Υπόθεση Παναγόπουλου: Σε δύο επίπεδα οι έρευνες - Στο μικροσκόπιο συγγενείς και πολιτικά πρόσωπα
Που επικεντρώνεται η Αρχή
Η Αρχή για το Ξέπλυμα Μαύρου Χρήματος επεκτείνει τον έλεγχο στην υπόθεση με τον Γιάννη Παναγόπουλο, ερευνώντας συγγενείς, μικρές εταιρείες και εμπλεκόμενα πρόσωπα με πολιτική ιδιότητα
Ο έλεγχος της Αρχής για το Ξέπλυμα Μαύρου Χρήματος στην υπόθεση που αφορά τον πρόεδρο της ΓΣΕΕ, Γιάννης Παναγόπουλο και άλλα πρόσωπα, συνεχίζεται, βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη και, σύμφωνα με πληροφορίες, διευρύνεται σε όλα τα επίπεδα. Στο πλαίσιο της πάγιας μεθοδολογίας της Αρχής, στο επίκεντρο αναμένεται να τεθούν τόσο στενοί συγγενείς των ήδη εμπλεκόμενων προσώπων όσο και μικρότερες εταιρείες, οι οποίες φέρονται να συνδέονται με αντίστοιχα χρηματοδοτικά προγράμματα.
Διαβάστε: Γιάννης Κουρτάκης για υπόθεση Παναγόπουλου: "Έχουν περάσει κάμποσες ώρες από την αποκάλυψή του big mouth και οι εμπλεκόμενοι υπουργοί σιωπούν - Ες αύριον τα σπουδαία"
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται στο γεγονός ότι, σε δεύτερο στάδιο, η έρευνα εκτιμάται πως θα επεκταθεί και σε πρόσωπα που είχαν διαδραματίσει συγκεκριμένο ρόλο στις διαδικασίες έγκρισης των επίμαχων προγραμμάτων. Πρόκειται για πρόσωπα τα οποία, κατά τις ίδιες πληροφορίες, ενδέχεται να κατείχαν ακόμη και πολιτική ιδιότητα.
Όπως αναφέρεται στο σκεπτικό της διάταξης, τα κονδύλια αυτά είχαν εγκριθεί και εκταμιευθεί αποκλειστικά για την υλοποίηση εκπαιδευτικών και καταρτιστικών προγραμμάτων. Ωστόσο, κατά την έρευνα της Αρχής προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις ότι η διαχείρισή τους γινόταν μέσω ενός σταθερού μηχανισμού αναθέσεων σε συγκεκριμένες εταιρείες, είτε με απευθείας αναθέσεις είτε μέσω διαγωνιστικών διαδικασιών, οι οποίες φέρονται να λειτουργούσαν ως «οχήματα» για τη διοχέτευση χρηματικών ποσών.
Σύμφωνα με τα ευρήματα, μέρος των χρηματοδοτήσεων φέρεται να καταβαλλόταν χωρίς να αντιστοιχεί σε πραγματικό έργο ή επαρκή παραδοτέα, ενώ ορισμένες από τις εμπλεκόμενες εταιρείες εμφανίζονταν να στερούνται του αναγκαίου προσωπικού και της οργανωτικής υποδομής για την ουσιαστική υλοποίηση των έργων που αναλάμβαναν. Το στοιχείο αυτό, κατά τη διάταξη, ενισχύει τις υπόνοιες ότι οι συγκεκριμένες δομές χρησιμοποιήθηκαν για τη συστηματική διακίνηση κεφαλαίων και την τελική ιδιοποίησή τους από τους πραγματικούς δικαιούχους.
Το συνολικό ποσό του φερόμενου εγκληματικού οφέλους, όπως ρητά προσδιορίζεται, εκτιμάται ότι υπερβαίνει τα 2.096.344,19 ευρώ. Σύμφωνα με το πόρισμα, υπάρχουν βάσιμες ενδείξεις ότι τα ποσά αυτά, αφού ιδιοποιήθηκαν παρανόμως, στη συνέχεια αναμείχθηκαν με άλλα νόμιμα περιουσιακά στοιχεία και χρησιμοποιήθηκαν σε οικονομικές δραστηριότητες, με σκοπό τη συγκάλυψη της πραγματικής τους προέλευσης.
Στο πλαίσιο αυτό, διατάχθηκε η δέσμευση τραπεζικών λογαριασμών, χρηματοπιστωτικών προϊόντων και ακινήτων, μέχρι του ύψους του φερόμενου παράνομου οφέλους, προκειμένου να διασφαλιστεί η δυνατότητα μελλοντικής δήμευσης. Παράλληλα, ελέγχονται κινήσεις λογαριασμών, μεταφορές χρημάτων και αναλήψεις μετρητών, καθώς και η πορεία των κονδυλίων από την εκταμίευση έως την τελική τους κατάληξη.
Διαβάστε: Γιάννης Κουρτάκης για υπόθεση Παναγόπουλου: "Έχουν περάσει κάμποσες ώρες από την αποκάλυψή του big mouth και οι εμπλεκόμενοι υπουργοί σιωπούν - Ες αύριον τα σπουδαία"
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται στο γεγονός ότι, σε δεύτερο στάδιο, η έρευνα εκτιμάται πως θα επεκταθεί και σε πρόσωπα που είχαν διαδραματίσει συγκεκριμένο ρόλο στις διαδικασίες έγκρισης των επίμαχων προγραμμάτων. Πρόκειται για πρόσωπα τα οποία, κατά τις ίδιες πληροφορίες, ενδέχεται να κατείχαν ακόμη και πολιτική ιδιότητα.
Γιάννης Παναγόπουλος: Τι αποδίδεται στον πρόεδρο της ΓΣΕΕ
Στο επίκεντρο της έρευνας βρίσκεται ο πρόεδρος της ΓΣΕΕ, Γιάννης Παναγόπουλος, στον οποίο, σύμφωνα με τη διάταξη δέσμευσης, αποδίδεται ότι εκμεταλλεύτηκε τη θεσμική του ιδιότητα και τον ρόλο του σε συνδικαλιστικούς και συνδεδεμένους εκπαιδευτικούς φορείς, προκειμένου να διαχειριστεί -κατά τρόπο που ελέγχεται ως παράνομος- χρηματοδοτήσεις προερχόμενες από εθνικούς και ευρωπαϊκούς πόρους. Στην υπόθεση εμπλέκονται ακόμα πέντε φυσικά πρόσωπα και έξι εταιρείες.Όπως αναφέρεται στο σκεπτικό της διάταξης, τα κονδύλια αυτά είχαν εγκριθεί και εκταμιευθεί αποκλειστικά για την υλοποίηση εκπαιδευτικών και καταρτιστικών προγραμμάτων. Ωστόσο, κατά την έρευνα της Αρχής προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις ότι η διαχείρισή τους γινόταν μέσω ενός σταθερού μηχανισμού αναθέσεων σε συγκεκριμένες εταιρείες, είτε με απευθείας αναθέσεις είτε μέσω διαγωνιστικών διαδικασιών, οι οποίες φέρονται να λειτουργούσαν ως «οχήματα» για τη διοχέτευση χρηματικών ποσών.
Σύμφωνα με τα ευρήματα, μέρος των χρηματοδοτήσεων φέρεται να καταβαλλόταν χωρίς να αντιστοιχεί σε πραγματικό έργο ή επαρκή παραδοτέα, ενώ ορισμένες από τις εμπλεκόμενες εταιρείες εμφανίζονταν να στερούνται του αναγκαίου προσωπικού και της οργανωτικής υποδομής για την ουσιαστική υλοποίηση των έργων που αναλάμβαναν. Το στοιχείο αυτό, κατά τη διάταξη, ενισχύει τις υπόνοιες ότι οι συγκεκριμένες δομές χρησιμοποιήθηκαν για τη συστηματική διακίνηση κεφαλαίων και την τελική ιδιοποίησή τους από τους πραγματικούς δικαιούχους.
Το συνολικό ποσό του φερόμενου εγκληματικού οφέλους, όπως ρητά προσδιορίζεται, εκτιμάται ότι υπερβαίνει τα 2.096.344,19 ευρώ. Σύμφωνα με το πόρισμα, υπάρχουν βάσιμες ενδείξεις ότι τα ποσά αυτά, αφού ιδιοποιήθηκαν παρανόμως, στη συνέχεια αναμείχθηκαν με άλλα νόμιμα περιουσιακά στοιχεία και χρησιμοποιήθηκαν σε οικονομικές δραστηριότητες, με σκοπό τη συγκάλυψη της πραγματικής τους προέλευσης.
Στο πλαίσιο αυτό, διατάχθηκε η δέσμευση τραπεζικών λογαριασμών, χρηματοπιστωτικών προϊόντων και ακινήτων, μέχρι του ύψους του φερόμενου παράνομου οφέλους, προκειμένου να διασφαλιστεί η δυνατότητα μελλοντικής δήμευσης. Παράλληλα, ελέγχονται κινήσεις λογαριασμών, μεταφορές χρημάτων και αναλήψεις μετρητών, καθώς και η πορεία των κονδυλίων από την εκταμίευση έως την τελική τους κατάληξη.
En