Ρόδος: Πατριός βίαζε τη 13χρονη θετή κόρη του - Ισόβια και 16 χρόνια κάθειρξη στον 38χρονο
Τι αποφάσισε το δικαστήριο
Αναγνωρίζει μόνο δύο περιστατικά έντονου εναγκαλισμού στο σπίτι, τα οποία χαρακτηρίζει αμήχανα και χωρίς σεξουαλική χροιά
Το δικαστήριο έκρινε ομόφωνα ένοχο ένα 38χρονο από τη Ρόδο για βιασμό της 13χρονης θετής του κόρης, με την εισαγγελική εισήγηση να ζητά ισόβια και πολυετείς ποινές και το δικαστήριο να απορρίπτει τα ελαφρυντικά. Σύμφωνα με τη dimokratiki.gr, η απόφαση που εκδόθηκε στην Κω, μετά από μια διαδικασία με έντονο συναισθηματικό και κοινωνικό φορτίο, επιβεβαίωσε με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο τη βαρύτητα της υπόθεσης. Το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο, ολοκληρώνοντας την ακροαματική διαδικασία σήμερα (14/01), έκρινε ομόφωνα ένοχο τον 38χρονο κατηγορούμενο για κακουργηματικές και πλημμεληματικές πράξεις που αποδίδονται ως κατ’ εξακολούθηση τελεσθείσες, με θύμα την 13χρονη θετή του κόρη. Η υπόθεση, ήδη πριν φτάσει στο ακροατήριο, είχε διαγράψει μια διαδρομή που έδειχνε ότι οι δικαστικές αρχές αντιμετώπισαν από νωρίς τα στοιχεία ως εξαιρετικά σοβαρά, με τον κατηγορούμενο να βρίσκεται προσωρινά κρατούμενος μετά από απόφαση που ελήφθη στο στάδιο της προδικασίας.
Όπως αναφέρουν οι ίδιες πληροφορίες, η εισαγγελέας της έδρας, κινήθηκε σε ιδιαίτερα αυστηρό πλαίσιο και στην εισήγησή της ήταν καταπέλτης. Πρότεινε να επιβληθεί ισόβια κάθειρξη για την πρώτη πράξη, 15 έτη για τη δεύτερη και 2 έτη για την τρίτη.
Τελικά, το δικαστήριο επέβαλε ποινή ισόβιας κάθειρξης και 16 ετών συν 360 μονάδες επί 10 ευρώ και απέρριψε τα ελαφρυντικά.
Τα ισόβια, όταν συνδυάζονται με επιπλέον πρόσκαιρη κάθειρξη, μεταφράζονται σε ένα ιδιαίτερα βαρύ ποινικό αποτέλεσμα.
Η πορεία μέχρι το ακροατήριο ήταν ήδη φορτισμένη. Ο κατηγορούμενος έχει κριθεί προσωρινά κρατούμενος, μετά από βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ρόδου, που αξιολόγησε ως καθοριστικές τις ενδείξεις της δικογραφίας και έκρινε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για το αυστηρό αυτό μέτρο έως την εκδίκαση.
Η δικογραφία οδηγήθηκε στο Συμβούλιο έπειτα από διαφωνία ανάμεσα στον τακτικό Ανακριτή και την Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ρόδου. Από τη μία πλευρά προτάθηκαν περιοριστικοί όροι, με τη λογική ότι μπορούν να διασφαλίσουν την παρουσία του κατηγορουμένου και να αποτρέψουν τυχόν νέες πράξεις, με σεβασμό στο τεκμήριο αθωότητας. Από την άλλη πλευρά διατυπώθηκε η θέση ότι το υλικό, η διάρκεια και ο τρόπος τέλεσης των αποδιδόμενων πράξεων, καθώς και ο κίνδυνος υποτροπής, καθιστούν ανεπαρκή τα ηπιότερα μέτρα.
Το Συμβούλιο, αφού μελέτησε συνολικά το περιεχόμενο της δικογραφίας, συντάχθηκε με την εισαγγελική θέση και διέταξε άμεσα σύλληψη και προσωρινή κράτηση μέχρι την εκδίκαση. Αυτή η απόφαση, ανεξάρτητα από το τελικό αποτέλεσμα της δίκης, λειτουργεί ως ένδειξη του βάρους με το οποίο αντιμετωπίστηκαν οι ενδείξεις που συγκεντρώθηκαν στο προανακριτικό και ανακριτικό στάδιο.
Η υπόθεση αναδύθηκε όταν η 13χρονη, μετά από μάθημα σεξουαλικής αγωγής, αποφάσισε να μιλήσει στη μητέρα της μέσω μηνύματος, περιγράφοντας κακοποιητικές συμπεριφορές από τον θετό της πατέρα. Από εκείνο το σημείο, η καταγγελία μεταφέρθηκε στις αρχές και ενεργοποιήθηκαν οι προβλεπόμενες διαδικασίες, με εμπλοκή εξειδικευμένων επαγγελματιών υγείας και τις αναγκαίες ιατροδικαστικές εξετάσεις.
Κεντρικό ρόλο στη δικανική αποτίμηση, όπως προκύπτει από την εξέλιξη της προδικασίας, είχε η κατάθεση της ανήλικης, η οποία ελήφθη με ειδικό πρωτόκολλο για παιδιά μάρτυρες και παρουσία παιδοψυχολόγου. Η αξιολόγηση αυτής της κατάθεσης περιγράφεται ως σταθερή, πειστική και χωρίς ενδείξεις καθοδήγησης, στοιχείο που συνήθως λειτουργεί ως κρίσιμο σημείο αναφοράς σε υποθέσεις σεξουαλικής βίας ανηλίκων.
Παράλληλα, οι ιατροδικαστικές εξετάσεις που διενεργήθηκαν από γιατρούς του Εθνικού Συστήματος Υγείας και της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας περιγράφηκαν ως συμβατές με επανειλημμένη κακοποίηση, ενίσχυση που, κατά την προδικαστική αξιολόγηση, στήριξε αποφασιστικά την εισαγγελική κρίση. Στη δικογραφία περιλαμβάνονται επίσης ηλεκτρονικές συνομιλίες που προσκομίστηκαν από τη μητέρα, οι οποίες κατά την εισαγγελική αποτίμηση εκλήφθηκαν ως επιβαρυντικές, καθώς και αναφορές καταθέσεων από το προσωπικό και επαγγελματικό περιβάλλον του 38χρονου, που κατά την εκτίμηση των αρχών συγκλίνουν σε περιγραφές συμπεριφοράς.
Επιπρόσθετα, καταγράφεται κατάθεση που περιγράφει περιστατικό σε κοινωνική εκδήλωση, όπου ο κατηγορούμενος, υπό την επίδραση αλκοόλ, φέρεται να επιδίωξε στενή επαφή με άλλες ανήλικες. Αυτό το στοιχείο, όπως αξιολογήθηκε, συνδέθηκε με την εκτίμηση περί κινδύνου υποτροπής. Τέλος, το κινητό τηλέφωνο του κατηγορούμενου κατασχέθηκε και βρίσκεται υπό εξειδικευμένο έλεγχο για τυχόν ψηφιακά ίχνη που θα μπορούσαν να συνδεθούν με την υπόθεση.
Ο 38χρονος δήλωσε απόλυτη άρνηση των κατηγοριών. Υποστηρίζει ότι δεν έμεινε ποτέ μόνος με την ανήλικη λόγω του ωραρίου εργασίας και της συνεχούς παρουσίας τρίτων στο σπίτι. Αναγνωρίζει 2 περιστατικά έντονου εναγκαλισμού σε στιγμή ημίγυμνης παρουσίας στο σπίτι, τα οποία χαρακτηρίζει αμήχανα και χωρίς σεξουαλική χροιά, ισχυριζόμενος ότι παρερμηνεύθηκαν.
Αμφισβητεί τη βασική ιατροδικαστική γνωμάτευση ως πρόχειρη και επικαλείται τεχνικές αξιολογήσεις ιδιωτών ιατροδικαστών και παιδοψυχολόγων, οι οποίες κατά την άποψή του αποδυναμώνουν το κατηγορητήριο, προτείνοντας εναλλακτικές εκδοχές, ενώ καταγγέλλει κοινωνικό στιγματισμό και διαδικτυακή στοχοποίηση.
Όπως αναφέρουν οι ίδιες πληροφορίες, η εισαγγελέας της έδρας, κινήθηκε σε ιδιαίτερα αυστηρό πλαίσιο και στην εισήγησή της ήταν καταπέλτης. Πρότεινε να επιβληθεί ισόβια κάθειρξη για την πρώτη πράξη, 15 έτη για τη δεύτερη και 2 έτη για την τρίτη.
Τελικά, το δικαστήριο επέβαλε ποινή ισόβιας κάθειρξης και 16 ετών συν 360 μονάδες επί 10 ευρώ και απέρριψε τα ελαφρυντικά.
Τα ισόβια, όταν συνδυάζονται με επιπλέον πρόσκαιρη κάθειρξη, μεταφράζονται σε ένα ιδιαίτερα βαρύ ποινικό αποτέλεσμα.
Η πορεία μέχρι το ακροατήριο ήταν ήδη φορτισμένη. Ο κατηγορούμενος έχει κριθεί προσωρινά κρατούμενος, μετά από βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ρόδου, που αξιολόγησε ως καθοριστικές τις ενδείξεις της δικογραφίας και έκρινε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για το αυστηρό αυτό μέτρο έως την εκδίκαση.
Η δικογραφία οδηγήθηκε στο Συμβούλιο έπειτα από διαφωνία ανάμεσα στον τακτικό Ανακριτή και την Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ρόδου. Από τη μία πλευρά προτάθηκαν περιοριστικοί όροι, με τη λογική ότι μπορούν να διασφαλίσουν την παρουσία του κατηγορουμένου και να αποτρέψουν τυχόν νέες πράξεις, με σεβασμό στο τεκμήριο αθωότητας. Από την άλλη πλευρά διατυπώθηκε η θέση ότι το υλικό, η διάρκεια και ο τρόπος τέλεσης των αποδιδόμενων πράξεων, καθώς και ο κίνδυνος υποτροπής, καθιστούν ανεπαρκή τα ηπιότερα μέτρα.
Το Συμβούλιο, αφού μελέτησε συνολικά το περιεχόμενο της δικογραφίας, συντάχθηκε με την εισαγγελική θέση και διέταξε άμεσα σύλληψη και προσωρινή κράτηση μέχρι την εκδίκαση. Αυτή η απόφαση, ανεξάρτητα από το τελικό αποτέλεσμα της δίκης, λειτουργεί ως ένδειξη του βάρους με το οποίο αντιμετωπίστηκαν οι ενδείξεις που συγκεντρώθηκαν στο προανακριτικό και ανακριτικό στάδιο.
Ρόδος: Η αποκάλυψη της 13χρονης που προκάλεσε σοκ
Η υπόθεση αναδύθηκε όταν η 13χρονη, μετά από μάθημα σεξουαλικής αγωγής, αποφάσισε να μιλήσει στη μητέρα της μέσω μηνύματος, περιγράφοντας κακοποιητικές συμπεριφορές από τον θετό της πατέρα. Από εκείνο το σημείο, η καταγγελία μεταφέρθηκε στις αρχές και ενεργοποιήθηκαν οι προβλεπόμενες διαδικασίες, με εμπλοκή εξειδικευμένων επαγγελματιών υγείας και τις αναγκαίες ιατροδικαστικές εξετάσεις.Κεντρικό ρόλο στη δικανική αποτίμηση, όπως προκύπτει από την εξέλιξη της προδικασίας, είχε η κατάθεση της ανήλικης, η οποία ελήφθη με ειδικό πρωτόκολλο για παιδιά μάρτυρες και παρουσία παιδοψυχολόγου. Η αξιολόγηση αυτής της κατάθεσης περιγράφεται ως σταθερή, πειστική και χωρίς ενδείξεις καθοδήγησης, στοιχείο που συνήθως λειτουργεί ως κρίσιμο σημείο αναφοράς σε υποθέσεις σεξουαλικής βίας ανηλίκων.
Παράλληλα, οι ιατροδικαστικές εξετάσεις που διενεργήθηκαν από γιατρούς του Εθνικού Συστήματος Υγείας και της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας περιγράφηκαν ως συμβατές με επανειλημμένη κακοποίηση, ενίσχυση που, κατά την προδικαστική αξιολόγηση, στήριξε αποφασιστικά την εισαγγελική κρίση. Στη δικογραφία περιλαμβάνονται επίσης ηλεκτρονικές συνομιλίες που προσκομίστηκαν από τη μητέρα, οι οποίες κατά την εισαγγελική αποτίμηση εκλήφθηκαν ως επιβαρυντικές, καθώς και αναφορές καταθέσεων από το προσωπικό και επαγγελματικό περιβάλλον του 38χρονου, που κατά την εκτίμηση των αρχών συγκλίνουν σε περιγραφές συμπεριφοράς.
Επιπρόσθετα, καταγράφεται κατάθεση που περιγράφει περιστατικό σε κοινωνική εκδήλωση, όπου ο κατηγορούμενος, υπό την επίδραση αλκοόλ, φέρεται να επιδίωξε στενή επαφή με άλλες ανήλικες. Αυτό το στοιχείο, όπως αξιολογήθηκε, συνδέθηκε με την εκτίμηση περί κινδύνου υποτροπής. Τέλος, το κινητό τηλέφωνο του κατηγορούμενου κατασχέθηκε και βρίσκεται υπό εξειδικευμένο έλεγχο για τυχόν ψηφιακά ίχνη που θα μπορούσαν να συνδεθούν με την υπόθεση.
Η υπερασπιστική στάση και το αφήγημα της άρνησης
Ο 38χρονος δήλωσε απόλυτη άρνηση των κατηγοριών. Υποστηρίζει ότι δεν έμεινε ποτέ μόνος με την ανήλικη λόγω του ωραρίου εργασίας και της συνεχούς παρουσίας τρίτων στο σπίτι. Αναγνωρίζει 2 περιστατικά έντονου εναγκαλισμού σε στιγμή ημίγυμνης παρουσίας στο σπίτι, τα οποία χαρακτηρίζει αμήχανα και χωρίς σεξουαλική χροιά, ισχυριζόμενος ότι παρερμηνεύθηκαν.Αμφισβητεί τη βασική ιατροδικαστική γνωμάτευση ως πρόχειρη και επικαλείται τεχνικές αξιολογήσεις ιδιωτών ιατροδικαστών και παιδοψυχολόγων, οι οποίες κατά την άποψή του αποδυναμώνουν το κατηγορητήριο, προτείνοντας εναλλακτικές εκδοχές, ενώ καταγγέλλει κοινωνικό στιγματισμό και διαδικτυακή στοχοποίηση.
En