Οι 762 σελίδες του Τσίπρα "επισκίασαν" ακόμα και τον Χάρι Πότερ: Πώς η "Ιθάκη" "αναζωπύρωσε" το ενδιαφέρον του κοινού για το βιβλίο
Το μέλλον του βιβλίου και η νέα εποχή της ανάγνωσης
Το parapolitika.gr συνομιλεί με τον Παναγιώτη Κάπο, διδάκτορα του Παντείου και ειδικό στην εκδοτική βιομηχανία, για το πώς ένα πολιτικό βιβλίο όπως η "Ιθάκη" κατάφερε να αναζωπυρώσει το ενδιαφέρον για την έντυπη ανάγνωση
Για να διαβάσουν τις 762 σελίδες της «Ιθάκης» του Αλέξη Τσίπρα άλλοι ταξίδεψαν από μακριά, άλλη στάθηκαν με τις ώρες στην ουρά, άλλοι έκαναν τηλεφωνική κράτηση στο βιβλιοπωλείο της γειτονιάς τους και άλλοι έχασαν τον ύπνο τους για όσες ώρες χρειάστηκε μέχρι να τελειώσουν και την τελευταία σελίδα. Το προφίλ των αναγνωστών του βιβλίου του πρώην πρωθυπουργού κανείς δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα εάν είναι «βιβλιοφάγοι» ή απλά αναγνώστες «διψασμένοι» για την αλήθεια. Πάντως πρόκειται για ένα βιβλίο που αναφέρεται σε μια εποχή με καλούς και κακούς πρωταγωνιστές μιας ιστορίας με αρχή, μέση και τέλος που προκάλεσε στον κόσμο πόνο, απογοήτευση, θλίψη αλλά και προσδοκίες.
Αποκαλύψεις, ίντριγκες, απαντήσεις, διαψεύσεις και παραδοχές αναφερόμενες σε μια εποχή που οι περισσότεροι έλληνες δεν θέλουν να θυμούνται. Και όμως κάνουν ουρές, άλλοι για να καταλάβουν την έννοια της Ιθάκης του χθες και του σήμερα, άλλοι από περιέργεια και άλλοι από θαυμασμό. Σημασία όμως έχει ότι έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε που είδαμε ανθρώπους να κάνουν έτσι για ένα βιβλίο… Ίσως να ήταν ο Χάρι Πότερ ο τελευταίος ήρωας που συσπείρωσε τον κόσμο του βιβλίου προκαλώντας ουρές στα ελληνικά βιβλιοπωλεία. Όπως και να είναι και τότε και τώρα ο μεγάλος κερδισμένος είναι τελικά το βιβλίο. Το «μαγικό» αυτό έντυπο που πάντα ήταν μέσο μετάδοσης γνώσης και πολιτισμού. Πιστός φίλος του ανθρώπου, με εθιστική μυρωδιά και φανατικούς αναγνώστες που «ταξίδευαν» φτιάχνοντας εικόνες στο μυαλό τους μέσα από τις λέξεις . Θα παραμείνει άραγε στη ζωή μας η μαγεία και η αυθεντικότητα του εντύπου; Ή η περίπτωση της Ιθάκης ήταν απλά ένα «βεγγαλικό» που θα σβήσει βυθιζόμενο στους «απύθμενους» ωκεανούς της τεχνολογίας; O Παναγιώτης Κάπος, αριστούχος διδάκτωρ του Παντείου Πανεπιστημίου στο Τμήμα Επικοινωνίας, Μέσων και Πολιτισμού έχει κάνει διδακτορική διατριβή με τίτλο: Η ψηφιακή μετάβαση της εκδοτικής βιομηχανίας βιβλίου στο νέο οικοσύστημα αξίας και δικτύωσης, οπότε είναι ο κατεξοχήν κατάλληλος άνθρωπος για να μας «δώσει τα φώτα του» σχετικά με το παρόν και το μέλλον του βιβλίου.
«Θα προσεγγίσω το θέμα με όρους επικοινωνίας και εκδοτικών μέσων. Αρχικά, με αφορμή το εν λόγω βιβλίο και το μεγάλο ενδιαφέρον που προκαλεί σε κοινό και ΜΜΕ, είναι εξαιρετικά σημαντικό να διαπιστώνουμε ότι το βιβλίο ως το παλαιότερο μέσο επικοινωνίας αποτελεί εκείνο το όχημα της αφήγησης και της πληροφόρησης που διατηρεί το κύρος του σε υψηλά επίπεδα στη συνείδηση του κοινού. Επιπλέον, στην εποχή της οθόνης, της εικόνας και μιας δευτερογενούς προφορικότητας που φέρνει η ταχύτητα και το εφήμερο της πληροφορίας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, η παγιωμένη μορφή του έντυπου κειμένου αναδεικνύει τα εγγενή πλεονεκτήματα της ανάγνωσης στο έντυπο βιβλίο, όπου ο αναγνώστης βρίσκει το πλαίσιο που χρειάζεται για μια βαθύτερη κατανόηση της πληροφορίας, για τα γραφόμενα που αναφέρονται σε σύνθετα πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά γεγονότα. Όπως για κάθε βιβλίο, έτσι και στην περίπτωση που αναφέρετε το κίνητρο για την ανάγνωσή του διαφέρει. Ο κάθε αναγνώστης έχει τους λόγους του, ανάλογα με τη θεματική κατηγορία του βιβλίου. Οπωσδήποτε, ο αφηγητής ως πρώην πρωθυπουργός, η εξιστόρηση πρόσφατων πολιτικών γεγονότων, η περιέργεια για την οπτική γωνία του αφηγητή, η μεγάλη επικοινωνιακή προβολή του βιβλίου και η πόλωση ιδίως στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αποτελούν κάποιους από τους λόγους για τους οποίους το βιβλίο αυτό βρίσκεται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος».
Το σίγουρο πάντως είναι ότι η σχέση μας με το βιβλίο δεν είναι ίδια όπως παλιά. Η τεχνολογία, τα ebooks, τα audiobooks και τα διαδραστικά πολυμέσα διαφοροποιούν τον τρόπο που ο αναγνώστης απολαμβάνει την ιστορία ενός βιβλίου. Μπορεί ακόμα να μην είμαστε απόλυτα εξοικειωμένοι με τα σύγχρονα μέσα ωστόσο η νέα γενιά που μεγαλώνει με τα μάτια «καρφωμένα» στις άψυχες οθόνες είναι σχεδόν σίγουρο ότι ποτέ δεν θα γευτεί τη απολαυστική διαδρομή της ανάγνωσης. «Πιστεύω ότι βρισκόμαστε σε μια αλλαγή παραδείγματος με την έλευση των εργαλείων της Τεχνητής Νοημοσύνης, τα Μεγάλα Γλωσσικά Μοντέλα και τους νέους τρόπους παραγωγής και διάχυσης περιεχομένου. Το ερώτημα αυτό απασχολεί το οικοσύστημα του βιβλίου, τους συγγραφείς και τους δημιουργούς, τους εκδότες, την εκπαιδευτική κοινότητα, τον κόσμο των Βιβλιοθηκών. Οι απαντήσεις χρειάζονται αξιόπιστα δεδομένα και μετρήσεις, όχι μόνο εμπειρικές διαπιστώσεις ή προσωπικές απόψεις. Πρόσφατα, στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Φρανκφούρτης τέθηκαν εκ νέου τα θέματα αυτά και φαίνεται ότι σε χώρες που αντιμετωπίζουν το φαινόμενο της υπογεννητικότητας, η ανάγνωση και η πώληση παιδικών βιβλίων επηρεάζεται αρνητικά. Από την άλλη πλευρά, οι κατάμεστες αίθουσες με έφηβους από τη Γερμανία να αγοράζουν έντυπα βιβλία, να σχηματίζουν ουρές για υπογραφές από τους συγγραφείς βιβλίων romantasy (romance-fantasy), τα TikTok Book Awards και η αναβίωση έργων κλασικής λογοτεχνίας μέσα από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης κ.ο.κ., δείχνουν ότι υπάρχει σημαντικό νεανικό κοινό στον κόσμο του βιβλίου. Όμως τα ποσοτικά και ποιοτικά δεδομένα είναι αυτά που θα δώσουν αξιόπιστες απαντήσεις και θα διαμορφώσουν το πλαίσιο για την ανάληψη αποτελεσματικών δράσεων. Η κινητικότητα στο πεδίο αυτό εντείνεται διεθνώς από οργανισμούς του βιβλίου και της ανάγνωσης. Στο Ελληνικό Ίδρυμα Βιβλίου και Πολιτισμού, στο οποίο έχω την τιμή να υπηρετώ από τη θέση του αντιπροέδρου, εργαζόμαστε στην κατεύθυνση της διεξαγωγής ερευνών σε βάθος για την κατανόηση των αναγνωστικών συμπεριφορών στην εποχή της συνύπαρξης του έντυπου βιβλίου με τα ψηφιακά μέσα ενώ συνεργαζόμαστε με εγχώριους και διεθνείς φορείς για την ανάπτυξη δράσεων φιλαναγνωσίας και ορατότητας του βιβλίου με νέους τρόπους».
Η ελληνική πραγματικότητα πάντως δείχνει ότι το βιβλίο με τη σημερινή παραδοσιακή του μορφή μάλλον έχει ακόμα αρκετή ζωή μπροστά του. Μπορεί να μην υπάρχουν σχετικές μετρήσεις πωλήσεων που να στοιχειοθετούν αυτό το γεγονός ωστόσο υπάρχουν τα νούμερα των ετήσιων νέων βιβλίων που κυκλοφορούν και αυτό είναι μάλλον αρκετό για να καταλάβει κανείς ότι αντέχει η Ελληνική αγορά του βιβλίου πάνω από 12.000 νέους τίτλους ετησίως. Άρα μας αρέσει να διαβάζουμε αλλά και να γράφουμε.
«Η ελληνική βιβλιοπαραγωγή είναι εντυπο-κεντρική σε ποσοστά άνω του 94% ετησίως. Από την άλλη πλευρά, το ηλεκτρονικό βιβλίο δεν έχει κερδίσει το αναγνωστικό κοινό. Το γεγονός αυτό αναδεικνύει ότι η ανάγνωση στο έντυπο βιβλίο κυριαρχεί. Φυσικά, χρειάζονται και άλλοι δείκτες που θα αποτυπώνουν τις διαφορετικές αναγνωστικές συμπεριφορές στο χαρτί και στην οθόνη. Χωρίς, όμως, την ύπαρξη ενός αξιόπιστου δείκτη πωλήσεων με τον τρόπο που συμβαίνει σε χώρες του εξωτερικού, τα ποσοτικά δεδομένα είναι επισφαλή. Η εντυπο-κεντρική διάσταση της εκδοτικής βιομηχανίας βιβλίου δεν είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο. Αυτό συμβαίνει και διεθνώς. Η βιώσιμη ανάπτυξη του κλάδου βασίζεται στο έντυπο βιβλίο. Υπάρχουν αυξομειώσεις στην παραγωγή και αποδοχή των ηλεκτρονικών βιβλίων σε αναπτυγμένες αγορές ενώ και η ανάπτυξη του ψηφιακού ακουστικού βιβλίου (digital audioBook) σε συνδυασμό με τα online βιβλία διαμορφώνει ένα ενδιαφέρον μείγμα. Το κάθε μορφότυπο εξυπηρετεί διαφορετικές ανάγκες κοινού και έχει τα δικά του ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Σε κάθε περίπτωση, μιλάμε για συνύπαρξη των μορφοτύπων με το έντυπο βιβλίο να παραμένει ο πυρήνας του εκδοτικού κόσμου».
O κ. Κάπος μας εξηγεί ότι διεθνώς αλλά και στη χώρα μας εμφανίζονται κατά καιρούς παραδείγματα έντυπων παιδικών βιβλίων που συνδυάζουν τεχνολογίες επαυξημένης πραγματικότητας ή πολυμεσικά ηλεκτρονικά βιβλία (enhanced ή enriched eBook) που δημιουργούν νέους τρόπους διάδρασης κειμένου και εικόνας. «Όμως αυτά δεν προχωρούν ιδιαίτερα σε εμπορικό επίπεδο. Από τη μια πλευρά, ο πειραματισμός και η ενσωμάτωση τεχνολογιών αιχμής στο βιβλίο είναι ένα διαχρονικό φαινόμενο. Το ίδιο συμβαίνει και με τη χρήση Τεχνητής Νοημοσύνης στο πεδίο αυτό που υπόσχεται νέους τρόπους διάδρασης και παρουσίασης του περιεχομένου. Το μέλλον θα δείξει αν δημιουργηθεί κάποια προστιθέμενη αξία για τον αναγνώστη, για το παιδί, αν θα υποστηρίζεται η αφήγηση και το κείμενο ή αν ο εντυπωσιασμός και τα τεχνολογικά μέσα υποσκελίζουν την αναγνωστική εμπειρία. Από την άλλη πλευρά, η σωματικότητα με το έντυπο βιβλίο (το παιδί να κρατά το βιβλίο, να το ξεφυλλίζει, να αγγίζει το χαρτί, να το τσαλακώνει, να το τοποθετεί στο ράφι κ.ο.κ.) εξασκεί σημαντικές νοητικές ικανότητες. Τέλος, το να ακούει τη φωνή της μητέρας του, να επικοινωνεί με τους γονείς του μέσα από την ανάγνωση και την κουλτούρα του έντυπου βιβλίου θέλω να πιστεύω ότι θα παραμείνουν και στο μέλλον αναντικατάστατες εμπειρίες για ένα παιδί».
Αποκαλύψεις, ίντριγκες, απαντήσεις, διαψεύσεις και παραδοχές αναφερόμενες σε μια εποχή που οι περισσότεροι έλληνες δεν θέλουν να θυμούνται. Και όμως κάνουν ουρές, άλλοι για να καταλάβουν την έννοια της Ιθάκης του χθες και του σήμερα, άλλοι από περιέργεια και άλλοι από θαυμασμό. Σημασία όμως έχει ότι έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε που είδαμε ανθρώπους να κάνουν έτσι για ένα βιβλίο… Ίσως να ήταν ο Χάρι Πότερ ο τελευταίος ήρωας που συσπείρωσε τον κόσμο του βιβλίου προκαλώντας ουρές στα ελληνικά βιβλιοπωλεία. Όπως και να είναι και τότε και τώρα ο μεγάλος κερδισμένος είναι τελικά το βιβλίο. Το «μαγικό» αυτό έντυπο που πάντα ήταν μέσο μετάδοσης γνώσης και πολιτισμού. Πιστός φίλος του ανθρώπου, με εθιστική μυρωδιά και φανατικούς αναγνώστες που «ταξίδευαν» φτιάχνοντας εικόνες στο μυαλό τους μέσα από τις λέξεις . Θα παραμείνει άραγε στη ζωή μας η μαγεία και η αυθεντικότητα του εντύπου; Ή η περίπτωση της Ιθάκης ήταν απλά ένα «βεγγαλικό» που θα σβήσει βυθιζόμενο στους «απύθμενους» ωκεανούς της τεχνολογίας; O Παναγιώτης Κάπος, αριστούχος διδάκτωρ του Παντείου Πανεπιστημίου στο Τμήμα Επικοινωνίας, Μέσων και Πολιτισμού έχει κάνει διδακτορική διατριβή με τίτλο: Η ψηφιακή μετάβαση της εκδοτικής βιομηχανίας βιβλίου στο νέο οικοσύστημα αξίας και δικτύωσης, οπότε είναι ο κατεξοχήν κατάλληλος άνθρωπος για να μας «δώσει τα φώτα του» σχετικά με το παρόν και το μέλλον του βιβλίου.
Τελικά γιατί είδαμε τόση ανυπομονησία για την απόκτηση του βιβλίου του Αλέξη Τσίπρα;
«Θα προσεγγίσω το θέμα με όρους επικοινωνίας και εκδοτικών μέσων. Αρχικά, με αφορμή το εν λόγω βιβλίο και το μεγάλο ενδιαφέρον που προκαλεί σε κοινό και ΜΜΕ, είναι εξαιρετικά σημαντικό να διαπιστώνουμε ότι το βιβλίο ως το παλαιότερο μέσο επικοινωνίας αποτελεί εκείνο το όχημα της αφήγησης και της πληροφόρησης που διατηρεί το κύρος του σε υψηλά επίπεδα στη συνείδηση του κοινού. Επιπλέον, στην εποχή της οθόνης, της εικόνας και μιας δευτερογενούς προφορικότητας που φέρνει η ταχύτητα και το εφήμερο της πληροφορίας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, η παγιωμένη μορφή του έντυπου κειμένου αναδεικνύει τα εγγενή πλεονεκτήματα της ανάγνωσης στο έντυπο βιβλίο, όπου ο αναγνώστης βρίσκει το πλαίσιο που χρειάζεται για μια βαθύτερη κατανόηση της πληροφορίας, για τα γραφόμενα που αναφέρονται σε σύνθετα πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά γεγονότα. Όπως για κάθε βιβλίο, έτσι και στην περίπτωση που αναφέρετε το κίνητρο για την ανάγνωσή του διαφέρει. Ο κάθε αναγνώστης έχει τους λόγους του, ανάλογα με τη θεματική κατηγορία του βιβλίου. Οπωσδήποτε, ο αφηγητής ως πρώην πρωθυπουργός, η εξιστόρηση πρόσφατων πολιτικών γεγονότων, η περιέργεια για την οπτική γωνία του αφηγητή, η μεγάλη επικοινωνιακή προβολή του βιβλίου και η πόλωση ιδίως στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αποτελούν κάποιους από τους λόγους για τους οποίους το βιβλίο αυτό βρίσκεται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος».Το σίγουρο πάντως είναι ότι η σχέση μας με το βιβλίο δεν είναι ίδια όπως παλιά. Η τεχνολογία, τα ebooks, τα audiobooks και τα διαδραστικά πολυμέσα διαφοροποιούν τον τρόπο που ο αναγνώστης απολαμβάνει την ιστορία ενός βιβλίου. Μπορεί ακόμα να μην είμαστε απόλυτα εξοικειωμένοι με τα σύγχρονα μέσα ωστόσο η νέα γενιά που μεγαλώνει με τα μάτια «καρφωμένα» στις άψυχες οθόνες είναι σχεδόν σίγουρο ότι ποτέ δεν θα γευτεί τη απολαυστική διαδρομή της ανάγνωσης. «Πιστεύω ότι βρισκόμαστε σε μια αλλαγή παραδείγματος με την έλευση των εργαλείων της Τεχνητής Νοημοσύνης, τα Μεγάλα Γλωσσικά Μοντέλα και τους νέους τρόπους παραγωγής και διάχυσης περιεχομένου. Το ερώτημα αυτό απασχολεί το οικοσύστημα του βιβλίου, τους συγγραφείς και τους δημιουργούς, τους εκδότες, την εκπαιδευτική κοινότητα, τον κόσμο των Βιβλιοθηκών. Οι απαντήσεις χρειάζονται αξιόπιστα δεδομένα και μετρήσεις, όχι μόνο εμπειρικές διαπιστώσεις ή προσωπικές απόψεις. Πρόσφατα, στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Φρανκφούρτης τέθηκαν εκ νέου τα θέματα αυτά και φαίνεται ότι σε χώρες που αντιμετωπίζουν το φαινόμενο της υπογεννητικότητας, η ανάγνωση και η πώληση παιδικών βιβλίων επηρεάζεται αρνητικά. Από την άλλη πλευρά, οι κατάμεστες αίθουσες με έφηβους από τη Γερμανία να αγοράζουν έντυπα βιβλία, να σχηματίζουν ουρές για υπογραφές από τους συγγραφείς βιβλίων romantasy (romance-fantasy), τα TikTok Book Awards και η αναβίωση έργων κλασικής λογοτεχνίας μέσα από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης κ.ο.κ., δείχνουν ότι υπάρχει σημαντικό νεανικό κοινό στον κόσμο του βιβλίου. Όμως τα ποσοτικά και ποιοτικά δεδομένα είναι αυτά που θα δώσουν αξιόπιστες απαντήσεις και θα διαμορφώσουν το πλαίσιο για την ανάληψη αποτελεσματικών δράσεων. Η κινητικότητα στο πεδίο αυτό εντείνεται διεθνώς από οργανισμούς του βιβλίου και της ανάγνωσης. Στο Ελληνικό Ίδρυμα Βιβλίου και Πολιτισμού, στο οποίο έχω την τιμή να υπηρετώ από τη θέση του αντιπροέδρου, εργαζόμαστε στην κατεύθυνση της διεξαγωγής ερευνών σε βάθος για την κατανόηση των αναγνωστικών συμπεριφορών στην εποχή της συνύπαρξης του έντυπου βιβλίου με τα ψηφιακά μέσα ενώ συνεργαζόμαστε με εγχώριους και διεθνείς φορείς για την ανάπτυξη δράσεων φιλαναγνωσίας και ορατότητας του βιβλίου με νέους τρόπους».
Η ελληνική πραγματικότητα πάντως δείχνει ότι το βιβλίο με τη σημερινή παραδοσιακή του μορφή μάλλον έχει ακόμα αρκετή ζωή μπροστά του. Μπορεί να μην υπάρχουν σχετικές μετρήσεις πωλήσεων που να στοιχειοθετούν αυτό το γεγονός ωστόσο υπάρχουν τα νούμερα των ετήσιων νέων βιβλίων που κυκλοφορούν και αυτό είναι μάλλον αρκετό για να καταλάβει κανείς ότι αντέχει η Ελληνική αγορά του βιβλίου πάνω από 12.000 νέους τίτλους ετησίως. Άρα μας αρέσει να διαβάζουμε αλλά και να γράφουμε.
Τελικά δεν μπορούμε να καταλήξουμε σ’ ένα ασφαλές συμπέρασμα για το αν οι Έλληνες διαβάζουν παραδοσιακά βιβλία ή αν προτιμούν τα διαδικτυακά;
«Η ελληνική βιβλιοπαραγωγή είναι εντυπο-κεντρική σε ποσοστά άνω του 94% ετησίως. Από την άλλη πλευρά, το ηλεκτρονικό βιβλίο δεν έχει κερδίσει το αναγνωστικό κοινό. Το γεγονός αυτό αναδεικνύει ότι η ανάγνωση στο έντυπο βιβλίο κυριαρχεί. Φυσικά, χρειάζονται και άλλοι δείκτες που θα αποτυπώνουν τις διαφορετικές αναγνωστικές συμπεριφορές στο χαρτί και στην οθόνη. Χωρίς, όμως, την ύπαρξη ενός αξιόπιστου δείκτη πωλήσεων με τον τρόπο που συμβαίνει σε χώρες του εξωτερικού, τα ποσοτικά δεδομένα είναι επισφαλή. Η εντυπο-κεντρική διάσταση της εκδοτικής βιομηχανίας βιβλίου δεν είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο. Αυτό συμβαίνει και διεθνώς. Η βιώσιμη ανάπτυξη του κλάδου βασίζεται στο έντυπο βιβλίο. Υπάρχουν αυξομειώσεις στην παραγωγή και αποδοχή των ηλεκτρονικών βιβλίων σε αναπτυγμένες αγορές ενώ και η ανάπτυξη του ψηφιακού ακουστικού βιβλίου (digital audioBook) σε συνδυασμό με τα online βιβλία διαμορφώνει ένα ενδιαφέρον μείγμα. Το κάθε μορφότυπο εξυπηρετεί διαφορετικές ανάγκες κοινού και έχει τα δικά του ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Σε κάθε περίπτωση, μιλάμε για συνύπαρξη των μορφοτύπων με το έντυπο βιβλίο να παραμένει ο πυρήνας του εκδοτικού κόσμου».
Και με τα παραμύθια τι γίνεται; H τεχνολογία σήμερα φτιάχνει βιβλία που το παραμύθι εμφανίζεται μπροστά στο μικρό παιδί με διαδραστική μορφή; Μπορεί να νιώσει ότι είναι κυριολεκτικά και το ίδιο το παιδί μέσα στο δάσος με την κοκκινοσκουφίτσα. Αλήθεια όμως, αυτό μπορεί να αντικαταστήσει τη ζεστασιά της φωνής μιας κουρασμένης μαμάς που διαβάζει δυνατά για να κοιμίσει στην αγκαλιά της το αγγελούδι της;
O κ. Κάπος μας εξηγεί ότι διεθνώς αλλά και στη χώρα μας εμφανίζονται κατά καιρούς παραδείγματα έντυπων παιδικών βιβλίων που συνδυάζουν τεχνολογίες επαυξημένης πραγματικότητας ή πολυμεσικά ηλεκτρονικά βιβλία (enhanced ή enriched eBook) που δημιουργούν νέους τρόπους διάδρασης κειμένου και εικόνας. «Όμως αυτά δεν προχωρούν ιδιαίτερα σε εμπορικό επίπεδο. Από τη μια πλευρά, ο πειραματισμός και η ενσωμάτωση τεχνολογιών αιχμής στο βιβλίο είναι ένα διαχρονικό φαινόμενο. Το ίδιο συμβαίνει και με τη χρήση Τεχνητής Νοημοσύνης στο πεδίο αυτό που υπόσχεται νέους τρόπους διάδρασης και παρουσίασης του περιεχομένου. Το μέλλον θα δείξει αν δημιουργηθεί κάποια προστιθέμενη αξία για τον αναγνώστη, για το παιδί, αν θα υποστηρίζεται η αφήγηση και το κείμενο ή αν ο εντυπωσιασμός και τα τεχνολογικά μέσα υποσκελίζουν την αναγνωστική εμπειρία. Από την άλλη πλευρά, η σωματικότητα με το έντυπο βιβλίο (το παιδί να κρατά το βιβλίο, να το ξεφυλλίζει, να αγγίζει το χαρτί, να το τσαλακώνει, να το τοποθετεί στο ράφι κ.ο.κ.) εξασκεί σημαντικές νοητικές ικανότητες. Τέλος, το να ακούει τη φωνή της μητέρας του, να επικοινωνεί με τους γονείς του μέσα από την ανάγνωση και την κουλτούρα του έντυπου βιβλίου θέλω να πιστεύω ότι θα παραμείνουν και στο μέλλον αναντικατάστατες εμπειρίες για ένα παιδί».
En