Αποστολή στη Βουλγαρία: ΑΝΘΗ ΒΟΥΛΓΑΡΗ
voulgari.anthi@gmail.com

Φωτ.: ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΡΑΣΣΙΑΣ

Οι Έλληνες μεταναστεύουν στη Βουλγαρία για μια καλύτερη ζωή! Μέχρι και πριν από μερικά χρόνια περνούσαν τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα για εκδρομή, καφέ και ψώνια, σήμερα όμως τα πράγματα έχουν αλλάξει δραματικά. Ετσι, σε αρκετές πόλεις της γειτονικής χώρας, που απέχουν μόνο μία ώρα από την Ελλάδα, το ελληνικό στοιχείο ολοένα και αυξάνεται. Συνταξιούχοι, άνεργα ζευγάρια και βιοτέχνες συνθέτουν τη μικρή ελληνική κοινότητα, που καθημερινά μεγαλώνει.

Το ταξίδι μας για το Σαντάνσκι ξεκίνησε νωρίς το πρωί. Στις 7.30 βρισκόμασταν στην ουρά για το γκισέ του πρακτορείου, προκειμένου να εξασφαλίσουμε το εισιτήριό μας. Ελληνες φοιτητές, Βούλγαροι που ζουν στην Ελλάδα και Θεσσαλονικείς που ήθελαν να κάνουν τα ψώνια τους στη Βουλγαρία ταξίδευαν μαζί μας, στις διπλανές θέσεις. Ο οδηγός του λεωφορείου μιλούσε σπαστά ελληνικά. Το ίδιο και ο συνοδηγός, ο οποίος μας προσέφερε κρουασάν και ένα ποτήρι πορτοκαλάδα για να μας καλωσορίσει.

Το ταξίδι μας διήρκεσε περίπου τρεισήμισι ώρες. Αφού έγινε ο απαραίτητος έλεγχος στα σύνορα, με την επίδειξη της ταυτότητάς μας, πολύ σύντομα βρεθήκαμε στο Σαντάνσκι. «Θα βρείτε πολλούς Ελληνες. Μην αγχώνεστε», μας λέει ένας νεαρός φοιτητής. «Σπουδάζω στη Σόφια και τον τελευταίο καιρό βλέπω ότι ανεβαίνουν όλο και περισσότεροι Ελληνες, για να μείνουν μόνιμα. Είναι κυρίως νεαρά ζευγάρια ή συνταξιούχοι, που μπορούν να τα βγάλουν πέρα καλύτερα στη Βουλγαρία», συνέχισε και, όπως διαπιστώσαμε στη συνέχεια, είχε απόλυτο δίκιο. Με το που κατεβήκαμε από το πούλμαν βρήκαμε ένα ταξί για να μας μεταφέρει στο κέντρο της πόλης. Ο οδηγός ήταν Ελληνας και τον έλεγαν Γιώργο. «Οι γονείς μου είναι Ελληνες. Εγώ γεννήθηκα στην Ελλάδα, αλλά από πολύ μικρός ήρθα και μεγάλωσα εδώ. Η ζωή στη Βουλγαρία είναι φθηνή, το ίδιο και τα εργατικά χέρια. Οι Ελληνες έρχονται για να ψωνίσουν και να πάνε στους γιατρούς», μας είπε και μας έδειξε πού να κινηθούμε για να βρούμε κόσμο να μας μιλήσει.

ΣΤΟΝ ΟΔΟΝΤΙΑΤΡΟ. Ακολουθώντας τις οδηγίες του ταξιτζή, βρεθήκαμε στο οδοντιατρείο του Αιμίλιου. Μας υποδέχτηκε ένας ψηλός, ευγενής Βούλγαρος γιατρός, ο οποίος μιλούσε αρκετά καλά ελληνικά. Εκείνη την ώρα, από το ιατρείο του έβγαινε ένα ζευγάρι Ελλήνων, οι οποίοι είχαν έρθει από τις Σέρρες. «Εδώ η γέφυρα κοστίζει 30 ευρώ και σε δύο επισκέψεις θα έχουμε τελειώσει.

Στην Ελλάδα είναι πιο ακριβά, παρόλο που χρησιμοποιούμε τα ίδια υλικά», μας εξήγησε ο οδοντίατρος. «Καθημερινά έρχεται κόσμος από την Ελλάδα. Από την Αθήνα, τον Βόλο, την Αρτα, τη Θεσσαλονίκη. Ερχονται από απλούς εργάτες και υπαλλήλους μέχρι επιχειρηματίες. Εχω πελάτες και μερικούς πολιτικούς της Μακεδονίας και έναν δήμαρχο», μας είπε γελώντας, χωρίς όμως να αποκαλύψει την ταυτότητά τους.

Ανηφορίζοντας τον πεζόδρομο του Σαντάνσκι, πέσαμε επάνω σε Ελληνες που έπιναν το καφεδάκι τους. Ετυχε την Τετάρτη, οπότε και βρεθήκαμε εκεί, να είναι αργία, αφού οι Βούλγαροι γιορτάζουν τον Αγιο Γεώργιο στις 6 Μαΐου. «Ελάτε να σας κεράσουμε ένα καφεδάκι, να σας πούμε τον πόνο μας», μας είπε ο Γιώργος και ξετύλιξε το κουβάρι της ζωής του: «Είχα βιοτεχνία ρούχων στην Κατερίνη. Ξαφνικά, μετά την κρίση, με έπνιξαν τα χρέη. ΦΠΑ, ΤΕΒΕ… τα γνωστά. Δεν έβγαινα οικονομικά και έτσι αποφάσισα να έρθω στο Σαντάνσκι. Εδώ το κράτος προστατεύει τον βιοτέχνη. Οι μισθοί του προσωπικού είναι χαμηλοί και μπορούμε και δουλεύουμε. Κάνω εξαγωγές στην Ελλάδα και στην Ιταλία». Στο ίδιο τραπέζι καθόταν ο κ. Ντίνος, ο οποίος έχει και αυτός δική του βιοτεχνία. «Εφυγα από την Ελλάδα σχεδόν κυνηγημένος. Εχω ακόμη χρέη, αλλά προκειμένου να γλυτώσω και να μην κάνω κακό στον εαυτό μου ήρθα εδώ. Αυτό είναι όλο. Από τη μια στιγμή στην άλλη, άλλαξε η ζωή μου», μας είπε χαρακτηριστικά. Ο κύριος Κώστας είναι από τους Ελληνες που πήγαν πρώτοι στο Σαντάνσκι. Εχει και αυτός βιοτεχνία, που φτιάχνει πουκάμισα: «Η οικογένειά μου ζει στην Ελλάδα. Είναι δύσκολο να μένει κανείς μακριά από τη γυναίκα του, τα παιδιά του και τα εγγόνια του, αλλά κάπως πρέπει να ζήσουμε και ο μόνος τρόπος είναι αυτός».

ΚΑΦΕΝΕΙΟ. Εντονο είναι το φαινόμενο των συνταξιούχων που μετακομίζουν μόνιμα στο Σαντάνσκι. Τον τελευταίο καιρό έχει ανοίξει εκεί και ένα ελληνικό καφενείο, όπου μαζεύονται όλοι και περνούν την ώρα τους. «Στην Ελλάδα η σύνταξή μου είναι 300 ευρώ. Εδώ ισοδυναμεί με 600 λεβ. Οταν ο μισθός Βουλγαρίας είναι 300 λεβ, τα 600 είναι πολύ καλά χρήματα για να ζει κανείς», μας είπε ο κ. Γαβριήλ, ο οποίος κατάγεται από τη Χαλκιδική, και συμπλήρωσε: «Ζω εδώ τα τελευταία τρία χρόνια. Τα παιδιά μου είναι στην Ελλάδα και πηγαινοέρχομαι συχνά. Η σύζυγός μου πέθανε και έχω σύντροφο μια Βουλγάρα. Εχει δικό της σπίτι εδώ και ζούμε μια χαρά».


«Τι κατάλαβα τόσα χρόνια στο Πέραμα;»


Ο κ. Βαγγέλης κατάγεται από το Πέραμα και μετακόμισε πρόσφατα στο Σαντάνσκι. «Τα μάζεψα και ήρθα. Εχω πολύ θυμό μέσα μου για αυτούς που μας κυβερνάνε. Στην Ελλάδα δεν ζεις με τη σύνταξη. Εδώ τουλάχιστον έχεις μια πολύ καλή ποιότητα ζωής. Χρόνια εργαζόμουν στη ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη του Περάματος. Πολλή και σκληρή δουλειά. Τι κατάλαβα; Αναγκάστηκα να γίνω μετανάστης στα γεράματα», μας είπε οργισμένος.

Ο κύριος Λουκάς κατάγεται από τη Δράμα και, όπως μας εξομολογήθηκε, έχει μετακομίσει με τη σύζυγό του μόνιμα στο Σαντάνσκι: «Ερχόμασταν εδώ για ψώνια. Παίρναμε απορρυπαντικά, χαρτικά, μακαρόνια, κονσέρβες και κρέας. Ετσι αποφασίσαμε να μείνουμε και μόνιμα, αντί να πηγαινοερχόμαστε. Εδώ είμαστε μια χαρά και μπορούμε να βοηθάμε κάπως τα παιδιά μας».


Παρόμοια είναι και η ιστορία του ιδιοκτήτη της ελληνικής ταβέρνας στο Σαντάνσκι, ο οποίος δούλευε ως σεφ στη Σουηδία: «Αφού βγήκα στη σύνταξη, είδα πως δεν μπορούσα να αντεπεξέλθω οικονομικά στην Ελλάδα και έτσι ήρθα εδώ. Ανοιξα το δικό μου εστιατόριο και ζω αξιοπρεπώς. Σε εμένα τρώνε κυρίως Ελληνες, γιατί για τους Βούλγαρους θεωρούμαι ακριβό εστιατόριο. Για παράδειγμα, η μακαρονάδα μου έχει 2 λεβ, δηλαδή 1 ευρώ, αλλά στο διπλανό εστιατόριο κοστίζει 1 λεβ, μισό ευρώ, που για αυτούς είναι μεγάλη διαφορά». Αρκετοί από τους συνταξιούχους ερωτεύτηκαν Βουλγάρες και ζουν μαζί τους στη χώρα τους. «Η γυναίκα μου είναι 24 χρόνια μικρότερή μου. Είμαι 70 χρόνων και αυτή 46. Περνάμε μια χαρά. Εχει το σπίτι της, έχω τη σύνταξή μου και είμαστε άρχοντες εδώ. Καμιά φορά έχω την πεθερά μέσα στα πόδια μου, αλλά τι να κάνω;», μας είπε γελώντας ο κ. Χρήστος.


Ο κ. Στέφανος κατάγεται από τη Σάμο. Βρέθηκε στο Σαντάνσκι από ερωτική απογοήτευση. «Στο νησί μου ήμουν αρκετά ευκατάστατος. Δυστυχώς, την πάτησα από τη σύζυγό μου», μας είπε και μας άνοιξε και άλλο την καρδιά του: «Το ανέκδοτο με τον υδραυλικό το ξέρετε; Από υδραυλικό την έχασα. Ετσι, άφησα την περιουσία μου στα παιδιά μου και ο δρόμος με έφερε εδώ. Τώρα είμαι υπάλληλος. Επειδή χρώσταγα στην Εφορία, δεν μπορώ να πάρω τη σύνταξή μου. Εκανα ρύθμιση με 100 δόσεις, αλλά μου είπαν πως έχω δικαίωμα να την πάρω, όταν ξοφλήσω. Μέχρι τότε μπορεί και να μη ζω».

Αλλη μία κατηγορία Ελλήνων στο Σαντάνσκι είναι τα άνεργα ζευγάρια από την Ελλάδα. «Εδώ με 600 λεβ μπορεί να ζήσει ένα ζευγάρι. Αν κάνουν και ένα παιδάκι, έχουν αμέσως ένα μικρό επίδομα. Επίσης, ένα πολύ μικρό επίδομα παίρνει κανείς αν έχει γάτα ή σκύλο, διότι τα κατοικίδια θεωρούνται μέσο ψυχοθεραπείας», μας εξήγησαν οι Ελληνες μόνιμοι κάτοικοι Βουλγαρίας. Κάθε Σάββατο ο πεζόδρομος του Σαντάνσκι γεμίζει από Ελληνες που ανεβαίνουν για να ψωνίσουν κυρίως τρόφιμα, χαρτικά και απορρυπαντικά: «Τα ρούχα είναι ακριβά, διότι τον τελευταίο καιρό έχουν ανεβάσει τις τιμές και στο Σαντάνσκι. Πιο φτηνά βρίσκει κανείς πλέον στην Ελλάδα. Τα ψώνια που κάνουν οι Ελληνες είναι κυρίως τα είδη σπιτιού, που τα βρίσκεις στη μισή τιμή. Με την ευκαιρία πίνεις και έναν καφέ, που εδώ στοιχίζει 50 λεπτά και στην Ελλάδα 4 ευρώ», μας εξήγησε ο κύριος Γιώργος.