"Αυτά δεν συμβαίνουν σ’ εμάς": Το μυθιστόρημα που προηγήθηκε του #MeToo- Ένα βιβλίο για τη γκρίζα ζώνη της βίας
Ποιο είναι το περιεχόμενο του βιβλίου
Με αφορμή την κυκλοφορία του μυθιστορήματος της Γερμανίδας Μπετίνας Βίλπερτ "Αυτά δεν συμβαίνουν σ’ εμάς" από τις εκδόσεις Περισπωμένη, μιλάμε με την Έλενα Παλλαντζά, μεταφράστρια του βιβλίου
Με αφορμή την πρόσφατη κυκλοφορία του μυθιστορήματος της Γερμανίδας συγγραφέα Μπετίνας Βίλπερτ «Αυτά δεν συμβαίνουν σ’ εμάς» από τις εκδόσεις Περισπωμένη, συνομιλούμε με τη μεταφράστρια του βιβλίου, Έλενα Παλλαντζά. Το έργο, γραμμένο πριν από την έκρηξη του κινήματος #MeTooστην Ευρώπη, πραγματεύεται τη συναίνεση, τη σεξουαλική βία και τους μηχανισμούς κοινωνικής δυσπιστίας απέναντι στα θύματα, ανοίγοντας έναν ευρύτερο διάλογο γύρω από την έμφυλη βία, τη δικαιοσύνη και την ευθύνη του αναγνώστη. Η Έλενα Παλλαντζά μιλά για το βιβλίο, το κοινωνικό του πλαίσιο, τη γερμανική πραγματικότητα και τον ρόλο της μετάφρασης ως πολιτικής και πολιτισμικής πράξης.
Βίασε τελικά ο Γιόνας την Άννα, την πρωταγωνίστρια του μυθιστορήματος;
Η αλήθεια είναι πως το βιβλίο αρνείται συνειδητά να δώσει μια ξεκάθαρη απάντηση για το ίδιο το συμβάν. Δεν ενδιαφέρεται να ικανοποιήσει ντετεκτιβικές ή άλλες περιέργειες. Στο ιστορικοκοινωνικό πλαίσιο της αφήγησης υπάρχουν βέβαια μικρά, σχεδόν αδιόρατα νεύματα που δείχνουν προς μία κατεύθυνση. Αλλά, όπως συμβαίνει συνήθως και στη ζωή, στη γκρίζα ζώνη του ιδιωτικού το αποτύπωμα της αλήθειας είναι δυσδιάκριτο. Το ενδιαφέρον για μένα είναι πώς η συγγραφέας συνδέει λογοτεχνικά την αποδεικτική αδυναμία ενός περιστατικού σεξουαλικής βίας με τη βαθιά ριζωμένη κοινωνική δυσπιστία απέναντι στο θύμα. Εκεί προκύπτει το ουσιαστικό ερώτημα του βιβλίου: όχι το τι συνέβη, αλλά ποιον/ποια και γιατί επιλέγουμε να πιστέψουμε. Και τότε η ευθύνη μιας απάντησης ή τοποθέτησης μετατοπίζεται στον αναγνώστη.
Μία σύντομη περίληψη του βιβλίου: Λειψία, καλοκαίρι 2014. Μετά από ένα βράδυ με πολύ αλκοόλ, η Άννα και ο Γιόνας κοιμούνται μαζί. Εκείνη λέει πως ήταν βιασμός. Εκείνος, πως υπήρξε συναίνεση. Όταν η Άννα αποφασίζει να τον καταγγείλει, ο περίγυρος διχάζεται. Η συναίνεση ή η απουσία της αποτελούν τις έννοιες που κατακλύζουν τη σεξουαλική σχέση των δύο πρωταγωνιστών. Τι νεωτερικό φέρνει η Γερμανίδα συγγραφέας στις δραματικές ιστορίες των γυναικών που ήρθαν αντιμέτωπες με τη βία των ανδρών;
Πρώτα απ’ όλα, το βιβλίο είναι η προοικονομία ενός κινήματος. Γραμμένο πριν ακόμη το #MeToo φτάσει στην Ευρώπη, αποκτά εκ των υστέρων σχεδόν προφητικό χαρακτήρα. Η Βίλπερτ συλλαμβάνει με αξιοθαύμαστο συγγραφικό ένστικτο όσα σε λίγο θα έμπαιναν στο καθημερινό μας λεξιλόγιο και στον δημόσιο διάλογο γύρω από την έμφυλη βία: συναίνεση, σιωπή, ντροπή, δυσπιστία, θυματοποίηση, κυνήγι μαγισσών. Θα ξεχώριζα κυρίως τον ευφυή και τολμηρό τρόπο που χειρίζεται το θέμα της. Αντί να ηθικολογεί ή να καταγγέλλει, στήνει ένα πολυφωνικό ανάγνωσμα που συνεχώς αυτοϋπονομεύεται. Και παράλληλα εστιάζει στα υπόγεια της βίας, στο σώμα ως πεδίο όπου εγγράφεται η εξουσία, στις δομές του σεξισμού, τις συνθήκες δηλαδή που και επιτρέπουν παρόμοιες υπερβάσεις ορίων και συντηρούν όλους εκείνους τους μηχανισμούς που στη συνέχεια σχετικοποιούν ή αποσιωπούν τις πράξεις.
Η ιστορία εκτυλίσσεται σ’ ένα πανεπιστημιακό campus στη Λειψία, πόλη της πρώην Ανατολικής Γερμανίας. Το έγκλημα της σεξουαλικής βίας έχει πολιτικές, κοινωνικές και θρησκευτικές καταβολές;
Η σεξουαλική βία δεν είναι ποτέ ένα μεμονωμένο ή ατομικό γεγονός. Εκεί παραπέμπει άλλωστε και ο τίτλος του βιβλίου, που δεν λέει «αυτό δεν συμβαίνει σ’ εμένα», αλλά θέτει εξαρχής την κοινωνική διάσταση, παρά την ιδιωτική φύση του συμβάντος. Αν το καλοσκεφτούμε, ακόμα και τα συναισθήματα που βιώνουν τα θύματα δεν είναι αμιγώς ατομικά.
Η ντροπή και η ενοχή εδράζουν σε ιστορικά διαμορφωμένες αντιλήψεις για το φύλο, την ισότητα ή μη ισότητα και το σώμα. Επομένως, ναι, η γυναικεία κακοποίηση, ως μέσο επιβολής και πειθάρχησης των γυναικών στον έμφυλο ρόλο τους, έχει όλες αυτές τις καταβολές, αντανακλά αντιλήψεις βαθιά εμποτισμένες από ποικίλες κληρονομημένες «κανονικότητες». Από την άλλη, ούτε η Λειψία ούτε το φοιτητικό περιβάλλον είναι ένα τυχαίο σκηνικό. Τη σχέση της Άννας – που, σημειωτέον, έχει μεταναστευτικό υπόβαθρο – και του Γιόνας – που είναι ανώτερός της στην πανεπιστημιακή ιεραρχία – πλαισιώνει ένας χώρος παραγωγής γνώσης και κριτικής σκέψης, σε μια προοδευτική, υποτίθεται, κουλτούρα ενσωμάτωσης. Η Βίλπερτ δείχνει ότι ο σεξισμός δεν ανθεί μόνο στα αυταρχικά και τα θεοκρατικά καθεστώτα, αλλά εντοπίζεται και σε πιο «φωτισμένα» περιβάλλοντα.
Η συναίνεση στη σεξουαλική πράξη εισάγεται ως νομικός όρος στο ποινικό δίκαιο για την περιγραφή των σεξουαλικών εγκλημάτων στην Ιρλανδία το 1981. Με καθυστέρηση πολλών ετών ακολουθούν και άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ουαλία το 2003. Η Γερμανία το 2016 και η χώρα μας το 2019. Το νομοθετικό πλαίσιο των αναπτυγμένων χωρών είναι ολοκληρωμένο. Παρ’ όλα αυτά, τα θύματα εξακολουθούν να μην βρίσκουν το θάρρος να καταγγείλουν το έγκλημα.
Αναμφίβολα, η σταδιακή θεσμική κατοχύρωση της συναίνεσης αποτελεί τεράστια κατάκτηση. Η Βίλπερτ, μάλιστα, εμπνεύστηκε το βιβλίο της ακριβώς από τη γερμανική νομοθετική μεταρρύθμιση του 2016, όταν από την προβολή σωματικής αντίστασης περάσαμε στην απουσία συναίνεσης, στο ότι ένα λεκτικό «όχι» αρκεί. Το 2025 η Γαλλία εμφανίζεται ακόμη πιο ρηξικέλευθη, ορίζοντας ότι η συναίνεση πρέπει να είναι ελεύθερη, ενημερωμένη και ανακλητή. Παρ’ όλα αυτά, στην πράξη ο κίνδυνος δυσπιστίας, επανατραυματοποίησης, διαπόμπευσης και θυματοποίησης, αλλά και η απουσία πλαισίου προστασίας των θυμάτων, δεν καθιστούν την καταγγελία μια ασφαλή και ισότιμη για όλες τις γυναίκες δυνατότητα. Ευελπιστώ ότι και το #MeToo, ως κίνημα χειραφέτησης και ενδυνάμωσης, θα συμβάλει στο να μη χρειάζεται κάποτε να μιλάμε για την καταγγελία ενός βιασμού με όρους «θάρρους», σαν να πρόκειται για ζήτημα ψυχικού αποθέματος και όχι κοινωνικής παρεμπόδισης.
Ποια η εμπειρία σας στη γερμανική κοινωνία από τη θέση της γυναίκας; Το κίνημα του #MeToo και της διαμόρφωσης woke κουλτούρας είναι εμφανή; Αν δεν προϋπήρχαν κιόλας, της αμερικανικής προέλευσης.
Η Γερμανία έχει κάνει σημαντικά βήματα προς τη χειραφέτηση και την προστασία των γυναικείων δικαιωμάτων, τόσο στον εργασιακό χώρο όσο και στον δημόσιο λόγο. Υπάρχει μεγαλύτερη ευαισθητοποίηση, λιγότερος «lifestyle σεξισμός», αυτή η καθημερινή κανονικοποίηση έμφυλων στερεοτύπων που συχνά βαφτίζεται άνεση ή χιούμορ. Ωστόσο, οι ανισότητες δεν έχουν εκλείψει. Το #MeToo, βέβαια, στην ευρωπαϊκή του εκδοχή απέκτησε σχετικά γρήγορα μια νομικοπολιτική διάσταση: έφερε στο προσκήνιο τη συναίνεση, την κατάχρηση εξουσίας στους χώρους εργασίας, την ανάγκη θεσμικών μηχανισμών προστασίας. Παράλληλα, όμως, διακρίνει κανείς και μια κόπωση, μια ειρωνική απόσταση απέναντι σε ό,τι συνοψίζεται σήμερα κάτω από την ετικέτα του «woke». Και εδώ η Βίλπερτ αποτυπώνει εύστοχα τις αντιφάσεις της γενιάς της – μιας γενιάς παγκοσμιοποιημένης, μορφωμένης, πολιτικοποιημένης – που μιλά μεν τη γλώσσα της ισότητας, αλλά δυσκολεύεται να τη μεταφράσει σε πράξη.
Η μετάφραση ενός λογοτεχνικού έργου είναι πολιτική πράξη; Πώς διαλέγετε τα έργα που μεταφράζετε στις δύο γλώσσες, ελληνική και γερμανική;
Ναι, η μετάφραση είναι πολιτική πράξη, όχι απαραίτητα με την έννοια της στράτευσης, αλλά με την έννοια της επιλογής. Το τι μεταφράζεται, πότε και για ποιο κοινό, δεν είναι ποτέ ουδέτερο. Προσωπικά, οι επιλογές μου δεν ακολουθούν ένα ενιαίο ιδεολογικό πρόγραμμα. Με ελκύουν κείμενα που ανατρέπουν ποικίλα στερεότυπα, που ανοίγουν ρωγμές στον κυρίαρχο λόγο, που φέρνουν στο προσκήνιο νέες ή λιγότερο ορατές οπτικές. Εξίσου σημαντικό είναι να μου ταιριάζουν γλωσσικά και αισθητικά και να νιώθω ότι μπορώ να τα υπηρετήσω καλά. Αν η μετάφραση είναι γέφυρα, όπως πρωτοείπε ο Ουγκώ, προσπαθώ να στέκομαι στο σημείο όπου το πολιτικό συναντά τη λογοτεχνία ως πεδίο ελευθερίας και ανοικτότητας.
Πώς βλέπετε την ελληνική εκδοτική παραγωγή; Υπάρχει μέλλον στο αποτύπωμά της στον παγκόσμιο χάρτη;
Η ελληνική λογοτεχνία, χάρη στο ισχυρό πολιτισμικό της κεφάλαιο, θα παραμείνει σημείο αναφοράς στον παγκόσμιο χάρτη. Αλλά αν δεν θέλει να την ταυτίζουν μόνο με το παρελθόν της ή να την εγκλωβίζουν σε φολκλορικά στερεότυπα, οφείλει να επαναπροσδιοριστεί: τι γράφεται, πώς προβάλλεται, πόσο προωθείται. Κατά καιρούς διατυπώνονται γνώμες περί εσωστρέφειας, απουσίας σπουδαίων φωνών και άλλων δεινών. Κομβικής σημασίας είναι και η ύπαρξη ενός ισχυρού δικτύου φορέων για τη θεσμική ενίσχυση της λογοτεχνίας και την επιχορήγηση ποιοτικών μεταφράσεων, αλλά και μια μακρόπνοη στρατηγική στην εξωτερική πολιτική του βιβλίου, δεδομένου ότι είμαστε μια μικρή χώρα και γλώσσα, αντιμέτωπη με ηγεμονικές γλώσσες και λογοτεχνίες, με αγορές που διαθέτουν τεράστια εκδοτική υποδομή και επιθετικό marketing. Πάντα θα υπάρχουν, βέβαια, μεμονωμένα έργα Ελλήνων δημιουργών που διαγράφουν αξιοπρόσεκτες διεθνείς πορείες χωρίς την ετικέτα της «εθνικής λογοτεχνίας».
Ποια η αξία της γερμανικής εκδοτικής παραγωγής τα τελευταία χρόνια; Υπάρχουν λογοτεχνικά έργα που αφορούν τους πολίτες του κόσμου;
Η γερμανόφωνη λογοτεχνία των τελευταίων ετών διατηρεί μια αξιόπιστη παρουσία στη διεθνή σκηνή. Σε σχέση με την αγγλόφωνη λογοτεχνία «εξάγεται» σίγουρα λιγότερο, αλλά η αγορά της είναι πολύ μεγάλη και αυτάρκης, για να αποτελεί αυτό φλέγον εθνικό αίτημα. Με θεματολογία που αφορά καίρια κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα, όπως η κουλτούρα μνήμης, η μετανάστευση, οι ανισότητες, η ταυτότητα, το σώμα, η οικολογία, αλλά και χωρίς να εγκαταλείπει τις αισθητικές αναζητήσεις, συνομιλεί στιβαρά με το παγκοσμιοποιημένο παρόν μας. Ταυτόχρονα, γίνεται ολοένα και πιο πολυπολιτισμική, καθώς πυκνώνουν οι νέες συγγραφικές φωνές με ποικίλα γλωσσικά και πολιτισμικά υπόβαθρα. Συγγραφείς όπως ο Β.Γ. Ζέμπαλντ, η Τζέννυ Έρπενμπεκ, ο Ντάνιελ Κέλμαν, η Χέρτα Μύλλερ, αλλά και νεότερες φωνές όπως η Τερέζια Μόρα ή η Όλγα Γκριάσνοβα έγραψαν και γράφουν έργα με ανεξίτηλο αποτύπωμα στην παγκόσμια λογοτεχνία.
Ζείτε και εργάζεστε στη Βόννη πάνω από μία εικοσαετία. Τι θα σας έκανε να επιστρέφατε; Πώς μας βλέπουν οι Άλλοι;
Δεν νιώθω αποκομμένη από την Ελλάδα και μου αρέσει η διττή μου ταυτότητα. απόσταση μου επιτρέπει να βλέπω αρκετά πράγματα καθαρότερα, χωρίς εμπλοκή. Αυτό είτε ταίριαζε ανέκαθεν στην ιδιοσυγκρασία μου είτε τη διαμόρφωσε, δεν θυμάμαι πια. Αγαπώ τη Γερμανία, της οφείλω πολλά, χαίρομαι που έζησα αυτά τα χρόνια σε μια βαθιά προοδευτική χώρα, στον απόηχο των διεργασιών του τέλους του προηγούμενου αιώνα. Αν επικρατήσει στη Γερμανία η Ακροδεξιά (AfD), θα έφευγα – και μάλλον δεν θα ήμουν μόνη. Οι άλλοι μας βλέπουν όπως και όλοι εμείς βλέπουμε τους άλλους: προβάλλοντας. Άλλοτε η ματιά ενέχει μιαν ελαφριά υποτίμηση, άλλοτε έναν αδικαιολόγητο θαυμασμό και, συνήθως, παγιδεύεται σε ανεπίτρεπτες γενικεύσεις. Το ζητούμενο είναι, νομίζω, πώς επιλέγουμε εμείς να συστηθούμε.