Συνταγματική Αναθεώρηση: Τι θέλουν οι δικαστές και πού προσανατολίζεται ο διάλογος
Άνοιξε επίσημα η διαδικασία της Συνταγματικής Αναθεώρησης
Ο τρόπος επιλογής της ηγεσίας της ∆ικαιοσύνης από το Υπουργικό Συµβούλιο, όπως προβλέπεται ρητά από το Σύνταγµα, αποτελεί διαχρονικά ένα ζήτηµα που επανέρχεται µε ένταση στη δηµόσια συζήτηση
Ο τρόπος επιλογής της ηγεσίας της ∆ικαιοσύνης από το Υπουργικό Συµβούλιο, όπως προβλέπεται ρητά από το Σύνταγµα, αποτελεί διαχρονικά ένα ζήτηµα που επανέρχεται µε ένταση στη δηµόσια συζήτηση, ιδίως σε περιόδους θεσµικών ανακατατάξεων ή συνταγµατικών αναθεωρήσεων. Πρόκειται για ένα θέµα που αγγίζει τον πυρήνα της διάκρισης των εξουσιών, της δικαστικής ανεξαρτησίας, αλλά και της δηµοκρατικής νοµιµοποίησης των ανώτατων δικαστικών λειτουργών. Με το πρόσφατο διάγγελµά του ο πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, άνοιξε επίσηµα τη διαδικασία της Συνταγµατικής Αναθεώρησης, εντάσσοντας στα προς συζήτηση ζητήµατα και τον τρόπο επιλογής της ηγεσίας της ∆ικαιοσύνης.
Διαβάστε: Συνταγματική Αναθεώρηση: Το πολιτικό αφήγημα, οι κομβικές αλλαγές που προωθεί η κυβέρνηση και τα διλήμματα που τίθενται στα κόμματα της αντιπολίτευσης
Η πρωτοβουλία αυτή αποτέλεσε, ουσιαστικά, την αφετηρία ενός ευρύτερου θεσµικού διαλόγου, ο οποίος αναµένεται να εξελιχθεί τους επόµενους µήνες. Η εκκίνηση της συζήτησης χαιρετίστηκε από τη µεγαλύτερη δικαστική ένωση της χώρας, την Ένωση ∆ικαστών και Εισαγγελέων, η οποία µε ανακοίνωσή της επισήµανε ότι «έχουν ωριµάσει οι συνθήκες» για την αναθεώρηση του σχετικού άρθρου του Συντάγµατος που αφορά την επιλογή της ηγεσίας της ∆ικαιοσύνης. Σύµφωνα µε το ισχύον συνταγµατικό πλαίσιο και ειδικότερα µε το Άρθρο 90 του Συντάγµατος, η επιλογή της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων -του Αρείου Πάγου, του Συµβουλίου της Επικρατείας και του Ελεγκτικού Συνεδρίου- γίνεται µε απόφαση του Υπουργικού Συµβουλίου. Το σύστηµα αυτό έχει κατά καιρούς επικριθεί ως υπέρµετρα εξαρτηµένο από την εκτελεστική εξουσία, αν και έχει κριθεί συνταγµατικό και συµβατό µε τη λαϊκή κυριαρχία.
Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει βήµατα, έστω και εντός των ορίων του Συντάγµατος, προς την ενίσχυση του ρόλου του ίδιου του ∆ικαστικού Σώµατος στη διαδικασία. Ειδικότερα, η κυβέρνηση της Νέας ∆ηµοκρατίας προχώρησε σε νοµοθετική τροποποίηση, µε την οποία δόθηκε η δυνατότητα στα µέλη των ανώτατων δικαστηρίων να εκφράζουν τη γνώµη τους για τα πρόσωπα που θα στελεχώσουν την κορυφή της δικαστικής πυραµίδας. Πλέον, οι ολοµέλειες των ανώτατων δικαστηρίων προτείνουν υποψηφίους µέσω µυστικής ψηφοφορίας, η Βουλή διαµορφώνει τη δική της πρόταση και η τελική απόφαση εξακολουθεί να λαµβάνεται από το Υπουργικό Συµβούλιο. Από τις πρώτες τοποθετήσεις τόσο του πρωθυπουργού όσο και του υπουργού ∆ικαιοσύνης, Γιώργου Φλωρίδη, προκύπτει ότι η κυβέρνηση προσανατολίζεται σε µια αλλαγή του Άρθρου 90, η οποία θα ενισχύει τον ρόλο των δικαστών και των εισαγγελέων στην επιλογή της ηγεσίας τους, χωρίς, όµως, να αποκόπτεται πλήρως η διαδικασία από την εκτελεστική εξουσία. Ο κ. Φλωρίδης, µάλιστα, έθεσε µε σαφήνεια το ζήτηµα της δηµοκρατικής νοµιµοποίησης, σηµειώνοντας ότι καµία εξουσία δεν µπορεί να νοµιµοποιείται χωρίς κάποια σύνδεση -άµεση ή έµµεση- µε τη λαϊκή ψήφο. Όπως χαρακτηριστικά τόνισε, «η πλήρης αυτοεκλογή χωρίς λαϊκή νοµιµοποίηση είναι επικίνδυνη».
Ωστόσο, η θέση αυτή δεν φαίνεται να αποτελεί την πλειοψηφική άποψη στο εσωτερικό του ∆ικαστικού Σώµατος. Σχεδόν όλες οι δικαστικές ενώσεις έχουν εκφράσει την πεποίθηση ότι οι συνθήκες έχουν πλέον ωριµάσει ώστε η επιλογή της ηγεσίας της ∆ικαιοσύνης να µην αποτελεί αποκλειστικό προνόµιο της εκτελεστικής εξουσίας. Μάλιστα, ορισµένες πιο προωθηµένες φωνές ζητούν ανοιχτά «να κοπεί ο οµφάλιος λώρος» που συνδέει την κεντρική εκτελεστική εξουσία µε τη δικαστική, ανοίγοντας τον δρόµο για µια βαθύτερη θεσµική τοµή που θα επαναπροσδιορίσει τις ισορροπίες µεταξύ των εξουσιών.
Εποµένως, η προσεχής αναθεώρηση πρέπει να έχει, στο µέτρο του δυνατού, µακρόπνοο χαρακτήρα, κάτι που προϋποθέτει σαφή και αυστηρή ιεράρχηση των ζητηµάτων τα οποία θα αφορά, αλλά και διορατικότητα και πρόβλεψη καταστάσεων που µπορεί να αναδυθούν στο µέλλον. Ακολούθως, αν στην επικείµενη συνταγµατική αναθεώρηση πρυτανεύσουν κοντόφθαλµες µικροκοµµατικές σκοπιµότητες, τότε θα έχει χαθεί µια τεράστια ευκαιρία αναζωογόνησης του κοινού δηµοκρατικού µας βίου. Απολύτως ορθά επιδιώκεται η µέγιστη δυνατή συναίνεση µεταξύ των κοµµάτων, δεν πρέπει όµως να περιοριστούµε σε αυτή. Η συνταγµατική αναθεώρηση πρέπει να προωθηθεί µε το βλέµµα όχι στις επόµενες (ή µεθεπόµενες) εκλογές, αλλά στις επόµενες γενιές. Πολύ περισσότερο διότι το µεταπολεµικό δυτικό δηµοκρατικό µοντέλο κλονίζεται διεθνώς και η εµπιστοσύνη των πολιτών στους θεσµούς συρρικνώνεται διαρκώς, και αλλού και στη χώρα µας. Μια άγονη κοµµατική διελκυστίνδα γύρω από την αναθεώρηση θα αποτελέσει βαρύ πλήγµα στην ήδη λαβωµένη εικόνα των θεσµών στην κοινωνία.
Στο πλαίσιο αυτό, η πανθοµολογούµενη ανάγκη αναθεώρησης του Αρθρου 86, που αφορά την ευθύνη των υπουργών, πρέπει να µετουσιωθεί σε µια νέα συνταγµατική ρύθµιση. Η κρίση εµπιστοσύνης των θεσµών πρέπει να βρει πειστική απάντηση. Οσον αφορά ιδίως το µείζον θέµα της επιλογής της ηγεσίας της ∆ικαιοσύνης, που απασχολεί από καιρό τον δηµόσιο διάλογο, πρέπει να προηγηθεί συστηµατική συζήτηση και θεσµική διαβούλευση µε κάθε αρµόδιο φορέα. Και µε τους δικηγορικούς συλλόγους, ασφαλώς, που πρέπει να αρθρώσουν ενιαία έκφραση και να διατυπώσουν συγκεκριµένες προτάσεις, ώστε να συµβάλουν στην όσο το δυνατόν ευρύτερη αποδοχή της συνταγµατικής ρύθµισης που τελικά θα προωθηθεί. Η δηµόσια διαβούλευση αφορά, βέβαια, κάθε διάταξη που θα κριθεί αναθεωρητέα.
Είναι ευθύνη των Κοινοβουλευτικών Οµάδων να συµφωνήσουν σε ένα αδιάβλητο και κοινά αποδεκτό µοντέλο διαλόγου µε τους φορείς της κοινωνίας των πολιτών. Αλλά και υποχρέωση των τελευταίων να διεκδικήσουν ουσιαστικό λόγο στην αναθεωρητική διαδικασία και να καταθέσουν συγκεκριµένες προτάσεις. Ο Σαρλ ντε Γκωλ είχε πει ότι το Σύνταγµα είναι τρία πράγµατα: το πνεύµα, οι θεσµοί και η πρακτική. Και έχει και σήµερα δίκιο. Μείζων στόχος της επικείµενης συνταγµατικής αναθεώρησης πρέπει να είναι και η διασφάλιση της απρόσκοπτης εφαρµογής του, δηλαδή της πρακτικής του. Οπως και η εµπέδωση µιας ευρύτατης συνταγµατικής κουλτούρας, τόσο στους κρατικούς θεσµούς που το εφαρµόζουν όσο και στην κοινωνία των πολιτών, που πρέπει να αναπτύξει ακόµα πιο οξυµένες ευαισθησίες για την τήρησή του. Και αυτό είναι ένα καθήκον που βαραίνει κατά προτεραιότητα την πολιτική εξουσία, αλλά και κάθε πολίτη. Να µη θυµόµαστε, όλοι µας, το Σύνταγµα όταν δροµολογείται η αναθεώρησή του, αλλά κάθε µέρα.
Δημοσιεύτηκε στα Παραπολιτικά
Διαβάστε: Συνταγματική Αναθεώρηση: Το πολιτικό αφήγημα, οι κομβικές αλλαγές που προωθεί η κυβέρνηση και τα διλήμματα που τίθενται στα κόμματα της αντιπολίτευσης
Η πρωτοβουλία αυτή αποτέλεσε, ουσιαστικά, την αφετηρία ενός ευρύτερου θεσµικού διαλόγου, ο οποίος αναµένεται να εξελιχθεί τους επόµενους µήνες. Η εκκίνηση της συζήτησης χαιρετίστηκε από τη µεγαλύτερη δικαστική ένωση της χώρας, την Ένωση ∆ικαστών και Εισαγγελέων, η οποία µε ανακοίνωσή της επισήµανε ότι «έχουν ωριµάσει οι συνθήκες» για την αναθεώρηση του σχετικού άρθρου του Συντάγµατος που αφορά την επιλογή της ηγεσίας της ∆ικαιοσύνης. Σύµφωνα µε το ισχύον συνταγµατικό πλαίσιο και ειδικότερα µε το Άρθρο 90 του Συντάγµατος, η επιλογή της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων -του Αρείου Πάγου, του Συµβουλίου της Επικρατείας και του Ελεγκτικού Συνεδρίου- γίνεται µε απόφαση του Υπουργικού Συµβουλίου. Το σύστηµα αυτό έχει κατά καιρούς επικριθεί ως υπέρµετρα εξαρτηµένο από την εκτελεστική εξουσία, αν και έχει κριθεί συνταγµατικό και συµβατό µε τη λαϊκή κυριαρχία.
Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει βήµατα, έστω και εντός των ορίων του Συντάγµατος, προς την ενίσχυση του ρόλου του ίδιου του ∆ικαστικού Σώµατος στη διαδικασία. Ειδικότερα, η κυβέρνηση της Νέας ∆ηµοκρατίας προχώρησε σε νοµοθετική τροποποίηση, µε την οποία δόθηκε η δυνατότητα στα µέλη των ανώτατων δικαστηρίων να εκφράζουν τη γνώµη τους για τα πρόσωπα που θα στελεχώσουν την κορυφή της δικαστικής πυραµίδας. Πλέον, οι ολοµέλειες των ανώτατων δικαστηρίων προτείνουν υποψηφίους µέσω µυστικής ψηφοφορίας, η Βουλή διαµορφώνει τη δική της πρόταση και η τελική απόφαση εξακολουθεί να λαµβάνεται από το Υπουργικό Συµβούλιο. Από τις πρώτες τοποθετήσεις τόσο του πρωθυπουργού όσο και του υπουργού ∆ικαιοσύνης, Γιώργου Φλωρίδη, προκύπτει ότι η κυβέρνηση προσανατολίζεται σε µια αλλαγή του Άρθρου 90, η οποία θα ενισχύει τον ρόλο των δικαστών και των εισαγγελέων στην επιλογή της ηγεσίας τους, χωρίς, όµως, να αποκόπτεται πλήρως η διαδικασία από την εκτελεστική εξουσία. Ο κ. Φλωρίδης, µάλιστα, έθεσε µε σαφήνεια το ζήτηµα της δηµοκρατικής νοµιµοποίησης, σηµειώνοντας ότι καµία εξουσία δεν µπορεί να νοµιµοποιείται χωρίς κάποια σύνδεση -άµεση ή έµµεση- µε τη λαϊκή ψήφο. Όπως χαρακτηριστικά τόνισε, «η πλήρης αυτοεκλογή χωρίς λαϊκή νοµιµοποίηση είναι επικίνδυνη».
Αίτημα δεκατιών
Από την πλευρά της, η Ενωση ∆ικαστών και Εισαγγελέων υπογράµµισε ότι ένα αίτηµα δεκαετιών φαίνεται πλέον να έχει ωριµάσει και σε πολιτικό επίπεδο. Σε ανακοίνωσή της σηµείωσε ότι θα συµµετάσχει ενεργά και ουσιαστικά στον διάλογο που αναµένεται να ανοίξει, µε στόχο οι αλλαγές που θα προταθούν -είτε αφορούν την επιλογή της ηγεσίας είτε άλλα συναφή ζητήµατα, όπως η απαγόρευση διορισµού αφυπηρετούντων δικαστικών σε θέσεις εκτελεστικής εξουσίας- να είναι ουσιαστικές και όχι προσχηµατικές. Οπως τονίζεται, οι προτεινόµενες µεταρρυθµίσεις θα πρέπει να αξιοποιούν πραγµατικά τις εγγυήσεις που συνεπάγεται η κρίση του συνόλου του ∆ικαστικού Σώµατος και να υπηρετούν τις θεµελιώδεις αρχές της δικαστικής ανεξαρτησίας και της διάκρισης των λειτουργιών.Μιχάλης Πικραμένος, πρόεδρος ΣτΕ: «Και οι δικαστές ασκούν εξουσία. ∆εν είναι άγιοι, κανείς δεν είναι άγιος»
Παράλληλα, ακούγονται και φωνές εντός της ίδιας της ∆ικαιοσύνης που εκφράζουν επιφυλάξεις απέναντι στην πλήρη αυτονόµησή της. Την άποψη αυτή διατύπωσε πρόσφατα και ο πρόεδρος του Συµβουλίου της Επικρατείας, Μιχάλης Πικραµένος, σε εκδήλωση µε αντικείµενο την επιλογή της δικαστικής ηγεσίας. Ο κ. Πικραµένος προειδοποίησε για τον κίνδυνο δηµιουργίας ενός αυτόνοµου πόλου εξουσίας που θα βρίσκεται απέναντι στο Κοινοβούλιο, σηµειώνοντας ότι µια τέτοια εξέλιξη θα µπορούσε να δηµιουργήσει προβλήµατα για τη δηµοκρατία. «Και οι δικαστές ασκούν εξουσία. ∆εν είναι άγιοι, κανείς δεν είναι άγιος», ανέφερε χαρακτηριστικά. Ο πρόεδρος του Συµβουλίου της Επικρατείας απέρριψε, επίσης, την πρόταση για τη δηµιουργία εκλεκτορικού σώµατος που θα αναλάµβανε την επιλογή της ηγεσίας της ∆ικαιοσύνης, επισηµαίνοντας ότι ένα τέτοιο σχήµα θα µπορούσε να οδηγήσει σε αδιαφανείς συναλλαγές. Κατά την άποψή του, το υφιστάµενο σύστηµα, όπως έχει κριθεί και από το ΣτΕ, συνδέεται µε τη λαϊκή κυριαρχία και διασφαλίζει τόσο τη δηµοκρατική νοµιµοποίηση όσο και την ανεξαρτησία της ∆ικαιοσύνης.Ωστόσο, η θέση αυτή δεν φαίνεται να αποτελεί την πλειοψηφική άποψη στο εσωτερικό του ∆ικαστικού Σώµατος. Σχεδόν όλες οι δικαστικές ενώσεις έχουν εκφράσει την πεποίθηση ότι οι συνθήκες έχουν πλέον ωριµάσει ώστε η επιλογή της ηγεσίας της ∆ικαιοσύνης να µην αποτελεί αποκλειστικό προνόµιο της εκτελεστικής εξουσίας. Μάλιστα, ορισµένες πιο προωθηµένες φωνές ζητούν ανοιχτά «να κοπεί ο οµφάλιος λώρος» που συνδέει την κεντρική εκτελεστική εξουσία µε τη δικαστική, ανοίγοντας τον δρόµο για µια βαθύτερη θεσµική τοµή που θα επαναπροσδιορίσει τις ισορροπίες µεταξύ των εξουσιών.
Το Σύνταγµα δεν πρέπει να υποβιβαστεί µε υπερβολική περιπτωσιολογία
ΑΡΘΡΟ ΤΟΥ ΖΩΗ ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΥ, ∆ΙΚΗΓΟΡΟΥ ΠΑΡ’ ΑΡΕΙΩ ΠΑΓΩ, ΑΝΤΙΠΡΟΕ∆ΡΟΥ ∆ΣΑ
Με το πρόσφατο µήνυµα του πρωθυπουργού, µε το οποίο ανακοίνωσε την προσεχή κίνηση της διαδικασίας αναθεώρησης του Συντάγµατος, αναζωπυρώθηκε η δηµόσια συζήτηση για τις διατάξεις του που χρήζουν αλλαγής και για τα καινοφανή ζητήµατα που πρέπει να ρυθµιστούν. Ενόψει της πέµπτης, από το 1975, αναθεώρησης του Συντάγµατος, µέγιστη σηµασία έχει ο χαρακτήρας που θα προσλάβει η συνταγµατική αναθεώρηση. Κάτι που εκκινεί από ορισµένες παραδοχές. Με πρώτη την κατάφαση του Συντάγµατος ως θεµελιώδους νόµου µε γενικό χαρακτήρα και προοπτική. Το Σύνταγµα δεν πρέπει να υποβιβαστεί µε κείµενο µε υπερβολική περιπτωσιολογία, ιδίως για ζητήµατα που ευχερώς µπορεί να ρυθµίσει ο κοινός νοµοθέτης, εθνικός ή ευρωπαϊκός.Εποµένως, η προσεχής αναθεώρηση πρέπει να έχει, στο µέτρο του δυνατού, µακρόπνοο χαρακτήρα, κάτι που προϋποθέτει σαφή και αυστηρή ιεράρχηση των ζητηµάτων τα οποία θα αφορά, αλλά και διορατικότητα και πρόβλεψη καταστάσεων που µπορεί να αναδυθούν στο µέλλον. Ακολούθως, αν στην επικείµενη συνταγµατική αναθεώρηση πρυτανεύσουν κοντόφθαλµες µικροκοµµατικές σκοπιµότητες, τότε θα έχει χαθεί µια τεράστια ευκαιρία αναζωογόνησης του κοινού δηµοκρατικού µας βίου. Απολύτως ορθά επιδιώκεται η µέγιστη δυνατή συναίνεση µεταξύ των κοµµάτων, δεν πρέπει όµως να περιοριστούµε σε αυτή. Η συνταγµατική αναθεώρηση πρέπει να προωθηθεί µε το βλέµµα όχι στις επόµενες (ή µεθεπόµενες) εκλογές, αλλά στις επόµενες γενιές. Πολύ περισσότερο διότι το µεταπολεµικό δυτικό δηµοκρατικό µοντέλο κλονίζεται διεθνώς και η εµπιστοσύνη των πολιτών στους θεσµούς συρρικνώνεται διαρκώς, και αλλού και στη χώρα µας. Μια άγονη κοµµατική διελκυστίνδα γύρω από την αναθεώρηση θα αποτελέσει βαρύ πλήγµα στην ήδη λαβωµένη εικόνα των θεσµών στην κοινωνία.
Στο πλαίσιο αυτό, η πανθοµολογούµενη ανάγκη αναθεώρησης του Αρθρου 86, που αφορά την ευθύνη των υπουργών, πρέπει να µετουσιωθεί σε µια νέα συνταγµατική ρύθµιση. Η κρίση εµπιστοσύνης των θεσµών πρέπει να βρει πειστική απάντηση. Οσον αφορά ιδίως το µείζον θέµα της επιλογής της ηγεσίας της ∆ικαιοσύνης, που απασχολεί από καιρό τον δηµόσιο διάλογο, πρέπει να προηγηθεί συστηµατική συζήτηση και θεσµική διαβούλευση µε κάθε αρµόδιο φορέα. Και µε τους δικηγορικούς συλλόγους, ασφαλώς, που πρέπει να αρθρώσουν ενιαία έκφραση και να διατυπώσουν συγκεκριµένες προτάσεις, ώστε να συµβάλουν στην όσο το δυνατόν ευρύτερη αποδοχή της συνταγµατικής ρύθµισης που τελικά θα προωθηθεί. Η δηµόσια διαβούλευση αφορά, βέβαια, κάθε διάταξη που θα κριθεί αναθεωρητέα.
Είναι ευθύνη των Κοινοβουλευτικών Οµάδων να συµφωνήσουν σε ένα αδιάβλητο και κοινά αποδεκτό µοντέλο διαλόγου µε τους φορείς της κοινωνίας των πολιτών. Αλλά και υποχρέωση των τελευταίων να διεκδικήσουν ουσιαστικό λόγο στην αναθεωρητική διαδικασία και να καταθέσουν συγκεκριµένες προτάσεις. Ο Σαρλ ντε Γκωλ είχε πει ότι το Σύνταγµα είναι τρία πράγµατα: το πνεύµα, οι θεσµοί και η πρακτική. Και έχει και σήµερα δίκιο. Μείζων στόχος της επικείµενης συνταγµατικής αναθεώρησης πρέπει να είναι και η διασφάλιση της απρόσκοπτης εφαρµογής του, δηλαδή της πρακτικής του. Οπως και η εµπέδωση µιας ευρύτατης συνταγµατικής κουλτούρας, τόσο στους κρατικούς θεσµούς που το εφαρµόζουν όσο και στην κοινωνία των πολιτών, που πρέπει να αναπτύξει ακόµα πιο οξυµένες ευαισθησίες για την τήρησή του. Και αυτό είναι ένα καθήκον που βαραίνει κατά προτεραιότητα την πολιτική εξουσία, αλλά και κάθε πολίτη. Να µη θυµόµαστε, όλοι µας, το Σύνταγµα όταν δροµολογείται η αναθεώρησή του, αλλά κάθε µέρα.
Δημοσιεύτηκε στα Παραπολιτικά
En