Δύο στους δέκα εμπόρους λαϊκών αγορών έχουν αποχωρήσει πλέον από το επάγγελμα τα τελευταία χρόνια. Αρκετές από τις 1.530 λαϊκές υπολειτουργούν, ενώ οι 13.000 θέσεις είτε καλύπτονται πλημμελώς είτε παραμένουν κενές. Η φορολογία, το κόστος παραγωγής, οι ανεξέλεγκτες εισαγωγές προϊόντων βαθιάς κατάψυξης που τοποθετούνται ως φρέσκα σε πάγκους και ράφια σούπερ μάρκετ, αλλά και πληθώρα διοικητικών αγκυλώσεων οδηγούν τον κλάδο, που μετρά έναν αιώνα ζωής, σε αφανισμό.

Διαβάστε: Πώς ο Θεοδωρικάκος πέτυχε συμφωνία με τους εκπροσώπους των λαϊκών αγορών σε μισή ώρα - Η τετράμηνη προετοιμασία και ο ρόλος της ομάδας Πιερρακάκη

Στα μέσα της εβδομάδας η συνάντηση των επαγγελματιών με τον υπουργό Ανάπτυξης, Τάκη Θεοδωρικάκο, αναπτέρωσε το ηθικό τους, καθώς θα ρυθμιστούν πλήρως οι εναπομείνασες εκκρεμότητες, ενώ ορίστηκαν και δύο συναντήσεις τους με τον υπουργό Οικονομικών, Κυριάκο Πιερρακάκη, εντός των ημερών για τα όρια του τεκμαρτού εισοδήματος και την τροποποίηση της λειτουργίας του δελτίου ηλεκτρονικών πληρωμών.

"Ξεχάστε τη λαϊκή όπως την ξέρατε"

«Είναι πολύ δύσκολη η δουλειά μας και ανά πάσα στιγμή μπορεί να ανακύψουν προβλήματα», λέει ο Γιώργος Ηλίας, που πουλά κηπευτικά στις λαϊκές του Πειραιά, και εξηγεί: «Φέτος η ντομάτα είχε ασθένεια και η παραγωγή συρρικνώθηκε σημαντικά. Την ίδια στιγμή όμως την έφερναν με 80 λεπτά το κιλό από την Τουρκία, χωρίς να τηρούνται στοιχειώδεις προδιαγραφές». Εκτιμά ότι η κατάσταση θα επιδεινωθεί όχι μόνο για τους ίδιους, αλλά και για τους καταναλωτές. «Είμαι 60 ετών. Κανείς δεν θέλει να ασχοληθεί με τη δουλειά μας. Μόλις φύγουμε κι εμείς, το μοντέλο θα αλλάξει. Ξεχάστε τη λαϊκή όπως την ξέρατε».

Ισορροπιστής: "Η λαϊκή είναι καταφύγιο για εκατομμύρια νοικοκυριά"

Ο γνωστός ράπερ Ισορροπιστής (Γ. Παυλίδης), εκπρόσωπος της Β’ Αθηνών, αναφέρει: «Τριάντα χρόνια πουλάω κεράσια, νεκταρίνια, ροδάκινα από τη Νάουσα. Η λαϊκή έχει ωραίες ποικιλίες προϊόντων και από το πρωί μπορείς να βρεις καλές τιμές και εξαιρετική ποιότητα. Δυστυχώς, με τόση ακρίβεια και συνεχείς επιβαρύνσεις έχουν εγκαταλείψει τη δουλειά μας 2.500 άνθρωποι. Οδηγούμαστε σε αδιέξοδο, που προσπαθούμε να αποτρέψουμε… Η λαϊκή είναι καταφύγιο για εκατομμύρια νοικοκυριά». Ο Κώστας Κακαράτζας, από τους παλαιότερους εμπόρους, εκτιμά ότι πρόκειται για στοχευμένες ενέργειες. «Νομίζω ότι οι πάγκοι θα περάσουν στα χέρια λίγων, που θα ανεβοκατεβάζουν τις τιμές και θα πουλάνε κηπευτικά, όσπρια από τρίτες χώρες. Κρατάμε όσο μπορούμε, αλλά για πόσο ακόμη;», αναρωτιέται.

Οι επικείμενες αλλαγλές στις λαϊκές αγορές 

Μετά τη συμφωνία και την αναστολή των κινητοποιήσεων, το ενδιαφέρον μετατοπίζεται πλέον στο περιεχόμενο της νομοθετικής παρέμβασης που επεξεργάζεται το υπουργείο Ανάπτυξης, με στόχο τον εκσυγχρονισμό του μοντέλου λειτουργίας των λαϊκών αγορών και την άρση των γραφειοκρατικών εμποδίων, που, σύμφωνα με τους επαγγελματίες του κλάδου, είχαν συσσωρευτεί τα τελευταία χρόνια. Ο πυρήνας των αναδιαρθρώσεων αφορά την πλήρη ψηφιοποίηση των αδειών και τη μετατροπή τους σε αορίστου χρόνου, σε συνδυασμό με την προκήρυξη όλων των κενών θέσεων και την καθιέρωση ηλεκτρονικής κλήρωσης για την κατανομή τους. Προβλέπεται επίσης η δημιουργία μιας νέας, ενιαίας Ψηφιακής Πύλης Λαϊκών Αγορών, μέσω της οποίας θα διεκπεραιώνονται οι διοικητικές διαδικασίες, μειώνοντας τον χρόνο και το διοικητικό κόστος για παραγωγούς και επαγγελματίες.

Στο ίδιο πλαίσιο, ρυθμίζονται ζητήματα που αφορούν την αλλαγή ή τη βελτίωση θέσης, τη μετακίνηση από αγορά σε αγορά, τη μεταβίβαση αδειών, καθώς και την εργασιακή υποστήριξη και αναπλήρωση, ενώ εισάγεται και ο καθορισμός ανώτατου ημερήσιου τέλους. Παράλληλα θεσμοθετείται ποσοστό 10% εποχικών θέσεων σε κάθε λαϊκή αγορά για παραγωγούς, καθώς και η δυνατότητα δημιουργίας λαϊκών αγορών παραγωγών με πρωτοβουλία και συμφωνία των δήμων και των φορέων λειτουργίας.

Τι λένε οι έρευνες

Σύμφωνα με τα πρόσφατα ερευνητικά δεδομένα, ο συνδυασμός της ποιότητας, των φρέσκων προϊόντων και των προσιτών τιμών είναι οι βασικοί λόγοι που περίπου 2 εκατομμύρια καταναλωτές της Αττικής προτιμούν να ψωνίζουν βασικά είδη από τις 271 λαϊκές αγορές του Λεκανοπεδίου. Ομως, η έλλειψη πάρκινγκ, η ασφάλεια του περιβάλλοντος και η καθαριότητα θεωρούνται ως τα μειονεκτήματα των αγορών. Το 49% των κατοίκων της Αττικής ψωνίζουν κυρίως από τις 271 λαϊκές αγορές της, ενώ το 68% συνδυαστικά από τις λαϊκές και τα σούπερ μάρκετ. Το 70% αγοράζει φρούτα και λαχανικά και το υπόλοιπο αγοράζει ψάρια, αυγά, μέλι, ξηρούς καρπούς, είδη ένδυσης και υπόδησης, είδη σπιτιού κ.λπ. Το 71% προτιμούν τις λαϊκές αγορές λόγω ποιότητας και ποικιλίας. Tο 67% λόγω των τιμών. Mέχρι 20 ευρώ δαπανά το 27%, 20-40 ευρώ το 48%, ενώ το 19% των καταναλωτών δαπανά 40-60 ευρώ. Το 83% δηλώνει αρκετά ικανοποιημένο από τα προϊόντα και τις τιμές των λαϊκών αγορών. Το 16% μερικώς ικανοποιημένοι και 1% καθόλου ικανοποιημένοι. Σημαντικό είναι το στοιχείο που δείχνει ότι 2 στους 3 πωλητές δεν είναι ευχαριστημένοι με το επάγγελμά τους.

Η ιστορία του θεσμού

Στην Ελλάδα, όπως και στην Κύπρο, ο θεσμός αυτός ήταν γνωστός από την περίοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, καθιερώθηκε όμως θεσμικά πολύ αργότερα, επί κυβέρνησης Ελευθερίου Βενιζέλου, το 1929. Σήμερα υπάρχουν δύο κατηγορίες πωλητών: οι παραγωγοί και οι επαγγελματίες. Οι παραγωγοί είναι αγρότες ή μελισσοκόμοι οι οποίοι διαθέτουν προς πώληση τα προϊόντα που παράγουν οι ίδιοι (φρούτα, λαχανικά, μέλι) και οι επαγγελματίες αγοράζουν τα προϊόντα τα οποία πωλούν από διάφορες πηγές, χωρίς απαραιτήτως να είναι οι ίδιοι οι παραγωγοί τους.

Δημοσιεύτηκε στα Παραπολιτικά