Μαραθώνια είναι η διαδικασία των απολογιών των κατηγορουμένων για την υπόθεση της δολοφονίας του Αντώνη Καργιώτη στο λιμάνι του Πειραιά.

Πρώτα απολογήθηκαν οι τρεις κατηγορούμενοι που οδηγήθηκαν στα δικαστήρια του Πειραιά, ο ναύκληρος, ο πλοίαρχος και ο ύπαρχος, και στη συνέχεια η ανακρίτρια και η εισαγγελέας μετέβησαν στο Θριάσειο όπου νοσηλεύεται ο τέταρτος κατηγορούμενος, ο υποπλοίαρχος. Η διαδικασία αναμενόταν να ολοκληρωθεί τα ξημερώματα.

Νωρίτερα, ασκήθηκε συμπληρωματική δίωξη για το αδίκημα της θανατηφόρας έκθεσης σε κίνδυνο στον πλοίαρχο του πλοίου.

Το βαρύτερο κατηγορητήριο στην υπόθεση αντιμετωπιζει ο ύπαρχος του Blue Horizon ο οποίος κατηγορείται ότι έριξε τον 36χρόνο στη θάλασσα.

Ο βασικός κατηγορούμενος στην υπόθεση, επιχείρησε, στην απολογία του, να αντικρούσει το βαρύτατο κατηγορητήριο που του έχει απαγγελθεί και αφορά το αδίκημα της ανθρωποκτονίας με ενδεχόμενο δόλο. Ο κατηγορούμενος σύμφωνα με πληροφορίες ισχυρίστηκε στην απολογία του ότι έσπρωξε τον Αντώνη δύο φορές, μία από τα δεξιά και μία μετά στο κέντρο όταν ο ίδιος κάνει κυκλωτική κίνηση ενώ την τρίτη φορά είχε παρατεταμένα τα χέρια για να μην περάσει. «Την τρίτη φορά που προσπάθησε να ανέβει δεν τον ακούμπησα. Πάτησε στο νύχι του καταπέλτη. Έχασε την ισορροπία του κι αυτός κι εγώ. Εκείνος έπεσε. Κι εγώ κινδύνεψα να πέσω δύο φορές. Την πρώτη φορά φοβήθηκα, την δεύτερη ήθελα να πέσω να βοηθήσω αλλά είχε ήδη απομακρυνθεί το πλοίο» φέρεται να ανέφερε ο κατηγορούμενος ενώ υποστήριξε ότι επιχείρησε να βοηθήσει τον Αντώνη, αλλά είχε ήδη φύγει από τη ζωή.



Σύμφωνα με πληροφορίες, ωστόσο, το κατηγορητήριο το οποίο έχει συνταχθεί από την ανακρίτρια σε βάρος του, του αποδίδει πως ευρισκόμενος σε «ήρεμη ψυχική κατάσταση» με «ανθρωποκτόνο δόλο» σκότωσε τον Αντώνη.

Συγκεκριμένα κατά πληροφορίες, στο κατηγορητήριο αποδίδεται στον υπάρχο: «όταν αντελήφθης ότι ο Αντώνης Καριώτης ανέβηκε τρέχοντας στην ράμπα επιβίβασης οχημάτων με σκοπό να επιβιβαστεί στο πλοίο, άρχισες να εξωθείς αυτόν σπρώχνοντας και τραβώντας τον με τα χέρια σου προς την προβλήτα και ενώ ο τελευταίος επανερχόταν επανειλημμένως σε μία διαρκή προσπάθεια του να επιβιβαστεί, εσύ επέμεινες συνεχίζοντας τις επανειλημμένες ωθήσεις σου σπρώχνοντας και τραβώντας τον με τα χέρια προς την προβλήτα φωνάζοντας του «έξω ρε», μολονότι στο μεταξύ είχαν ήδη τεθεί σε λειτουργία οι μηχανές του πλοίου και αυτό είχε ήδη αρχίσει να απομακρύνεται από την προβλήτα με αποτέλεσμα ο Αντώνης Καριώτης, υφιστάμενος την ως άνω σωματική βία από εσένα να πέσει στο κενό που δημιουργήθηκε εκ της κίνησης του πλοίου, μεταξύ της προβλήτας και του ως άνω καταπέλτη (ράμπας), ο οποίος ακόμη δεν είχε ανελκύσει και ασφαλιστεί και να βρεθεί στη θάλασσα στο σημείο που αναδύονταν τα ύδατα έμπροσθεν των μηχανών του πλοίου (στην πρύμνη).

Νωρίτερα ο καπετάνιος στο απολογητικό υπόμνημά του ανέφερε: «Δηλώνω συντετριμμένος κι άμα συγκλονισμένος από τον αδόκητο θάνατο του νεαρού συνανθρώπου μας κι αισθάνομαι την ανάγκη να εκφράσω από τα βάθη της καρδιάς μου τα θερμά μου συλλυπητήρια στην οικογένεια του εκλιπόντος» ανέφερε ο πλοίαρχος στο υπόμνημα του.

Ο ναυτικός περιέγραψε στο απολογητικό του υπόμνημα πως βρισκόταν στη γέφυρα εκείνη την ώρα. «Ως έχω καταγράψει αναλυτικά και στο ημερολόγιο γέφυρας του πλοίου, το οποίο έχει κατασχεθεί και συνακόλουθα εγχειριστεί νόμιμα στην δικογραφία, εγώ ήδη από τις 20.30 μμ της 5-9-2023 ευρισκόμουν στην γέφυρα του πλοίου από κοινού με λοιπούς συναδέρφους μου αξιωματικούς και μη (μερικοί εκ των οποίων έχουν ήδη καταθέσει στα πλαίσια της αστυνομικής προανάκρισης) και προετοιμάζαμε τον απόπλου του, που είχε καθοριστεί για τις 21.00 μμ. κι ο οποίος καθυστέρησε περί τα 10’ λόγω φόρτωσης οχημάτων. Περί ώρα 21.09 μμ κι ενώ είχε ολοκληρωθεί (κι ανακοινωθεί προσηκόντως) η διαδικασία ασφαλούς φόρτωσης των οχημάτων κι επιβίβασης όλων των επιβατών, ζήτησα μέσω του ch 13 του Piraeus Marine Traffic από το Κέντρο Ελέγχου Κυκλοφορίας Πλοίων άδεια απόπλου, την οποία έλαβα στις 21.12 μμ με προορισμό το λιμάνι του Ηρακλείου.
Στις 21.13 μμ ενημερώθηκα από τους αξιωματικούς πρήμνης και καταπέλτη ότι το πλοίο είχε αποδεθεί. Έπειτα επικοινώνησα εκ νέου με τον ύπαρχο που ευρίσκετο στον καταπέλτη, ο οποίος αφού με διεβεβαίωσε ότι είμαστε έτοιμοι να φύγουμε κι όλα έχουν καλώς, έδωσα εντολή μέσω vhf να σηκώσουν καταπέλτη, απαντώντας μου χαρακτηριστικά «βίρα καταπέλτης, κάπτεν φεύγουμε»».
Στη συνέχεια ο καπετάνιος περιέγραψε πως «Περί τις 21.14 μμ άκουσα τον ευρισκόμενο στην πρήμνη Ύπαρχό μου να φωνάζει έντονα μέσω vhf «κάπτεν, κάπτεν», κατάλαβα ότι κάτι ασυνήθιστο συμβαίνει στην πλευρά της πρήμνης του καραβιού, εντελώς ανακλαστικά κοίταξα την οθόνη που απεικονίζει τον καταπέλτη (μόνιτορ 13) και το μόνο πράγμα που ίσα – ίσα, ελάχιστα πρόλαβα να δώ, ήταν ένα άνθρωπο να πέφτει στην θάλασσα. Σας δηλώνω υπεύθυνα ότι εγώ, απασχολούμενος με την διαδικασία απόπλου του πλοίου, η οποία είναι πολυσύνθετη και δαιδαλώδης, αναγκάζομαι να κοιτάω - και μόνο - την πλώρη του πλοίου και να συντονίζω ταυτόχρονα το προσωπικό της γέφυρας, έχοντας εμπιστοσύνη ότι το μεν τα εμπειρότατα στελέχη μου (πρήμνης, καταπέλτη, καταστρώματος) θα πράξουν τα δέοντα, σύμφωνα με τα διεθνώς παραδεδεγμένα στην ναυσιπλοΐα και με βάση την εκπαίδευση και την πείρα τους, το δε η αρμόδια εποπτεύουσα Λιμενική Αρχή θα είχε μεριμνήσει, ως ώφειλε, για την διασφάλιση της διακοπής της κυκλοφορίας και της εν γένει προσέγγισης από και προς το πλοίο και μέχρι την απομάκρυνσή του και κατά τούτο ΔΕΝ υπέπεσε στην αντίληψή μου καμία προγενέστερη διαμάχη μεταξύ του προσωπικού καταπέλτη και του θανόντος. Ακαριαία έδωσα εντολή στον ανθυποπλοίαρχό μου να μειώσει ταχύτητα και ισχύ μηχανών στην απειροελάχιστη πηδαλιουχική δύναμη (αναλύω παρακάτω τους λόγους) και να ενημερώσει ΆΜΕΣΑ μέσω vhf ch 13 το Piraeus Marine Traffic και ταυτόχρονα να καλέσει και τηλεφωνικά το Α’ Λιμενικό Τμήμα του Λιμεναρχείου Πειραιά, ως επιτάσσεται από το πρωτόκολλο ενεργειών, πράγμα το οποίο έγινε, ενώ μίλησα και ο ίδιος τηλεφωνικά με το παραπάνω τμήμα. Ειλικρινά, Σας διαβεβαιώ ότι μέχρι εκείνη την στιγμή ΔΕΝ γνώριζα τι ακριβώς είχε συμβεί και μάλιστα φώναζα στο vhf στους ευρισκόμενους στον καταπέλτη αξιωματικούς «Ρε παιδιά τι γίνεται εκεί…;».

Όπως τόνισε ο πλοίαρχος στη συνέχεια περίμενε οδηγίες από τη λιμενική αρχή ενώ επισημαίνει ότι έδωσε εντολή το πλοίο να πηγαίνει με την ελάχιστη ταχύτητα.
«Εν συνεχεία κι αφού είχα πράξει lege artis, ήτοι είχα ειδοποιήσει την εποπτεύουσα και προϊσταμένη αρχή μου, ήτοι το Λιμεναρχείο Πειραιά και το Κέντρο Ελέγχου Κυκλοφορίας Πλοίων, ανέμενα απλώς οδηγίες κι εντολές για την περαιτέρω συμπεριφορά μου, ως άλλωστε επιτάσσει το πρωτόκολλο / μνημόνιο ενεργειών, σύμφωνα με το οποίο τον πρώτο και τελευταίο λόγο εντός του λιμένα τον έχει το κέντρο επιχειρήσεων. Σημειώνω στο σημείο αυτό (επειδή έχει γίνει πολύς λόγος γιατί δεν έκανα άμεσα κράτη τις μηχανές και γιατί δεν ακινητοποίησα το πλοίο) ότι έδωσα εντολή στους υφισταμένους μου να ορίσουν την ελάχιστη δυνατή πηδαλιουχική ταχύτητα με κατεύθυνση προς την έξοδο του λιμένος, διότι σε διαφορετική περίπτωση το πλοίο θα έμενε ακυβέρνητο ΜΕ ΟΡΑΤΟ ΚΑΙ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΟ ΚΙΝΔΥΝΟ ΖΩΗΣ του πολυπληθούς πληρώματος και των εκατοντάδων επιβατών τόσο του πλοίου που κυβερνούσα εγώ όσο και λοιπών σκαφών ευρισκόμενων στο λιμένα του Πειραιώς, ένεκα του σοβαρού ενδεχομένου πρόσκρουσης είτε στον λιμενοβραχίονα, είτε στα ελλιμενισμένα σκάφη, είτε στον ντόκο, με περαιτέρω βάσιμο κι ορατό κίνδυνο συνθλίψεως του ανθρώπου που για άγνωστο σε μένα - μέχρι την στιγμή εκείνη – λόγο είχε βρεθεί στην θάλασσα. Ειλικρινά, βρέθηκα εντελώς αιφνιδιαστικά σε πρόδηλη κατάσταση ανάγκης και τραγικό ηθικό δίλημμα, καταληφθείς εντωμεταξύ από ταχύτατα αναπτυσσόμενα αισθήματα αγωνίας, άγχους και απογοήτευσης κι έπραξα αυτό που μού υπέδειξε εκείνη την στιγμή το ένστικτο και η εμπειρία μου, προς αποφυγή διακινδυνεύσεως και βλάβης υπέρτερων ποιοτικά και ποσοτικά εννόμων αγαθών».

Στη συνέχεια όπως είπε στις 21:42 έλαβα εντολή το πλοίο να κάνει διακόψει τον πλου, περιγράφοντας: «Περί τις 21.42 μμ, ήτοι περί τα 30’ μετά την αρχική μου επικοινωνία με το Κέντρο Ελέγχου Κυκλοφορίας Πλοίων και με το Α’ Λιμενικό Τμήμα, έλαβα εντολή για διακοπή πλού και αναμονή περαιτέρω οδηγιών, πράγμα που έπραξα άμεσα δίδοντας τις αντίστοιχες εντολές στο προσωπικό της γέφυρας και περί τις 22.01 μμ, ήτοι περί τα 45’ μετά την αρχική μου επικοινωνία έλαβα τηλεφωνική εντολή από τον ίδιο τον Κεντρικό Λιμενάρχη Πειραιά για επιστροφή του πλοίου στο λιμάνι του Πειραιά, πράγμα το οποίο έπραξα άμεσα» αναφέρει ο πλοίαρχος.
 
Ο καπετάνιος επανέλαβε τη συντριβή του για το θάνατο του Αντώνη και καταλήγει: «Κατανοώ πλήρως τις κοινωνικά επώδυνες συνέπειες του υπόψη βιοτικού συμβάντος και την ανάγκη για συμβολικές αντιδράσεις. Πλην όμως, στην περίπτωσή μου τυγχάνουν εφαρμοστέοι όλοι εκείνοι οι νομολογιακά διαμορφωμένοι αντενδείκτες δόλου και τελικά ενδεχόμενα αποδοχής ασυνείδητης ή / και ενσυνείδητης αμέλειας σε περίπτωση που καταγνωσθεί κάποια ενέργεια ή παράλειψή μου που αντιστρατεύεται το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας και δη κάποιον πρωτεύοντα κανόνα επιμελούς διεξαγωγής ενός εγχειρήματος (νομοθετική διάταξη, διεθνώς παραδεδεγμένοι κανόνες της επιστήμης της ναυτιλίας, γενικοί εμπειρικοί κανόνες, συναλλακτικά ήθη) που οριοθετεί το καθήκον σώφρονης συμπεριφοράς επιμελούς προσώπου».