Με ταχύτατες διαδικασίες αναμένεται να προχωρήσει η κατεπείγουσα προκαταρκτική εξέταση που διέταξε η Οικονομική Εισαγγελία για την υπόθεση υπεξαίρεσης κονδυλίων του ελληνικού Δημοσίου και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μετά την παραλαβή πορίσματος της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και τη διαβίβαση διατάξεων δέσμευσης περιουσιακών στοιχείων.

Στο επίκεντρο της έρευνας βρίσκεται ο πρόεδρος της ΓΣΕΕ, Γιάννης Παναγόπουλος, στον οποίο, σύμφωνα με τη διάταξη δέσμευσης, αποδίδεται ότι εκμεταλλεύτηκε τη θεσμική του ιδιότητα και τον ρόλο του σε συνδικαλιστικούς και συνδεδεμένους εκπαιδευτικούς φορείς, προκειμένου να διαχειριστεί -κατά τρόπο που ελέγχεται ως παράνομος- χρηματοδοτήσεις προερχόμενες από εθνικούς και ευρωπαϊκούς πόρους. Στην υπόθεση εμπλέκονται ακόμα πέντε φυσικά πρόσωπα και έξι εταιρείες. 

Υπόθεση Παναγόπουλου: «Οχήματα» για τη διοχέτευση χρηματικών ποσών

Όπως αναφέρεται στο σκεπτικό της διάταξης, τα κονδύλια αυτά είχαν εγκριθεί και εκταμιευθεί αποκλειστικά για την υλοποίηση εκπαιδευτικών και καταρτιστικών προγραμμάτων. Ωστόσο, κατά την έρευνα της Αρχής προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις ότι η διαχείρισή τους γινόταν μέσω ενός σταθερού μηχανισμού αναθέσεων σε συγκεκριμένες εταιρείες, είτε με απευθείας αναθέσεις είτε μέσω διαγωνιστικών διαδικασιών, οι οποίες φέρονται να λειτουργούσαν ως «οχήματα» για τη διοχέτευση χρηματικών ποσών.

Σύμφωνα με τα ευρήματα, μέρος των χρηματοδοτήσεων φέρεται να καταβαλλόταν χωρίς να αντιστοιχεί σε πραγματικό έργο ή επαρκή παραδοτέα, ενώ ορισμένες από τις εμπλεκόμενες εταιρείες εμφανίζονταν να στερούνται του αναγκαίου προσωπικού και της οργανωτικής υποδομής για την ουσιαστική υλοποίηση των έργων που αναλάμβαναν. Το στοιχείο αυτό, κατά τη διάταξη, ενισχύει τις υπόνοιες ότι οι συγκεκριμένες δομές χρησιμοποιήθηκαν για τη συστηματική διακίνηση κεφαλαίων και την τελική ιδιοποίησή τους από τους πραγματικούς δικαιούχους.

Το συνολικό ποσό του φερόμενου εγκληματικού οφέλους, όπως ρητά προσδιορίζεται, εκτιμάται ότι υπερβαίνει τα 2.096.344,19 ευρώ. Σύμφωνα με το πόρισμα, υπάρχουν βάσιμες ενδείξεις ότι τα ποσά αυτά, αφού ιδιοποιήθηκαν παρανόμως, στη συνέχεια αναμείχθηκαν με άλλα νόμιμα περιουσιακά στοιχεία και χρησιμοποιήθηκαν σε οικονομικές δραστηριότητες, με σκοπό τη συγκάλυψη της πραγματικής τους προέλευσης.

Στο πλαίσιο αυτό, διατάχθηκε η δέσμευση τραπεζικών λογαριασμών, χρηματοπιστωτικών προϊόντων και ακινήτων, μέχρι του ύψους του φερόμενου παράνομου οφέλους, προκειμένου να διασφαλιστεί η δυνατότητα μελλοντικής δήμευσης. Παράλληλα, ελέγχονται κινήσεις λογαριασμών, μεταφορές χρημάτων και αναλήψεις μετρητών, καθώς και η πορεία των κονδυλίων από την εκταμίευση έως την τελική τους κατάληξη.

Μετά την ολοκλήρωση της συλλογής του αποδεικτικού υλικού, οι ελεγχόμενοι θα κληθούν σε παροχή εξηγήσεων. Στο τελικό στάδιο της διαδικασίας, η Οικονομική Εισαγγελία θα κρίνει εάν θα ασκηθούν ποινικές διώξεις για υπεξαίρεση και νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ή εάν η υπόθεση θα τεθεί στο αρχείο.