Την απαλλαγή του ηθοποιού και καθηγητή υποκριτικής από τις κατηγορίες που αφορούν δύο απόπειρες βιασμού και έναν βιασμό σε βάρος δύο νεαρών γυναικών, για περιστατικά που φέρονται να έλαβαν χώρα το 2012 και το 2013, πρότεινε η εισαγγελέας της έδρας του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της Αθήνας, όπου εκδικάζεται η υπόθεση από τον περασμένο Οκτώβριο. Κατά την πολύωρη αγόρευσή της, διάρκειας περίπου δυόμισι ωρών, η εισαγγελική λειτουργός ανέπτυξε το σκεπτικό της ενώπιον ενός κατάμεστου ακροατηρίου, στο οποίο παρευρίσκονταν πρόσωπα του καλλιτεχνικού χώρου, μεταξύ των οποίων και ο σκηνοθέτης Γιώργος Λάνθιμος. Η παρουσία του συνδέεται με το γεγονός ότι μία από τις καταγγέλλουσες είναι αδελφή γνωστής Ελληνίδας ηθοποιού με την οποία έχει συνεργαστεί.

Διαβάστε: Υπόθεση κατασκοπείας: Προθεσμία για την Τρίτη έλαβε ο 50χρόνος σμήναρχος της Πολεμικής Αεροπορίας (Βίντεο)


Το σκεπτικό της εισαγγελέως για την απαλλαγή του ηθοποιού και καθηγητή υποκριτικής 

Η εισαγγελέας ξεκίνησε επισημαίνοντας τη φύση των αδικημάτων που αποδίδονται στον κατηγορούμενο, σημειώνοντας ότι πρόκειται για πράξεις που «τελούνται πίσω από κλειστές πόρτες», χωρίς αυτόπτες μάρτυρες ή ιατροδικαστικά ευρήματα. Αναφέρθηκε, παράλληλα, στο εύλογο ερώτημα που συχνά τίθεται σε τέτοιες υποθέσεις, δηλαδή την καθυστέρηση των καταγγελιών. Όπως είπε, οι ίδιες οι παθούσες απέδωσαν τη χρονική απόσταση στο κίνημα #metoo, το οποίο, κατά την εισαγγελέα, «αποτελεί μια συλλογική προσπάθεια ενθάρρυνσης της καταγγελίας κακοποιητικών συμπεριφορών και πρέπει να αντιμετωπίζεται με σεβασμό».

Ωστόσο, η εισαγγελική λειτουργός υπογράμμισε ότι, ελλείψει άμεσων αποδεικτικών στοιχείων, το δικαστήριο καλείται να αξιολογήσει άλλους παράγοντες, όπως τη συνολική συμπεριφορά των καταγγελλουσών πριν και μετά τα επίμαχα περιστατικά. «Ένα από τα εργαλεία ελέγχου της αξιοπιστίας είναι και οι μεταγενέστερες επαφές με τον καταγγελλόμενο», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Αναφερόμενη στην πρώτη καταγγέλλουσα, η οποία κατήγγειλε τον κατηγορούμενο για δύο απόπειρες βιασμού, η εισαγγελέας έκανε λόγο για μια νεαρή γυναίκα με έντονη ψυχολογική ευαλωτότητα, η οποία, όπως προέκυψε από τη διαδικασία, αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα ψυχικής υγείας ήδη πριν τη γνωριμία της με τον κατηγορούμενο. Επικαλέστηκε τις καταθέσεις της ίδιας, της μητέρας της, αλλά και τα στοιχεία της δικογραφίας, αναφέροντας ότι οι δυσκολίες αυτές «είχαν ουσιαστικά αποσιωπηθεί».

Παρά την εικόνα ενός «εύθραυστου ψυχισμού», όπως την περιέγραψε, η εισαγγελέας επισήμανε ότι από την αποδεικτική διαδικασία προέκυψαν «κενά, αντιφάσεις και ασάφειες» στις καταθέσεις της καταγγέλλουσας, ακόμη και σε βασικά σημεία, όπως οι ημερομηνίες των καταγγελλόμενων πράξεων. Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στην απόπειρα αυτοκτονίας που επικαλέστηκε η νεαρή γυναίκα, σημειώνοντας ότι δεν αποδείχθηκε αιτιώδης σύνδεση με τη συμπεριφορά του κατηγορούμενου. «Από τη διαδικασία προέκυψε ότι επρόκειτο για μια συνηθισμένη κρίση, στο πλαίσιο των ψυχολογικών προβλημάτων που ήδη αντιμετώπιζε», ανέφερε.

Η εισαγγελέας έθεσε, επίσης, ερωτήματα σχετικά με τη μη διατήρηση, όπως είπε, του μοναδικού άμεσου αποδεικτικού στοιχείου που φέρεται να υπήρχε, δηλαδή μιας τηλεφωνικής συνομιλίας στην οποία, κατά τους ισχυρισμούς, ο κατηγορούμενος ομολογούσε τις πράξεις. «Γιατί δεν διατηρήθηκε αυτή η συνομιλία;», διερωτήθηκε, υπενθυμίζοντας ότι οι γονείς της καταγγέλλουσας είναι νομικοί.

«Όλες αυτές οι ασάφειες κλονίζουν τις ενδείξεις που οδήγησαν στην παραπομπή», κατέληξε για την πρώτη περίπτωση, προσθέτοντας ότι, κατά την κρίση της, οι ενδείξεις αυτές «ποτέ δεν μετατράπηκαν σε αποδείξεις ικανές να στηρίξουν καταδίκη».

Για τη δεύτερη καταγγέλλουσα, που κατήγγειλε τον κατηγορούμενο για βιασμό, η εισαγγελέας στάθηκε ιδιαίτερα στη συμπεριφορά της μετά το καταγγελλόμενο περιστατικό. Όπως ανέφερε, η νεαρή γυναίκα διατηρούσε επαφή με τον κατηγορούμενο, τον επισκεπτόταν και αντάλλασσε μαζί του πλήθος μηνυμάτων «σε έντονα φιλικό και ερωτικό ύφος», τα οποία και ανέγνωσε εν μέρει στο ακροατήριο.

Η εισαγγελική λειτουργός τόνισε ότι, ακόμη και αν κάποιος δεν γνωρίζει τον ακριβή νομικό χαρακτηρισμό μιας πράξης, «γνωρίζει πώς νιώθει όταν υφίσταται σεξουαλική επίθεση». Υπό αυτό το πρίσμα, έκρινε ότι η συνολική στάση της καταγγέλλουσας μετά τα γεγονότα δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την εκδοχή της. Κλείνοντας την πρότασή της, η εισαγγελέας ζήτησε την απαλλαγή του κατηγορουμένου «λόγω αμφιβολιών».

Σε προηγούμενη δικάσιμο, ο 43χρονος κατηγορούμενος είχε αρνηθεί στο σύνολό τους τις κατηγορίες, αποδίδοντας τις καταγγελίες σε σκοπιμότητες και στο κλίμα που δημιουργήθηκε μετά την ανάδειξη του #metoo. Κατά την απολογία του, επιτέθηκε με σφοδρότητα στις καταγγέλλουσες, κάνοντας λόγο για προσωπικά και ψυχολογικά κίνητρα, ενώ υποστήριξε ότι οι σχέσεις του μαζί τους ήταν συναινετικές.

Ο ίδιος υποστήριξε ότι οι καταγγελίες κατέστρεψαν την καριέρα και την προσωπική του ζωή, ενώ, όπως είπε, επηρέασαν σοβαρά και την υγεία των γονιών του. Η απόφαση του δικαστηρίου αναμένεται να εκδοθεί την προσεχή εβδομάδα.