερη περίπτωση».

Πάντως, όπως εξήγησε ο κ. Παπαζάχος, δε θα πρέπει να υπάρχει ανησυχία για ενδεχόμενο τσουνάμι, αποκλείοντας την πιθανότητα αυτή, ακόμη και αν προκληθεί σεισμός μεγαλύτερης έντασης.


Πάνω από 30 μετασεισμοί ως τώρα - Νέα δόνηση τη νύχτα

Η σεισμική δραστηριότητα στην περιοχή, βέβαια, συνεχίζεται αδιάκοπα, αφού τη νύχτα, στις 00:32, σημειώθηκε νέος σεισμός 4,1 Ρίχτερ στον θαλάσσιο χώρο ανοιχτά του Αγίου Όρους.

Ο σεισμός καταγράφηκε 22 χιλιόμετρα νότια της πόλης του Άθου, με εστιακό βάθος 32,5 χλμ., σύμφωνα με το Γεωδυναμικό Ινστιτούτο του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών.

Αξίζει, μάλιστα, να σημειωθεί ότι μέχρι τώρα η σεισμική ακολουθία, μετά τον ισχυρό σεισμό των 5,4 Ρίχτερ στην περιοχή, είναι ιδιαίτερα έντονη, καθώς μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες είχαν καταγραφεί περισσότεροι από 30 μετασεισμοί, με τον πιο ισχυρό να είναι 4,5 Ρίχτερ.


Tι λένε οι σεισμολόγοι για το σεισμό ανοικτά του Αγίου Όρους

Ο διευθυντής του Γεωδυναμικού Ινστιτούτου καθηγητής Άκης Τσελέντης ανέφερε στο iefimerida.gr ότι η μετασεισμική ακολουθία του φαινομένου είναι φυσιολογική, όμως ακόμα είναι πολύ νωρίς για συμπεράσματα.

«Η περιοχή αυτή έχει μεγάλο σεισμολογικό ενδιαφέρον, γιατί αποτελεί την προέκταση του ρήγματος της Ανατολίας. Χαρακτηριστικά σας λέω ότι το 1965 είχε σημειωθεί δόνηση μεγέθους 5,9 Ρίχτερ, το 1982 δόνηση μεγέθους 6,4 Ρίχτερ και το 1983 δόνηση μεγέθους 6,8 Ρίχτερ», ανέφερε ο καθηγητής, επισημαίνοντας ότι παρακολουθεί το φαινόμενο.

Την εκτίμηση ότι θα σημειωθούν μετασεισμοί σε ένα ρήγμα το οποίο χαρακτηρίζεται ως «ιδιαίτερη περίπτωση» εξέφρασε στο ThessToday.gr ο καθηγητής Γεωλογίας και πρόεδρος του Οργανισμού Αντισεισμικού Σχεδιασμού και Προστασίας, Ευθύμης Λέκκας.

Ο κ. Λέκκας τόνισε ότι υπάρχει φόβος για πολλούς μετασεισμούς, ενώ εξέφρασε την ανησυχία του για το συγκεκριμένο ρήγμα της Ανατολίας, καθώς όπως εξηγεί στο παρελθόν έχει δώσει αρκετούς σεισμούς και δεν υπάρχει ξεκάθαρη εκτίμηση για το πώς θα συμπεριφερθεί. «Υπάρχει φόβος για πολλούς μετασεισμούς. Το θέμα είναι δεν ξέρω πώς θα συμπεριφερθεί το ρήγμα γιατί είναι ιδιαίτερη περίπτωση», τόνισε ο κ. Λέκκας, σημειώνοντας ότι «στο παρελθόν έχει δώσει πάρα πολλούς σεισμούς και χρειάζεται προσοχή. Οι μετασεισμοί θα σημειωθούν στο γύρο χώρο από Σιθωνία και Άγιο Όρος».

Το ρήγμα της Ανατολίας είναι μια μεγάλη τεκτονική πλάκα που κινείται με γρήγορο ρυθμό, με δυτική κατεύθυνση επηρεάζοντας τον Ανατολικό Ελληνικό χώρο, ιδίως το Aιγαίο πέλαγος.

Από τη μεριά του, ο καθηγητής Γεωφυσικής του ΑΠΘ, Κώστας Παπαζάχος, μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, δήλωσε ότι «στο Βόρειο Αιγαίο οι περισσότεροι σεισμοί είναι επιφανειακοί και παρατηρούμε συχνά μικρο-εξάρσεις. Είναι πολύ νωρίς ακόμη για να πούμε αν θα επιμείνει η ακολουθία, ή αν θα διευρυνθεί η δραστηριότητα στον χώρο», εξηγώντας πως το επίκεντρο του σεισμού ανήκει στη ζώνη της τάφρου του Βορείου Αιγαίου, που είναι συνέχεια του ρήγματος της Ανατολίας στο χώρο του Αιγαίου.

«Είναι μία μεγάλη ζώνη, που δίνει και πολύ ισχυρούς σεισμούς, οι περισσότεροι επιφανειακοί και στον θαλάσσιο χώρο. Περνάει νότια από τη Θάσο και τη Σαμοθράκη, βόρεια από τη Λήμνο, νότια από τις ακτές του Αγίου Όρους και φτάνει μέχρι τις Βόρειες Σποράδες […] είναι μία μεγάλη ρηξιγενής ζώνη, που αν δει κανείς τον χάρτη του πυθμένα στο Βόρειο Αιγαίο, χωρίς να είναι σεισμολόγος, θα μπορέσει σχετικά εύκολα να αναγνωρίσει το ρήγμα», ανέφερε ο καθηγητής.

Τα ρήγματα αυτά, συνέχισε, δεν προκαλούν τσουνάμι, ακόμη και σε ισχυρότερους σεισμούς, λόγω του συνδυασμού κανονικής και οριζόντιας μετατόπισης του ρήγματος, αλλά και του αυξημένου τους βάθους (10-15 χιλιόμετρα), με αποτέλεσμα να μη φτάνει η σεισμική διάρρηξη μέχρι την επιφάνεια.