Άρθρο του Μητροπολίτη Σιγκαπούρης και Νοτίου Ασίας Κωνσταντίνου: Ποιοι θάνατοι μας συγκινούν;
Άρθρο γνώμης
Ζούμε σε μια κοινωνία που θρηνεί κυρίως ό,τι βλέπει και ξεχνά ό,τι μετριέται
Τις τελευταίες ημέρες η Ελλάδα θρηνεί. Πέντε εργάτριες που χάθηκαν σε μια έκρηξη εργοστασίου και επτά φιλάθλους που δεν έφτασαν ποτέ στο γήπεδο. Οι οθόνες γέμισαν πρόσωπα σοβαρά, γραβάτες πένθιμες, τίτλους με μαύρα φόντα.
Οι λέξεις «σοκ», «τραγωδία» και «μαύρη ημέρα» χρησιμοποιήθηκαν τόσο συχνά που στο τέλος κινδύνεψαν να χάσουν το νόημά τους. Σαν να πάγωσε ο χρόνος. Σαν να σταμάτησε η ζωή. Κι όμως, την ίδια ακριβώς στιγμή, την ίδια μέρα, στην ίδια χώρα, περίπου 345 άνθρωποι πέθαναν. Όχι μεταφορικά. Κυριολεκτικά. Είναι ο καθημερινός μέσος όρος θανάτων στην Ελλάδα, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ.
Περισσότεροι από 126.000 άνθρωποι τον χρόνο. Χωρίς κάμερες. Χωρίς τίτλους. Χωρίς «μαύρες ημέρες». Με μια σχεδόν ενοχλητική σιωπή. Το ερώτημα δεν είναι γιατί συγκλονιζόμαστε από τα μεγάλα δυστυχήματα. Αυτό είναι ανθρώπινο. Το ερώτημα είναι γιατί μόνο από αυτά. Γιατί ορισμένοι θάνατοι φαίνεται να μετράνε περισσότερο από άλλους.
Γιατί κάποιοι αποκτούν όνομα, πρόσωπο, αφήγηση, ενώ άλλοι καταλήγουν απλώς σε έναν αριθμό, σε μια στατιστική στήλη που κανείς δεν διαβάζει. Η απάντηση βρίσκεται κάπου ανάμεσα στην ανθρώπινη ψυχολογία και στον τρόπο που μας μαθαίνουν να κοιτάμε τον κόσμο. Τα ξαφνικά, βίαια, θεαματικά γεγονότα μάς τραβούν από το μανίκι. Μας αναγκάζουν να δούμε. Μια έκρηξη, ένα δυστύχημα, ένας μαζικός θάνατος έχουν σκηνικό, ένταση, αφήγημα. Οι ψυχολόγοι το λένε «διαθεσιμότητα».
Θυμόμαστε και συγκινούμαστε από ό,τι σοκάρει, όχι από ό,τι επαναλαμβάνεται. Ένας ηλικιωμένος που πεθαίνει μόνος στο σπίτι του δεν είναι είδηση. Είναι «αναμενόμενο». Ένας άνθρωπος που χάνει τη ζωή του από καρκίνο, καρδιά ή εγκεφαλικό δεν χωρά σε έκτακτο δελτίο. Δεν έχει δράμα, δεν έχει ενοχή, δεν έχει εχθρό.
Αντίθετα, νέοι άνθρωποι που δεν «έπρεπε» να πεθάνουν μας θυμίζουν κάτι επικίνδυνο. Ότι θα μπορούσαμε να είμαστε εμείς. Και αυτό δεν το αντέχουμε εύκολα. Τα μέσα ενημέρωσης γνωρίζουν καλά αυτό το παιχνίδι. Προτιμούν ιστορίες με πρόσωπα, εικόνες, βίντεο, ευθύνες. Ένα γεγονός που μπορεί να ειπωθεί σαν αφήγηση γίνεται συλλογικό πένθος. Οι υπόλοιποι θάνατοι μένουν αριθμοί.
Αν κάθε βράδυ ξεκινούσε το δελτίο με τη φράση «σήμερα πέθαναν 345 συμπολίτες μας», κανείς δεν θα άντεχε. Θα αλλάζαμε κανάλι. Η συνήθεια είναι ο πιο ύπουλος τρόπος να ακυρώνεις τη σημασία της ζωής. Αυτό δεν σημαίνει ότι η θλίψη για τις τραγωδίες είναι ψεύτικη ή υπερβολική. Σημαίνει όμως ότι είναι επιλεκτική. Και η επιλεκτικότητα αυτή γεννά ερωτήματα άβολα.
Γιατί δεν κινητοποιούμαστε με τον ίδιο ζήλο για την πρόληψη; Γιατί οι καθημερινοί «σιωπηλοί» θάνατοι δεν προκαλούν την ίδια αγανάκτηση; Μήπως επειδή δεν έχουν τίτλο, δεν έχουν φωτογραφία, δεν έχουν δράμα που να πουλά; Κάθε ζωή έχει την ίδια αξία. Αλλά δεν την αντιμετωπίζουμε έτσι. Ζούμε σε μια κοινωνία που θρηνεί κυρίως ό,τι βλέπει και ξεχνά ό,τι μετριέται. Και ίσως αυτό να είναι το πραγματικό μας πρόβλημα. Όχι ότι πεθαίνουν άνθρωποι, αλλά ότι μαθαίνουμε να το αντέχουμε, αρκεί να μη χαλάει το πρόγραμμα.
Δημοσιεύθηκε στην Απογευματινή
Οι λέξεις «σοκ», «τραγωδία» και «μαύρη ημέρα» χρησιμοποιήθηκαν τόσο συχνά που στο τέλος κινδύνεψαν να χάσουν το νόημά τους. Σαν να πάγωσε ο χρόνος. Σαν να σταμάτησε η ζωή. Κι όμως, την ίδια ακριβώς στιγμή, την ίδια μέρα, στην ίδια χώρα, περίπου 345 άνθρωποι πέθαναν. Όχι μεταφορικά. Κυριολεκτικά. Είναι ο καθημερινός μέσος όρος θανάτων στην Ελλάδα, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ.
Περισσότεροι από 126.000 άνθρωποι τον χρόνο. Χωρίς κάμερες. Χωρίς τίτλους. Χωρίς «μαύρες ημέρες». Με μια σχεδόν ενοχλητική σιωπή. Το ερώτημα δεν είναι γιατί συγκλονιζόμαστε από τα μεγάλα δυστυχήματα. Αυτό είναι ανθρώπινο. Το ερώτημα είναι γιατί μόνο από αυτά. Γιατί ορισμένοι θάνατοι φαίνεται να μετράνε περισσότερο από άλλους.
Γιατί κάποιοι αποκτούν όνομα, πρόσωπο, αφήγηση, ενώ άλλοι καταλήγουν απλώς σε έναν αριθμό, σε μια στατιστική στήλη που κανείς δεν διαβάζει. Η απάντηση βρίσκεται κάπου ανάμεσα στην ανθρώπινη ψυχολογία και στον τρόπο που μας μαθαίνουν να κοιτάμε τον κόσμο. Τα ξαφνικά, βίαια, θεαματικά γεγονότα μάς τραβούν από το μανίκι. Μας αναγκάζουν να δούμε. Μια έκρηξη, ένα δυστύχημα, ένας μαζικός θάνατος έχουν σκηνικό, ένταση, αφήγημα. Οι ψυχολόγοι το λένε «διαθεσιμότητα».
Θυμόμαστε και συγκινούμαστε από ό,τι σοκάρει, όχι από ό,τι επαναλαμβάνεται. Ένας ηλικιωμένος που πεθαίνει μόνος στο σπίτι του δεν είναι είδηση. Είναι «αναμενόμενο». Ένας άνθρωπος που χάνει τη ζωή του από καρκίνο, καρδιά ή εγκεφαλικό δεν χωρά σε έκτακτο δελτίο. Δεν έχει δράμα, δεν έχει ενοχή, δεν έχει εχθρό.
Αντίθετα, νέοι άνθρωποι που δεν «έπρεπε» να πεθάνουν μας θυμίζουν κάτι επικίνδυνο. Ότι θα μπορούσαμε να είμαστε εμείς. Και αυτό δεν το αντέχουμε εύκολα. Τα μέσα ενημέρωσης γνωρίζουν καλά αυτό το παιχνίδι. Προτιμούν ιστορίες με πρόσωπα, εικόνες, βίντεο, ευθύνες. Ένα γεγονός που μπορεί να ειπωθεί σαν αφήγηση γίνεται συλλογικό πένθος. Οι υπόλοιποι θάνατοι μένουν αριθμοί.
Αν κάθε βράδυ ξεκινούσε το δελτίο με τη φράση «σήμερα πέθαναν 345 συμπολίτες μας», κανείς δεν θα άντεχε. Θα αλλάζαμε κανάλι. Η συνήθεια είναι ο πιο ύπουλος τρόπος να ακυρώνεις τη σημασία της ζωής. Αυτό δεν σημαίνει ότι η θλίψη για τις τραγωδίες είναι ψεύτικη ή υπερβολική. Σημαίνει όμως ότι είναι επιλεκτική. Και η επιλεκτικότητα αυτή γεννά ερωτήματα άβολα.
Γιατί δεν κινητοποιούμαστε με τον ίδιο ζήλο για την πρόληψη; Γιατί οι καθημερινοί «σιωπηλοί» θάνατοι δεν προκαλούν την ίδια αγανάκτηση; Μήπως επειδή δεν έχουν τίτλο, δεν έχουν φωτογραφία, δεν έχουν δράμα που να πουλά; Κάθε ζωή έχει την ίδια αξία. Αλλά δεν την αντιμετωπίζουμε έτσι. Ζούμε σε μια κοινωνία που θρηνεί κυρίως ό,τι βλέπει και ξεχνά ό,τι μετριέται. Και ίσως αυτό να είναι το πραγματικό μας πρόβλημα. Όχι ότι πεθαίνουν άνθρωποι, αλλά ότι μαθαίνουμε να το αντέχουμε, αρκεί να μη χαλάει το πρόγραμμα.
Δημοσιεύθηκε στην Απογευματινή
En