«Ποια είναι η στιγμή που επέλεξαν οι Τούρκοι να δημιουργήσουν την κρίση στα Ίμια; Το λέω διότι και οι διωγμοί στην Κωνσταντινούπολη το ‘55 έγιναν όταν ο τότε πρωθυπουργός Παπάγος ασθενούσε, και η εισβολή στην Κύπρο το ‘74 έγινε όταν η χούντα ήταν υπό κατάρρευση και υπήρχε κενό εξουσίας άρα δίδαγμα πρέπει να είμαστε σε διαρκή επαγρύπνηση και εγρήγορση και επιβάλλεται επίσης να είναι πάντα πολύ καλή η συνεργασία πολιτικής ηγεσίας και στρατιωτική ηγεσίας» τόνισε ο πρέσβης επί τιμή, Δημήτρης Καραϊτίδης, στο ραδιόφωνο των Παραπολιτικών 90,1 στην εκπομπή «Εκείνη κι εγώ» με τους δημοσιογράφους Στέλλα Γκαντώνα και Θανάση Φουσκίδη.

Δημήτρης Καραϊτίδης: Όσα είπε στα Παραπολιτικά 90,1 για τα Ίμια

Με αφορμή την επέτειο μνήμης των Ιμίων

Δ.ΚΑΡΑΪΤΙΔΗΣ: Η κρίση που είχε δημιουργηθεί τότε δηλαδή στο τέλος του ‘95 αρχές του ’96, που είναι γνωστή ως κρίση των Ιμίων, ήτανε πράγματι μια πολύ σοβαρή κρίση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις που έφερε τις δύο χώρες στα πρόθυρα πολεμικής αναμέτρησης. Υπήρξε μία κλιμάκωση της όλης κατάστασης. Το πρόβλημα αρχικά δημιουργήθηκε από την προσάραξη ενός τουρκικού πλοίου σε μία από τις νησίδες των Ίμια και ο πλοίαρχος του οποίου επέμεινε να αποκολλήσει μόνος του το σκάφος του χωρίς να δεχθεί τη βοήθεια των ελληνικών λιμενικών αρχών. Εν συνεχεία βέβαια δεν το πέτυχε, τον βοήθησαν οι δικές μας αρχές, παραδόθηκε το πλοίο με τον πλοίαρχο στην Τουρκία και η Τουρκία και  από εκεί αρχίζει η όξυνση της κατάστασης. Η Τουρκία με επίσημο διπλωματικό έγγραφο προς την πρεσβεία μας  στην Άγκυρα δήλωσε ότι ευχαριστεί τις ελληνικές λιμενικές αρχές για την προθυμία να βοηθήσουν και για τη βοήθεια που παρέχουν, αλλά θεωρεί ότι το έδαφος των Ίμια ανήκει την Τουρκία. Άρχισε λοιπόν να εγείρεται  ένα θέμα το οποίο αρχικά δεν φαινόταν ότι θα μπορούσε να προκύψει από την προσάραξη ενός σκάφους σε δύο μικρές βραχονησίδες. Αρχίζει λοιπόν να δημιουργείται μία ένταση. Το θέμα γίνεται γνωστό στον Τύπο, και στη μία πλευρά και στην άλλη. Από πλευράς Τύπου, όπως ήταν αναμενόμενο και συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις, λαμβάνει διαστάσεις. Θεωρείται πλέον ότι είναι ένα ζήτημα πολύ σοβαρής αναμέτρησης επιχειρημάτων μεταξύ ελληνικής και τουρκικής πλευράς. Θα έλεγα αναμέτρηση δύναμης σε ότι αφορά τη διεκδίκηση της κυριαρχίας  αυτής. Η ελληνική πλευρά μένει σταθερά και επίμονα στην άποψη ότι  φυσικά βραχονησίδες είναι ελληνικές έτσι καταγράφονται εξάλλου και στους χάρτες που έχουν κυκλοφορήσει ακόμα και στους στρατιωτικούς χάρτες που χρησιμοποιούσαν οι ΗΠΑ. Το δε επιχείρημα των Τούρκων ότι «τα νησιά αυτά είναι τουρκικά, γιατί περιλαμβάνονται σε χάρτες δικούς μας που είχαν εκδοθεί από το παρελθόν και άρα αφού οι χάρτες μας τα αναφέρουν ως τουρκικά από παλαιότερα δεν υπάρχει αμφιβολία ότι είναι τουρκικά.» Βρεθήκαμε ενώπιον ενός αδιεξόδου και τότε παρεμβαίνουν οι «ζηλωτές», οι «πατριώτες» και των δυο πλευρών από δικής μας πλευράς ο δήμαρχος Καλύμνου με δική του πρωτοβουλία βάζει μία  σημαία σε ένα πρόχειρο κοντάρι, έρχονται οι Τούρκοι οι οποίοι αφαιρούν την ελληνική σημαία και βάζουνε μία δική τους σημαία. Το πράγμα πλέον παίρνει σοβαρότατες διαστάσεις, ηλεκτρίζεται έντονα η κοινή γνώμη και των δύο χωρών και βεβαίως και η δική μας και μέσα σε αυτό το πολύ τεταμένο κλίμα παρατηρείται και μία συγκέντρωση ναυτικών δυνάμεων της Τουρκίας γύρω από τις νησίδες των Ίμια. Αυτό φυσικά προκαλεί ανάλογη αντίδραση και από ελληνικής πλευράς.

Δ.ΚΑΡΑΪΤΙΔΗΣ: Έτυχε -πράγματι ήταν συμπτωματικό το γεγονός- εκείνο το βράδυ της μεγάλης κρίσης να με καλέσει ο τότε πρωθυπουργός, στο διπλωματικό γραφείο του οποίου ασκούσα καθήκοντα διευθυντού για να του δώσω κάποια την τηλεγραφήματα και όταν πήγα στο γραφείο του είδα τον Ναύαρχο Λυμπέρη  που τότε ήταν επικεφαλής όλων των Ενόπλων Δυνάμεων, η συνομιλία δεν ξέρω πότε έχει αρχίσει αλλά προφανώς ήτανε προς το τέλος της και αυτό που άκουσα εγώ ως κατάληξη των όσων είχαν λεχθεί προηγουμένως που δεν ξέρω τι ακριβώς ήταν προφανώς ήταν συζήτηση περί των μέτρων που θα έπρεπε να ληφθούν. Ο Σημίτης του είπε «επαναλαμβάνω αρχηγέ, θέλω να ληφθούν όλα τα αναγκαία και απαραίτητα μέτρα για την πλήρη φύλαξη όλου του συμπλέγματος των Ίμια». Η απάντηση του Ναυάρχου ήτανε «έχουμε λάβει μέτρα…»

ΔΗΜ: Ο Κώστας Σημίτης του είπε επί της ουσίας να προστατευτούν και οι δύο βραχονησίδες.

Δ.ΚΑΡΑΪΤΙΔΗΣ: Ακριβώς υπήρξα αυτήκοος και αυτόπτης μάρτυς. Η απάντηση του ΓΕΕΘΑ ήταν «έχουμε λάβει μέτρα σε όλα τα σημεία στα οποία θεωρούμε ότι θα ήταν ενδεχόμενο να δράσουν οι Τούρκοι», αν αποφάσιζαν να κάνουν κάποια ενέργεια στις βραχονησίδες.  Εκεί διαπίστωσα ότι υπάρχει διαφορά αντίληψης, ο μεν πρωθυπουργός έλεγε -κατά την άποψή μου ευλόγως- ότι έπρεπε να προφυλαχτεί όλο το σύμπλεγμα και των δύο βραχονησίδων, ο δε αρχηγός ΓΕΕΘΑ άφηνε να εννοηθεί ότι δεν ήταν τόσο απαραίτητο αυτό αλλά κυρίως να φυλαχθούν τα σημεία που έκρινε εκείνος με στρατιωτικά κριτήρια ότι ήταν πιο ευαίσθητα. Αυτό έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία διότι όταν μετά από δύο-τρεις ώρες ακολούθησε η σύσκεψη σε άλλη αίθουσα στη Βουλή υπό την προεδρία του Σημίτη, όταν μάθαμε δυστυχώς πρώτα από τα δημοσιογραφικά πρακτορεία και αργότερα από τις δικές μας υπηρεσίες, τις στρατιωτικές ότι εστάλη απόσπασμα Τούρκων στη μία Ίμια, ο Πρωθυπουργός έθεσε  το ερώτημα στον ΓΕΕΘΑ «πώς συνέβη αυτό εφόσον είχαμε πει να ληφθούν μέτρα;»

ΔΗΜ: Και τι απάντησε ο ναύαρχος τότε;

Δ.ΚΑΡΑΪΤΙΔΗΣ: Η απάντηση του Ναυάρχου ήταν «δεν έλαβα ποτέ τέτοιες οδηγίες». Αυτό προκάλεσε μια έντονη εκδήλωση θυμού από τον Σημίτη. Χτύπησε το χέρι του με οργή στο τραπέζι και με εκφράσεις έντονης  αποδοκιμασίας επέπληξε την απάντηση αυτή.

Δ.ΚΑΡΑΪΤΙΔΗΣ:  Τότε είχε γίνει αλλαγή ηγεσίας στην κυβέρνηση, δεν υπήρξε αλλαγή κόμματος υπήρξε αλλαγή πρωθυπουργού. Είχε αποχωρήσει ο Παπανδρέου και είχε εκλεγεί ο Κώστας Σημίτης  από την κοινοβουλευτική ομάδα ο οποίος όμως όταν υπήρξε η κρίση δεν είχε λάβει ακόμα ψήφο εμπιστοσύνης από τη Βουλή. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, ποια είναι η στιγμή που επέλεξαν οι Τούρκοι να δημιουργήσουν την κρίση; Το λέω διότι και οι διωγμοί στην Κωνσταντινούπολη το ‘55 έγιναν όταν ο τότε πρωθυπουργός Παπάγος ασθενούσε, και η εισβολή στην Κύπρο το ‘74 έγινε όταν η χούντα ήταν υπό κατάρρευση και υπήρχε κενό εξουσίας άρα δίδαγμα πρέπει να είμαστε σε διαρκή επαγρύπνηση και εγρήγορση και επιβάλλεται επίσης να είναι πάντα πολύ καλή η συνεργασία πολιτικής ηγεσίας και στρατιωτική ηγεσίας.