Ο αυτοτραυματισμός είναι ένα φαινόμενο που συχνά παραμένει κρυφό, αλλά αφορά όλο και περισσότερους νέους παγκοσμίως. Μπορεί να πάρει πολλές μορφές, από κοψίματα και καψίματα μέχρι χτυπήματα ή χάραξη του σώματος, και συχνά δεν εκφράζει επιθυμία θανάτου, αλλά έναν τρόπο να αντέξει κάποιος τον ψυχικό πόνο που φαντάζει ανυπόφορος. «Πράττω αυτοτραυματισμό σημαίνει ότι κάποιος προκαλεί σκόπιμα πόνο ή βλάβη στο σώμα του, όχι επειδή θέλει να πεθάνει, αλλά επειδή αναζητά έναν τρόπο να αντέξει τον ψυχικό πόνο και αποτελεί, συχνά, μια μορφή εκτόνωσης, ελέγχου ή επικοινωνίας ενός πόνου που δεν είναι ανεκτός», εξηγούν στα «ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ» οι ψυχολόγοι και συνεργάτες της Εταιρείας Γνωσιακών Συμπεριφοριστικών Σπουδών (ΕΓΣΣ) και του Ινστιτούτου Έρευνας και Θεραπείας της Συμπεριφοράς (ΙΕΘΣ), Κατερίνα Καραμανή και Αθανασία Μαυροειδή.

Διαβάστε: Αυτοκτονία: Ένα φαινόμενο που επιμένει στον χρόνο και πληγώνει την κοινωνία - Τα προειδοποιητικά σημάδια, η ανάγκη για εθνική στρατηγική πρόληψης και η γραμμή 1018


Οι συχνότερες μορφές αυτοτραυματισμού 

Οι ειδικοί σημειώνουν ότι οι μορφές αυτοτραυματισμού είναι πολλές και δεν είναι πάντα ορατές:
  • Κόψιμο, τρύπημα ή γδάρσιμο: Η χρήση αιχμηρών αντικειμένων όπως ξυραφάκια, ψαλίδια, διαβήτες ή κομμάτια γυαλιού για να πληγώσουν το δέρμα.
  • Εγκαύματα: Όταν το άτομο καίει σημεία του σώματός του με αναπτήρες, σπίρτα ή άλλα θερμαινόμενα αντικείμενα.
  • Χτυπήματα: Το άτομο μπορεί να χτυπάει τον εαυτό του με τις γροθιές του ή να χτυπάει με δύναμη το κεφάλι ή άλλα μέλη του σώματος πάνω σε τοίχους και αντικείμενα.
  • Χάραξη: Η δημιουργία σημαδιών, όπως λέξεις ή σύμβολα, πάνω στο δέρμα. Εισαγωγή αντικειμένων: Η τοποθέτηση μικρών αντικειμένων, όπως καρφίτσες ή συνδετήρες, κάτω από την επιφάνεια του δέρματος.
  • Τράβηγμα δέρματος ή μαλλιών: Το πολύ έντονο τσίμπημα του δέρματος ή το βίαια τράβηγμα των μαλλιών που προκαλεί τραύμα.
  • Πρόκληση καβγάδων: Ειδικά στους άνδρες, ο αυτοτραυματισμός μπορεί να πάρει τη μορφή της εμπλοκής σε καβγάδες.
«Πίσω από κάθε τέτοια συμπεριφορά δεν βρίσκεται η ανάγκη για προσοχή ή η “υπερβολή”, αλλά μια πραγματική δυσκολία στη διαχείριση έντονων συναισθημάτων. Κι αυτός είναι ο λόγος που ο αυτοτραυματισμός χρειάζεται να αντιμετωπίζεται με κατανόηση, ενημέρωση και φροντίδα, όχι με σιωπή ή στιγματισμό», επισημαίνουν οι ειδικοί.


Οι ηλικίες που είναι πιο επιρρεπείς στον αυτοτραυματισμό

Σύμφωνα με επιδημιολογικά δεδομένα από τις ΗΠΑ, ο αυτοτραυματισμός εμφανίζεται με μεγαλύτερη συχνότητα στους εφήβους ηλικίας 15-19 ετών και τους νεαρούς ενήλικες. Συνήθως, η ηλικία έναρξης είναι τα 12 με 14 έτη. Οι ειδικοί σημειώνουν ότι το φαινόμενο εκδηλώνεται με μεγαλύτερη συχνότητα στην ομάδα ΛΟΑΤΚΙ εφήβων, καθώς και σε νέους που έχουν υποστεί κακοποίηση, έχουν ιστορικό τραύματος ή βιώνουν κοινωνική απομόνωση και εκφοβισμό (bullying).

Συχνά, ο αυτοτραυματισμός συνδέεται με τη συνύπαρξη ψυχικών διαταραχών, όπως οι διαταραχές πρόσληψης τροφής, οι συναισθηματικές διαταραχές (κατάθλιψη), η οριακή διαταραχή προσωπικότητας και οι διαταραχές του αυτιστικού φάσματος. Αν και στα παιδιά η συχνότητα είναι γενικά χαμηλότερη, φαίνεται ότι τα επεισόδια αυξάνονται σε αυτά που πάσχουν από κάποια ψυχική διαταραχή. Αντίθετα, στους ενήλικες μεγαλύτερης ηλικίας το φαινόμενο υποχωρεί και εμφανίζεται με μικρότερη συχνότητα. Επομένως, παρόλο που ο αυτοτραυματισμός συνδέεται στενά με την εφηβεία, δεν περιορίζεται μόνο σε αυτήν, αλλά αφορά και άλλες ηλικιακές ομάδες, έστω και σε χαμηλότερα ποσοστά.

Οι ειδικοί εξηγούν ότι ο αυτοτραυματισμός είναι ένα σύνθετο ψυχολογικό φαινόμενο, στην εκδήλωση του οποίου φαίνεται να αλληλεπιδρούν πολλαπλοί παράγοντες. Συχνά συνδέεται με:
• Βιολογική ευαλωτότητα: αυξημένη συναισθηματική αντιδραστικότητα.
• Πρώιμες αρνητικές εμπειρίες: κακοποίηση, παραμέληση ή επικριτικό οικογενειακό ή κοινωνικό περιβάλλον.
• Έλλειψη δεξιοτήτων διαχείρισης: δυσκολία στην έκφραση συναισθημάτων ή στην αναζήτηση υποστήριξης.
• Αίσθημα κενού ή έντασης: ο αυτοτραυματισμός λειτουργεί ως τρόπος προσωρινής ανακούφισης ή δημιουργίας συναισθήματος.
• Αίσθηση ελέγχου: σε ένα περιβάλλον που αντιλαμβάνεται ως απειλητικό, η εν λόγω πράξη προσφέρει αίσθηση ελέγχου.
14% των παιδιών και εφήβων στην Ελλάδα έχουν αυτοτραυματιστεί τουλάχιστον μία φορά

Επίσης, μπορεί να λειτουργεί ως μορφή αυτοτιμωρίας, όταν το άτομο αποδίδει στον εαυτό του την ευθύνη για τη συναισθηματική του κατάσταση και τη συνακόλουθη δυσλειτουργική συμπεριφορά ή ακόμη και ως ένας τρόπος να λάβει προσοχή, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι επιθυμεί τη χειραγώγηση των άλλων. Όταν το συναίσθημα και ο ψυχικός πόνος δεν επικοινωνούνται με άλλες μορφές, το άτομο βρίσκει έτσι έναν τρόπο να εκφραστεί και να φροντιστεί. Οι λειτουργίες αυτές, καθώς οδηγούν σε άμεση αλλά προσωρινή ανακούφιση, συμβάλλουν στη διατήρηση και παγίωση του αυτοτραυματισμού ως δυσλειτουργικού μηχανισμού ρύθμισης των συναισθημάτων.

Σύμφωνα με τις ειδικούς, το άτομο που αυτοτραυματίζεται δεν σημαίνει ότι θέλει να πεθάνει. Πολλά άτομα περιγράφουν τον αυτοτραυματισμό ως έναν τρόπο να αντέξουν ή να διαχειριστούν έναν έντονο ψυχικό πόνο, όταν δεν βλέπουν άλλες επιλογές. Γι' αυτούς, λειτουργεί περισσότερο ως ένας τρόπος να παραμείνουν ζωντανοί. Παρ’ όλα αυτά, τα συγκεκριμένα άτομα έχουν σημαντικά μεγαλύτερο κίνδυνο να κάνουν απόπειρα αυτοκτονίας ή να καταλήξουν από αυτοκτονία στο μέλλον. Η σχέση ανάμεσα στον αυτοτραυματισμό και τις αυτοκτονικές σκέψεις ή συμπεριφορές έχει υποστηριχθεί ερευνητικά.

30% των περιπτώσεων έχουν προβεί στην πράξη πάνω από 5 φορές


Οι ενδείξεις που πρέπει να μας προβληματίσουν

Το άτομο που αυτοτραυματίζεται βιώνει έντονη ντροπή για την ενέργεια αυτή και φόβο ότι θα απορριφθεί ή θα επικριθεί από τους άλλους αν το ανακαλύψουν, οπότε κρύβει τα σημάδια του αυτοτραυματισμού. Όμως, υπάρχουν ορισμένες ενδείξεις που, όταν εμφανίζονται επανειλημμένα ή συνδυαστικά, χρειάζεται να μας προβληματίσουν.

Σύμφωνα με τις ειδικούς, μπορεί να παρατηρήσουμε ότι το άτομο φορά ρούχα που καλύπτουν το σώμα του -όπως μακριά μανίκια ή παντελόνια- ακόμη και όταν η θερμοκρασία δεν το δικαιολογεί. Ενδέχεται, επίσης, στον προσωπικό του χώρο να υπάρχουν αντικείμενα που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για αυτοτραυματισμό. Σε ορισμένες περιπτώσεις εμφανίζονται ουλές, πληγές ή μώλωπες, σε σημεία όπως τα χέρια, οι καρποί, οι μηροί ή η κοιλιακή περιοχή, τα οποία συχνά αποδίδονται σε ατυχήματα. Δεν είναι σπάνιο το άτομο να αντιδρά με έντονη δυσφορία ή εκνευρισμό όταν κάποιος προσέξει το σώμα του ή κάνει ερωτήσεις.

Πέρα από τα σωματικά σημάδια, συχνά υπάρχουν και αλλαγές στη συμπεριφορά και στη διάθεση. Επιπλέον, το άτομο μπορεί να αποσύρεται κοινωνικά, να παρουσιάζει έντονες εναλλαγές στη διάθεση, να μιλά υποτιμητικά για τον εαυτό του ή να εκφράζει αισθήματα απόγνωσης και ματαιότητας. Παράλληλα, μπορεί να μειώνεται η λειτουργικότητά του στην καθημερινότητα, να διαταράσσεται ο ύπνος ή να παραμελείται η φροντίδα του εαυτού. Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι καμία από αυτές τις ενδείξεις, από μόνη της, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι κάποιος αυτοτραυματίζεται. Οταν όμως παρατηρούνται σε συνδυασμό και επιμένουν στον χρόνο, μπορεί να αποτελούν ένα σήμα ότι το άτομο βιώνει έντονο ψυχικό πόνο και χρειάζεται κατανόηση, προσοχή και υποστήριξη.


"Πρόκειται για σύμπτωμα και όχι για το ίδιο το πρόβλημα"

Ο αυτοτραυματισμός δεν αποτελεί «αναζήτηση προσοχής», αλλά στρατηγική αντιμετώπισης έντονου ψυχικού πόνου. Επομένως, όπως σημειώνουν οι κ. Καραμανή και Μαυροειδή, η ουσιαστική βοήθεια ξεκινά από την κατανόηση ότι πρόκειται για σύμπτωμα και όχι για το ίδιο το πρόβλημα. Σε κλινικό επίπεδο, είναι σημαντικό το άτομο να απευθυνθεί σε ειδικό ψυχικής υγείας και να μπορέσει να λάβει την απαραίτητη φροντίδα. Ο ρόλος του οικογενειακού και κοινωνικού περιβάλλοντος είναι επίσης καθοριστικός: σταθερή παρουσία, αποφυγή απειλών ή τιμωρίας και ενθάρρυνση για επαγγελματική βοήθεια. Σε κάθε περίπτωση, ο αυτοτραυματισμός δεν ορίζει ποιοι είμαστε ούτε ακυρώνει την αξία μας. Είναι συχνά ένας τρόπος να αντέξει κανείς έναν πόνο που τη δεδομένη στιγμή μοιάζει αβάσταχτος. Κι αυτός ο πόνος αξίζει να ακουστεί και να αντιμετωπιστεί με φροντίδα, όχι με ντροπή ή φόβο.

Προς τους ανθρώπους που αυτοτραυματίζονται, το μήνυμα των ειδικών είναι σαφές: δεν είστε μόνοι. Ο αυτοτραυματισμός δεν σημαίνει αδυναμία, αλλά μια προσπάθεια να διαχειριστεί κανείς κάτι πολύ δύσκολο με λάθος τρόπο. Και η βοήθεια δεν προϋποθέτει να είναι κανείς «έτοιμος» ή να φτάσει «στο χειρότερο σημείο» - αξίζετε ήδη στήριξη και φροντίδα. Όσον αφορά τους γονείς, η παρουσία, η ψυχραιμία και η αναζήτηση επαγγελματικής βοήθειας είναι καθοριστικές. Οι ενοχές, οι απειλές ή η τιμωρία δεν βοηθούν, αντίθετα απομακρύνουν το παιδί από τη βοήθεια που χρειάζεται. Η έγκαιρη παρέμβαση μπορεί να αλλάξει την πορεία των πραγμάτων. Ο αυτοτραυματισμός μπορεί να μειωθεί και να ξεπεραστεί, όταν αντιμετωπιστεί με κατανόηση, στήριξη και θεραπεία.

Τα ερευνητικά δεδομένα για την Ελλάδα

Ο αυτοτραυματισμός αποτελεί ένα φαινόμενο που τα τελευταία χρόνια απασχολεί ολοένα και περισσότερο την επιστημονική κοινότητα και τους φορείς ψυχικής υγείας και στην Ελλάδα. Και παρότι δεν υπάρχουν ακόμη ολοκληρωμένα εθνικά στατιστικά στοιχεία για τον γενικό πληθυσμό, υπάρχουν πλέον αξιόπιστα ερευνητικά δεδομένα, κυρίως για παιδιά, εφήβους και νέους, όπως λένε οι κ.κ. Καραμανή και Μαυροειδή.

Σύμφωνα με πανελλαδική μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό «European Child & Adolescent Psychiatry» (Koumoula et al., 2024), περίπου 14% των παιδιών και εφήβων στην Ελλάδα (8-17 ετών) αναφέρουν ότι έχουν προβεί τουλάχιστον μία φορά σε πράξη αυτοτραυματισμού. Η έρευνα βασίστηκε σε αντιπροσωπευτικό δείγμα και περιελάμβανε πληροφορίες από παιδιά, γονείς και επαγγελματίες ψυχικής υγείας. Αντίστοιχα, δεδομένα από έρευνες και προγράμματα πρόληψης που υλοποιούνται τα τελευταία χρόνια στη χώρα, όπως το Πρόγραμμα Αντιμετώπισης του Αυτοτραυματισμού στους Νέους, που αποτελεί μια εθνική πρωτοβουλία του υπουργείου Υγείας, σε συνεργασία με τη UNICEF και Ακαδημαϊκά Ιδρύματα της χώρας, δείχνουν ότι περίπου 1 στους 6 νέους ηλικίας 17-24 ετών αναφέρει εμπειρία αυτοτραυματισμού, το 20% περίπου είναι κορίτσια, ενώ το 47,9% γνωρίζει κάποιον που έχει αυτοτραυματιστεί. Φαίνεται ότι το 85% των παιδιών ξέρει τον όρο και πάνω από το 30% έχει αυτοτραυματιστεί πάνω από 5 φορές.

Σημειώνεται πως, σε πολλές περιπτώσεις, ο αυτοτραυματισμός δεν αποτελεί μεμονωμένο περιστατικό, αλλά επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά. Από την έρευνα προκύπτει ότι μόνο 1 στους 5 γονείς γνωρίζει για την πράξη. Επιπλέον, μελέτες που πραγματοποιήθηκαν στην Ελλάδα μετά την πανδημία COVID-19 καταγράφουν αύξηση των ψυχοκοινωνικών δυσκολιών στους εφήβους, με τον αυτοτραυματισμό να εμφανίζεται συχνότερα σε όσους αναφέρουν έντονο στρες, κοινωνική απομόνωση ή επιβάρυνση της ψυχικής τους υγείας (Giannakopoulos, Zaravinos-Tsakos, Pilafa, 2025). Συνολικά, τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι ο αυτοτραυματισμός στην Ελλάδα αφορά σημαντικό ποσοστό παιδιών και νέων (14%-22% σε ηλικίες 12-16 ετών, σύμφωνα με τις έρευνες που προαναφέρθηκαν), σε επίπεδα συγκρίσιμα με αυτά άλλων ευρωπαϊκών χωρών.


Πόσο φταίνε τα social media;

Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αποτελούν πλέον αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας, ιδιαίτερα για παιδιά, εφήβους και νέους. Ο ρόλος τους σε σχέση με τον αυτοτραυματισμό είναι σύνθετος και δεν μπορεί να αξιολογηθεί μονοδιάστατα, καθώς λειτουργούν ταυτόχρονα ως χώρος σύνδεσης, αλλά και ως πιθανός παράγοντας επιβάρυνσης.

Από τη μια πλευρά, μπορούν να προσφέρουν αίσθηση αναγνώρισης και κατανόησης, ιδίως σε άτομα που δυσκολεύονται να μιλήσουν ανοιχτά στο οικογενειακό ή κοινωνικό τους περιβάλλον. Η δυνατότητα να μοιραστούν εμπειρίες ή να βρουν κοινότητες με παρόμοιες δυσκολίες μπορεί να μειώσει το αίσθημα μοναξιάς και να λειτουργήσει υποστηρικτικά. Παράλληλα, στο Διαδίκτυο υπάρχει πρόσβαση σε πληροφορία, ψυχοεκπαιδευτικό υλικό και πρωτοβουλίες ευαισθητοποίησης γύρω από την ψυχική υγεία, που, υπό προϋποθέσεις, μπορούν να ενθαρρύνουν την αναζήτηση βοήθειας.

Ωστόσο, η ανεξέλεγκτη έκθεση σε περιεχόμενο που σχετίζεται με τον αυτοτραυματισμό ενέχει σοβαρούς κινδύνους. Ειδικότερα, υλικό που τον κανονικοποιεί, τον εξιδανικεύει ή τον παρουσιάζει γραφικά, μπορεί να ενισχύσει τη συμπεριφορά, ιδιαίτερα σε ευάλωτα άτομα. Την ίδια επίδραση έχει η μίμηση της συμπεριφοράς που παρακολουθείται και η προτροπή να εκφραστεί ο πόνος στο σώμα για να φανεί η έντασή του. Στην έρευνα του υπουργείου Υγείας, σε συνεργασία με τη UNICEF, την Α’ Ψυχιατρική Κλινική του Πανεπιστημίου Αθηνών και το Πρότυπο Κοινοτικό Κέντρο για την Ψυχική Υγεία των Νέων (2025) φάνηκε ότι το 55,4% των νέων είχε επηρεαστεί από το Διαδίκτυο. Στόχος δεν είναι συνήθως η πλήρης απομάκρυνση από τα social media, αλλά η καλλιέργεια μιας πιο συνειδητής και κριτικής χρήσης τους.

Δημοσιεύτηκε στα Παραπολιτικά