Σοκαριστικές είναι οι αποκαλύψεις για τη νέα υπόθεση βιασμού αδελφών από τον ίδιο τους τον πατέρα στα Πετράλωνα

Η μητέρα των αδελφών, που κατήγγειλαν παράλληλα και την ίδια για συγκάλυψη, δηλώνει ότι έχει πράξει «ό,τι απαιτήθηκε για να αντιμετωπιστεί η κατάσταση αυτήν», σύμφωνα με το δικηγόρο της.

Μιλώντας στο Mega και την εκπομπή «Live News», ο δικηγόρος της μητέρας δήλωσε χαρακτηριστικά: «Η μητέρα δεν επιθυμεί να κοινοποιήσει τη θέση της στους τηλεοπτικούς σταθμούς, αλλά μόνο ενώπιον των αρμοδίων αρχών, όπως πράττει, δηλαδή να απευθύνεται στις αρμόδιες Αρχές ανελλιπώς από το έτος 2017 κι έπειτα. Ενδεικτικά αναφέρει τις αιτήσεις-αναφορές της τα έτη 2017, 2018 κι έπειτα προς την αρμόδια αρχή κατά του πατέρα των παιδιών της».



«Έχει ζητήσει την αφαίρεση της γονικής μέριμνας από τον πατέρα και τον αποκλεισμό του από την επικοινωνία του με τα παιδιά, η επιμέλεια των οποίων της έχει ανατεθεί με απόφαση. Έχει ζητήσει με εξώδικη όχληση προς τον φερόμενο ''συγγραφέα'' την άμεση επιστροφή του παιδιού στην οικία της μητέρας», συμπλήρωσε ο ίδιος.

Αξίζει να σημειωθεί ότι σε ανακοίνωσή της, η ΕΛΑΣ αναφέρει ότι ποτέ δεν υπήρξε καταγγελία σε αστυνομική υπηρεσία για την υπόθεση αυτήν.

Η ανακοίνωση της Αστυνομίας

Σχετικά με την υπόθεση των Πετραλώνων, από το Αρχηγείο της Ελληνικής Αστυνομίας διευκρινίζονται τα ακόλουθα:

«Για την υπόθεση δεν υπεβλήθη καταγγελία σε αστυνομική υπηρεσία, πλην όμως η διερεύνησή της από την Υποδιεύθυνση Προστασίας Ανηλίκων της Διεύθυνσης Ασφάλειας Αττικής ξεκίνησε, έπειτα από σχετική παραγγελία της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, τον Ιούλιο του 2018.

Έπειτα από ενδελεχή και επισταμένη έρευνα, την πραγματοποίηση όλων των προβλεπόμενων ανακριτικών πράξεων και πάντα σε συνεργασία με την Εισαγγελία, η δικογραφία υπεβλήθη περαιωμένη τον Νοέμβριο του 2019, ενώ νεότερη παραγγελία για την υπόθεση περιήλθε στην ανωτέρω υπηρεσία τον προηγούμενο μήνα (Οκτώβριος 2022).

Σημειώνεται ότι η Υποδιεύθυνση Προστασίας Ανηλίκων χειρίζεται τη συγκεκριμένη υπόθεση με τον δέοντα σεβασμό και την αρμόζουσα ευαισθησία, εφαρμόζοντας σε κάθε περίπτωση τους νόμους και τις επιταγές του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, σύμφωνα πάντα με τις κατευθύνσεις των αρμόδιων εισαγγελικών αρχών.