Την αναβάθµιση της λειτουργίας της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (ΕΥΠ) προωθεί η κυβέρνηση µε το υπό ψήφιση νοµοσχέδιο των υπουργών Επικρατείας και ∆ικαιοσύνης.

Στο προτεινόµενο πλαίσιο, διοικητής θα ορίζεται πρόσωπο που θα προέρχεται από το διπλωµατικό σώµα ή θα έχει υπηρετήσει ως ανώτατος αξιωµατικός στις Ένοπλες ∆υνάµεις ή στα Σώµατα Ασφαλείας. Επίσης, θα δηµιουργηθούν Ακαδηµία Πληροφοριών και Αντικατασκοπείας για την εξειδίκευση του προσωπικού, καθώς και Μονάδα Εσωτερικού Ελέγχου ως εποπτικό όργανο των υπαλλήλων και των διευθύνσεων της υπηρεσίας. Πρόσθετοι ρόλοι ανατίθενται στην Αρχή Ασφάλειας Πληροφοριών (INFOSEC) της ΕΥΠ, ως αρµόδια πλέον για τη σύνταξη πολιτικών ασφαλείας και οδηγιών διαχείρισης των διαβαθµισµένων πληροφοριών σε όλα τα δίκτυα και τους χώρους της προεδρίας της κυβέρνησης και των υπουργείων, σε συνεργασία -φυσικά- µαζί τους, καθώς και για τη συνεχή ενηµέρωσή τους σε θέµατα ασφάλειας. Επίσης, καταργείται η δυνατότητα απόρρητων συµβάσεων στο Κέντρο Τεχνολογικής Υποστήριξης, Ανάπτυξης και Καινοτοµίας (ΚΕΤΥΑΚ), ενός φορέα της ΕΥΠ ο οποίος συστάθηκε και εγκαταστάθηκε στην Αγία Παρασκευή προ τριετίας περίπου και διαχειρίζεται κυρίως κοινοτικούς πόρους.

Στο θέµα της κυβερνοασφάλειας, συστήνεται επιτροπή συντονισµού, που βάζει υπό την «οµπρέλα» της όλες τις (πολλές και διάσπαρτες) δοµές ανά την επικράτεια. Το νέο όργανο θα εποπτεύει, θα καθορίζει αρµοδιότητες και θα διευθετεί διαφορές µεταξύ:

α) της Γενικής ∆ιεύθυνσης Κυβερνοασφάλειας της Γενικής Γραµµατείας Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδροµείων του υπουργείου Ψηφιακής ∆ιακυβέρνησης, που έχει ορισθεί ως Εθνική Αρχή της Κυβερνοασφάλειας,

β) της ∆ιεύθυνσης Κυβερνοάµυνας του ΓΕΕΘΑ, που έχει ορισθεί ως αρµόδια οµάδα απόκρισης για συµβάντα που αφορούν την ασφάλεια υπολογιστών,

γ) της ∆ιεύθυνσης Κυβερνοχώρου της ΕΥΠ ως οµάδας αντιµετώπισης ηλεκτρονικών επιθέσεων (Εθνικό CERT)

και δ) της Ελληνικής Αστυνοµίας.

Οι αρµοδιότητες της επιτροπής είναι να παρέχει κατευθύνσεις σε περίπτωση εξαιρετικού συµβάντος, που ενέχει στρατηγικό κίνδυνο, να παρακολουθεί και να αξιολογεί την υλοποίηση της Εθνικής Στρατηγικής Κυβερνοασφάλειας, να εγκρίνει το Εθνικό Σχέδιο Εκτακτης Ανάγκης και να εισηγείται στο ΚΥΣΕΑ οποιοδήποτε θέµα άπτεται της κυβερνοασφάλεια.

Ενστάσεις

Βεβαίως, όπως προκύπτει από εκτενές ρεπορτάζ των «Παραπολιτικών», υπάρχουν πολλές σηµειώσεις και ενστάσεις για σηµεία χρήζοντα περαιτέρω επεξεργασίας, µεταξύ των οποίων είναι:

1) Λήψη πρόσθετων µέτρων ελέγχου όσων αποπέµπονται ή αντικαθίστανται όταν έχει ανακύψει ζήτηµα κακοδιοίκησης από πλευράς τους (περίπτωση Κοντολέοντος). Να µη γίνονται, δηλαδή, δεκτές οι παραιτήσεις τους έως ότου ξεδιαλυθούν τα ζητήµατα.

2) Κανένας περιορισµός, ως ισχύει άλλωστε και ουδέποτε έχει θιγεί, για τα προσόντα των διοικητών και υποδιοικητών, αφού ζητούµενο για τέτοιες θέσεις δεν είναι η επιστηµονική επάρκεια ή το δηµοσιοϋπαλληλικό παρελθόν, αλλά η αφοσίωση στον εθνικό στόχο, η συνεργασία µε τον πρωθυπουργό, η ευρεία κοινωνική γνώση, η εξοικείωση µε σκληρές συνθήκες και βεβαίως η εχεµύθεια. Αλλωστε, τόσο ο Π. Κοντολέων όσο και οι προκάτοχοί του, Γ. Ρουµπάτης και Θ. ∆ραβίλλας, δεν προέρχονταν ούτε από τις Ενοπλες ∆υνάµεις ούτε από το διπλωµατικό σώµα.

3) Ειδικό πλαίσιο εντοπισµού και άµεσης σύλληψης ακόµα και για όσους υπάρχουν ενδείξεις διακίνησης υποκλαπέντος υλικού, όπως ισχύει για τους χρήστες - διακινητές ναρκωτικών και για τους υπόπτους τέλεσης ειδεχθών εγκληµάτων.

4) Συνεργασία της υπηρεσίας µε εξειδικευµένα πανεπιστήµια του εξωτερικού ή του εσωτερικού (Citizen Lab, Πανεπιστήµιο της Αθήνας, Πολυτεχνείο κ.λπ.) για την προµήθεια κατασκοπευτικών λογιστικών, ώστε να πιστοποιούνται επιστηµονικώς οι προδιαγραφές τους, τις οποίες ακολούθως θα επικυρώνει το Συµβούλιο της Επικρατείας.

Μιλώντας στα «Π», στελέχη της Λ. Κατεχάκη εξηγούν ότι οι αντίστοιχες υπηρεσίες όµορων χωρών, της Βουλγαρίας, της Σερβίας, της Τουρκίας ή της Αιγύπτου, «δεν δηµοσιοποιούν ποτέ στοιχεία για τους επικεφαλής των». Και συνεχίζουν: «Αναφέρουν -και αν- το όνοµα του διοικητή παρουσιάζοντας σύντοµο βιογραφικό του, κυρίως για την πρότερη πολεµική του δράση, ενώ παράλληλα λειτουργούν κλάδοι πληροφοριών στις Ενοπλες ∆υνάµεις, στα τελωνεία κ.τ.λ.»

Οσο δε για τη συµµετοχή του προέδρου της Βουλής στις αποφάσεις άρσης του απορρήτου των πολιτικών προσώπων, έγκριτοι νοµικοί και βουλευτές από όλα τα κόµµατα εκφράζουν τη βεβαιότητα ότι θα ανακύψουν αξεπέραστα πολιτικά προβλήµατα. Και τούτο διότι ο πρόεδρος της Βουλής είναι εκλεγµένος βουλευτής και έως σήµερα «προτείνεται µεν από την κυβέρνηση, ωστόσο συνηθίζεται να υπερψηφίζεται και από πολλούς βουλευτές της αντιπολίτευσης. Εάν λοιπόν του ζητηθεί να συνυπογράψει την παρακολούθηση συναδέλφου του από την αντιπολίτευση ή και από την κυβέρνηση, αυτοµάτως η πολιτική ζωή θα κυλιστεί στον βούρκο των αντιπαραθέσεων περί πολιτικών διώξεων»

Τέλος, απορριπτέα από όλες τις πτέρυγες χαρακτηρίζεται η πρόταση για ενηµέρωση του υποκειµένου σε παρακολούθηση «µετά την πάροδο τριών ετών από την παύση της».

Δημοσιεύτηκε στα ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ στις 19/11