"Κλείνουμε οθόνες ή ανοίγουμε μυαλά;": Η απαγόρευση των social media στα παιδιά κάτω των 15 ετών που έρχεται και η γνώμη των ειδικών
Η Αυστραλία είναι η πρώτη που εφάρµοσε την απαγόρευση
Η Ελλάδα αναμένεται να ακολουθήσει το ευρωπαϊκό κύμα και να απαγορεύσει τα social media σε χρήστες κάτω των 15 ετών
Ένα βήµα πριν από την απαγόρευση της χρήσης των social media από παιδιά φαίνεται πως βρίσκεται η Ελλάδα, την ώρα που αρκετές άλλες χώρες έχουν ήδη πάρει την απόφαση να θέσουν αυστηρά όρια στην ψηφιακή παρουσία των ανηλίκων. Η Αυστραλία είναι η πρώτη που εφάρµοσε την απαγόρευση, πριν από δύο µήνες, µε το αυστηρό «µπλόκο» να έχει λάβει διαστάσεις διεθνούς πειράµατος. Στη λίστα των χωρών που είναι έτοιµες να εφαρµόσουν κάτι ανάλογο περιλαµβάνονται η Γαλλία, η Πορτογαλία, η ∆ανία και η Ισπανία, ενώ και η δική µας χώρα αναµένεται να ακολουθήσει το παράδειγµά τους. Συγκεκριµένα, σύµφωνα µε πληροφορίες που έδωσε κυβερνητική πηγή στο Reuters, η Ελλάδα είναι πολύ κοντά στο να ανακοινώσει την απαγόρευση της χρήσης των µέσων κοινωνικής δικτύωσης σε ανηλίκους κάτω των 15 ετών.
Διαβάστε: Η απαγόρευση των social media στους ανηλίκους που έρχεται στο επόμενο Υπουργικό, ο πασχαλιάτικος (δεξιός) ανασχηματισμός, η "ζημιά" που κάνει ο Βενιζέλος στην κυβέρνηση και ο Σεπτέμβριος του Τσίπρα
«Πρέπει να βρούµε έναν τρόπο να προστατεύσουµε τα παιδιά», δήλωσε στο ΕΡΤ news ο υπουργός Ψηφιακής ∆ιακυβέρνησης, ∆ηµήτρης Παπαστεργίου, εξηγώντας ότι «διαµορφώνεται ένα ευρωπαϊκό κύµα -γιατί µαζί κινηθήκαµε µε τη Γαλλία, την Ισπανία και τη ∆ανία- προκειµένου όχι κάθε κράτος µόνο του, αλλά και η Ευρώπη συνολικά να νοµοθετήσει, προκειµένου να προστατέψουµε τα παιδιά. Κάθε χώρα µπορεί να βρει τα όρια της ευρωπαϊκής νοµοθεσίας και να κινηθεί και καλό είναι να κινηθούµε όλοι µαζί συντεταγµένα».
Ο υπουργός έθεσε στο επίκεντρο το ζήτηµα της ψυχικής υγείας των παιδιών. «Πρέπει να πάρουµε µέτρα, όλοι το καταλαβαίνουν ότι πλέον τα παιδιά µας κινδυνεύουν. Η εικόνα παιδιών, τα οποία πλέον εκφράζονται µόνο µέσω του ∆ιαδικτύου, δεν µιλάνε ή δεν ανταλλάσσουν απόψεις, αλλά στέλνουν εικονίτσες και καρδούλες, δεν είναι εικόνα µιας γενιάς που θέλουµε να συνεχίσει να υπάρχει. Από την ώρα που θα πρέπει να πάρουµε µέτρα, ναι, και οι απαγορεύσεις ή οι περιορισµοί ανάλογα µε την ηλικία είναι στο τραπέζι των συζητήσεων», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Παράλληλα, ξεκαθάρισε ότι στο στόχαστρο δεν βρίσκονται απλώς οι πλατφόρµες ανταλλαγής µηνυµάτων, αλλά κυρίως εκείνες που λειτουργούν µε «εθιστικούς αλγορίθµους» και ατέρµονη ροή περιεχοµένου, καθώς και το gaming, το οποίο -όπως σηµείωσε- δεν πρέπει να θεωρείται εκ προοιµίου αθώο. Σηµειώνεται πως στο τεχνολογικό οπλοστάσιο της χώρας περιλαµβάνεται το Kids Wallet, που είναι και η πρώτη ευρωπαϊκή πλατφόρµα που από την 1η Νοεµβρίου µπορεί να παρέχει επιβεβαίωση ηλικίας. Ωστόσο, όπως ο ίδιος υπογράµµισε, «το κράτος δεν πρόκειται να µπει σε κανένα σπίτι». Η επιτυχία οποιασδήποτε ρύθµισης θα εξαρτηθεί από τη συνεργασία µε τους γονείς και τους εκπαιδευτικούς, καθώς και από το κατά πόσο η κοινωνία συνολικά είναι διατεθειµένη να αναλάβει το µερίδιο ευθύνης που της αναλογεί. Σε κάθε περίπτωση, η συζήτηση για την καθολική απαγόρευση δεν είναι απλή ούτε µονοδιάστατη.
Ο Γιώργος Παπαπροδρόµου, αντιστράτηγος ε.α. της ΕΛ.ΑΣ. και πρώην διευθυντής της ∆ιεύθυνσης ∆ίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήµατος, µιλώντας στα «ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ», τονίζει ότι πρόκειται για έναν σύνθετο «γρίφο». «Η απάντηση για το αν είναι απαραίτητη η απαγόρευση δεν µπορεί να είναι µονολεκτική, καθώς δεν καθορίζει τα επίπεδα της ανηλικότητας και δεν λαµβάνει υπόψη το κάθε παιδί ως ξεχωριστή προσωπικότητα», επισηµαίνει, υπογραµµίζοντας ότι η παιδική ηλικία αποτελεί µια διαδικασία ανάπτυξης και διαµόρφωσης της προσωπικότητας, µε βασικούς πυλώνες την οικογένεια και το σχολείο.
Ο ίδιος αναγνωρίζει τους σοβαρούς κινδύνους που ελλοχεύουν στο ∆ιαδίκτυο, όπως είναι η υπερέκθεση προσωπικών δεδοµένων, ο εκφοβισµός, η διαδικτυακή παρενόχληση, οι απειλές, ο διαδικτυακός τζόγος, η διακίνηση ναρκωτικών, αλλά και η σεξουαλική εκµετάλλευση. Την ίδια στιγµή, όµως, επισηµαίνει ότι οι ανήλικοι συµµετέχουν στο κοινωνικό και τεχνολογικό γίγνεσθαι και έχουν δικαίω µα στην ψηφιακή παιδεία, ώστε να αποκτήσουν τις απαραίτητες δεξιότητες. Ιδιαίτερη έµφαση δίνει στο γεγονός ότι το πλαίσιο «αυτορρύθµισης» των πλατφορµών -µε το όριο ηλικίας άνω των 13 ετών- αποδείχθηκε στην πράξη γράµµα κενό περιεχοµένου. «Το ότι σήµερα φτάσαµε να µιλάµε για απαγόρευση δείχνει µια επικίνδυνη αντίληψη απόρριψης της συλλογικής µας ενήλικης ευθύνης», σηµειώνει, επιρρίπτοντας ευθύνες τόσο στην αναποτελεσµατικότητα της διαχείρισης των πλατφορµών όσο και στη φθορά του σύγχρονου γονεϊκού ρόλου. Μάλιστα, όπως σηµειώνει, οι κίνδυνοι του ∆ιαδικτύου, µεταξύ των οποίων περιλαµβάνονται η ρητορική του µίσους και της οπαδικής βίας, η παραπληροφόρηση, τα fake news, τα deepfakes, αλλά και ατελείωτο σκρολάρισµα, αποτελούν µεγάλες προκλήσεις και για τους µεγαλύτερους σε ηλικία, τους οποίους τα παιδιά συνηθίζουν να µιµούνται. «Περιστατικά όπως οικονοµικές απάτες, που συµβαίνουν καθηµερινά στον χώρο του ∆ιαδικτύου, αποδεικνύουν ότι και οι ενήλικες µπορούν να χειραγωγηθούν ή να κινδυνεύσουν».
Όσον αφορά την ακριβή ηλικία κάτω από την οποία το Ιnternet γίνεται επικίνδυνο, ο κ. Παπαπροδρόµου λέει: «Θα πρέπει να υπάρχει διαβάθµιση της ανηλικότητας, όπως ήδη κάνει ο νοµοθέτης σε θέµατα ποινικής αντιµετώπισης της παραβατικότητας. Η ατεκµηρίωτη προσέγγιση είναι ένα επικίνδυνο µονοπάτι για τα δικαιώµατα του παιδιού και για τη δηµοκρατία. Ο δρόµος για σωστή ανάπτυξη περνά από τον διάλογο, το επιχείρηµα και την ανάπτυξη της κριτικής σκέψης».
Ερωτηθείς αν έχει έρθει αντιµέτωπος µε αυτοκαταστροφικές συµπεριφορές ανηλίκων που πηγάζουν από online περιεχόµενο, ο κ. Παπαπροδρόµου απαντά: «Έχουμε δει παιδιά να αντιµετωπίζουν διαδικτυακή παρενόχληση ή ανεπιθύµητη χρήση των προσωπικών τους δεδοµένων. Ορισµένα, που είναι πιο ευαίσθητα ή ευάλωτα, βιώνουν πολύπλοκες καταστάσεις, που πολλές φορές επιβαρύνονται από το περιβάλλον στο οποίο ζουν και κινούνται. Το µεγαλύτερο πρόβληµα, όµως, είναι η δηµιουργία κλίµατος ατελείωτων περιστατικών από τα ΜΜΕ, µέσω της αναπαραγωγής και της µεγέθυνσης γεγονότων για τηλεθέαση, γεγονός που αδικεί τα πολλά θετικά στοιχεία που διαθέτει η νέα γενιά».
Καταλήγοντας, ο κ. Παπαπροδρόµου τονίζει πως «η λύση δεν βρίσκεται σε µαγικά ραβδιά ή αποκλειστικά θεσµικές απαγορεύσεις. Η επαναφορά της δηµόσιας συζήτησης στον πυρήνα του θέµατος απαιτεί διάλογο, ενεργή επικοινωνία µε τα παιδιά, συνεργασία µε το σχολείο και αξιοποίηση των κοινωνικών θεσµών και εργαλείων που διαθέτουµε. Στον 21ο αιώνα, τον οποίο πορευόµαστε µε ψηφιακές τεχνολογίες να κυριαρχούν σε κάθε πτυχή της ζωής µας, η προτεραιότητα πρέπει να είναι η ανάπτυξη της φυσικής νοηµοσύνης και ενός αξιακού συστήµατος που βάζει τον άνθρωπο στο επίκεντρο και όχι µόνο το υλικό κέρδος. Η απαγόρευση και η άρνηση αποτελούν ένδειξη συλλογικής αποτυχίας και δεν µειώνουν τις ανισότητες οποιασδήποτε µορφής». Με λίγα λόγια, η προστασία των παιδιών δεν είναι απλώς ζήτηµα τεχνολογίας ή νόµου.
Όπως δείχνει και το φαινόµενο της «ψηφιακής αγέλης», κάθε like, κάθε κοινοποίηση, κάθε παθητική παρακολούθηση µετατρέπεται σε συλλογικό γεγονός και διαµορφώνει τη συµπεριφορά των νέων, µετατρέποντας το πλήθος σε αγέλη. Γι’ αυτό, το να κλείνουµε οθόνες δεν αρκεί. Χρειάζεται να ανοίγουµε µυαλά: να διδάξουµε στα παιδιά ψηφιακή παιδεία, ενσυναίσθηση, προσωπική ευθύνη και κριτική σκέψη. Η απαγόρευση χωρίς συνοδευτικά µέτρα δεν είναι ικανή να µειώσει τους κινδύνους. Η ουσιαστική µάχη δίνεται στην καθηµερινή επικοινωνία, στη συνεργασία µε το σχολείο και στην ενεργή συµµετοχή όλων µας, για να µεγαλώνουν τα παιδιά σε έναν ψηφιακό κόσµο δικαιότερο, ασφαλέστερο και πιο συνειδητό.
Η επικείµενη απαγόρευση χρήσης των µέσων κοινωνικής δικτύωσης από ανηλίκους κάτω των 15 ετών παρουσιάζεται ως ένα µέτρο προστασίας της παιδικής και εφηβικής ηλικίας. Η λογική είναι απλή: λιγότερη έκθεση στις πλατφόρµες, λιγότεροι κίνδυνοι. Ωστόσο, αυτή η προσέγγιση παραµένει επιφανειακή. Το ουσιαστικό πρόβληµα δεν είναι µόνο η πρόσβαση στα social media, αλλά η συµπεριφορά που καλλιεργείται µέσα σε αυτά, όπως επίσης και το φαινόµενο της «ψηφιακής αγέλης».
Στον δηµόσιο λόγο συνηθίζουµε να αντιµετωπίζουµε τα διαδικτυακά περιστατικά βίας ως συγκρούσεις ανάµεσα σε δύο πρόσωπα: έναν θύτη και ένα θύµα. Στην πραγµατικότητα, όµως, σχεδόν ποτέ δεν είναι µόνο δύο. Γύρω από κάθε περιστατικό συγκεντρώνεται ένα αόρατο πλήθος. ∆εκάδες ή και εκατοντάδες θεατές παρακολουθούν, σχολιάζουν, και γελούν έτσι ώστε κάθε like να λειτουργεί ως επιβράβευση. Κάθε κοινοποίηση ως ενίσχυση. Κάθε παθητική παρακολούθηση ως ανοχή.
Έτσι, µια µεµονωµένη πράξη µετατρέπεται σε συλλογικό γεγονός. Το πλήθος γίνεται αγέλη. Η κοινωνική ψυχολογία έχει περιγράψει εδώ και δεκαετίες αυτόν τον µηχανισµό. Όταν η ευθύνη διαχέεται σε πολλούς, κανείς δεν αισθάνεται πραγµατικά υπεύθυνος. Η ανωνυµία της οθόνης µειώνει την ενσυναίσθηση, η φυσική απόσταση αποδυναµώνει τις ενοχές και η ανάγκη κοινωνικής αποδοχής ωθεί τους νέους να ακολουθούν τη συµπεριφορά της οµάδας. Το αποτέλεσµα είναι ότι η δύναµη δεν ανήκει τελικά µόνο σε εκείνον που ξεκινά µια επιθετική πράξη, αλλά στο πλήθος που την τροφοδοτεί. Χωρίς κοινό, τέτοιες συµπεριφορές σβήνουν γρήγορα. Ενώ, αν έχουν κοινό, πολλαπλασιάζονται, γίνονται «θέαµα» και αποκτούν διάρκεια και ένταση.
Η «ψηφιακή αγέλη» λειτουργεί σαν επιταχυντής. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η απαγόρευση των social media µοιάζει περισσότερο µε τεχνική απάντηση σε ένα βαθιά κοινωνικό και πολιτισµικό φαινόµενο. Μπορεί να περιορίσει την πρόσβαση σε συγκεκριµένες εφαρµογές, αλλά δεν αλλάζει τη νοοτροπία της οµάδας ούτε διδάσκει υπευθυνότητα. Η ίδια δυναµική µπορεί να µεταφερθεί σε κλειστές συνοµιλίες, σε άλλες πλατφόρµες ή ακόµα και στον φυσικό σχολικό χώρο. Η βία δεν εξαφανίζεται όταν κλείνει µια οθόνη, απλώς αλλάζει µορφή. Αυτό που χρειάζεται να γίνει είναι εκπαίδευση στην ψηφιακή παιδεία, καλλιέργεια ενσυναίσθησης, ενθάρρυνση της ενεργής παρέµβασης και ενίσχυση της αίσθησης προσωπικής ευθύνης. Τα παιδιά δεν πρέπει να µάθουν µόνο τι να αποφεύγουν, αλλά και πώς να αντιδρούν όταν βλέπουν κάτι άδικο. Στο ∆ιαδίκτυο, όπως και στην κοινωνία, κανείς δεν είναι απλός θεατής. Όλοι, µε τη στάση τους, συνδιαµορφώνουν το κλίµα. Και όσο επιµένουµε να αναζητούµε λύσεις σε απαγορεύσεις, θα αγνοούµε το βασικό ερώτηµα: όχι ποια πλατφόρµα θα κλείσουµε, αλλά ποια κουλτούρα θέλουµε να καλλιεργήσουµε στα παιδιά µας.
*Άννα Μπαράκα - ψυχολόγος, εκπαιδευόµενη ιδιωτική ερευνήτρια και εθελόντρια στο «Γίνε άνθρωπος» και στο «CSI Institute»
Δημοσιεύτηκε στα Παραπολιτικά
Διαβάστε: Η απαγόρευση των social media στους ανηλίκους που έρχεται στο επόμενο Υπουργικό, ο πασχαλιάτικος (δεξιός) ανασχηματισμός, η "ζημιά" που κάνει ο Βενιζέλος στην κυβέρνηση και ο Σεπτέμβριος του Τσίπρα
Δημήτρης Παπαστεργίου για απαγόρευση social media: Πρέπει να βρούµε έναν τρόπο να προστατεύσουµε τα παιδιά
«Πρέπει να βρούµε έναν τρόπο να προστατεύσουµε τα παιδιά», δήλωσε στο ΕΡΤ news ο υπουργός Ψηφιακής ∆ιακυβέρνησης, ∆ηµήτρης Παπαστεργίου, εξηγώντας ότι «διαµορφώνεται ένα ευρωπαϊκό κύµα -γιατί µαζί κινηθήκαµε µε τη Γαλλία, την Ισπανία και τη ∆ανία- προκειµένου όχι κάθε κράτος µόνο του, αλλά και η Ευρώπη συνολικά να νοµοθετήσει, προκειµένου να προστατέψουµε τα παιδιά. Κάθε χώρα µπορεί να βρει τα όρια της ευρωπαϊκής νοµοθεσίας και να κινηθεί και καλό είναι να κινηθούµε όλοι µαζί συντεταγµένα».Ο υπουργός έθεσε στο επίκεντρο το ζήτηµα της ψυχικής υγείας των παιδιών. «Πρέπει να πάρουµε µέτρα, όλοι το καταλαβαίνουν ότι πλέον τα παιδιά µας κινδυνεύουν. Η εικόνα παιδιών, τα οποία πλέον εκφράζονται µόνο µέσω του ∆ιαδικτύου, δεν µιλάνε ή δεν ανταλλάσσουν απόψεις, αλλά στέλνουν εικονίτσες και καρδούλες, δεν είναι εικόνα µιας γενιάς που θέλουµε να συνεχίσει να υπάρχει. Από την ώρα που θα πρέπει να πάρουµε µέτρα, ναι, και οι απαγορεύσεις ή οι περιορισµοί ανάλογα µε την ηλικία είναι στο τραπέζι των συζητήσεων», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Παράλληλα, ξεκαθάρισε ότι στο στόχαστρο δεν βρίσκονται απλώς οι πλατφόρµες ανταλλαγής µηνυµάτων, αλλά κυρίως εκείνες που λειτουργούν µε «εθιστικούς αλγορίθµους» και ατέρµονη ροή περιεχοµένου, καθώς και το gaming, το οποίο -όπως σηµείωσε- δεν πρέπει να θεωρείται εκ προοιµίου αθώο. Σηµειώνεται πως στο τεχνολογικό οπλοστάσιο της χώρας περιλαµβάνεται το Kids Wallet, που είναι και η πρώτη ευρωπαϊκή πλατφόρµα που από την 1η Νοεµβρίου µπορεί να παρέχει επιβεβαίωση ηλικίας. Ωστόσο, όπως ο ίδιος υπογράµµισε, «το κράτος δεν πρόκειται να µπει σε κανένα σπίτι». Η επιτυχία οποιασδήποτε ρύθµισης θα εξαρτηθεί από τη συνεργασία µε τους γονείς και τους εκπαιδευτικούς, καθώς και από το κατά πόσο η κοινωνία συνολικά είναι διατεθειµένη να αναλάβει το µερίδιο ευθύνης που της αναλογεί. Σε κάθε περίπτωση, η συζήτηση για την καθολική απαγόρευση δεν είναι απλή ούτε µονοδιάστατη.
Γιώργος Παπαπροδρόµου: Η ατεκµηρίωτη προσέγγιση είναι ένα επικίνδυνο µονοπάτι
Ο Γιώργος Παπαπροδρόµου, αντιστράτηγος ε.α. της ΕΛ.ΑΣ. και πρώην διευθυντής της ∆ιεύθυνσης ∆ίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήµατος, µιλώντας στα «ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ», τονίζει ότι πρόκειται για έναν σύνθετο «γρίφο». «Η απάντηση για το αν είναι απαραίτητη η απαγόρευση δεν µπορεί να είναι µονολεκτική, καθώς δεν καθορίζει τα επίπεδα της ανηλικότητας και δεν λαµβάνει υπόψη το κάθε παιδί ως ξεχωριστή προσωπικότητα», επισηµαίνει, υπογραµµίζοντας ότι η παιδική ηλικία αποτελεί µια διαδικασία ανάπτυξης και διαµόρφωσης της προσωπικότητας, µε βασικούς πυλώνες την οικογένεια και το σχολείο.Ο ίδιος αναγνωρίζει τους σοβαρούς κινδύνους που ελλοχεύουν στο ∆ιαδίκτυο, όπως είναι η υπερέκθεση προσωπικών δεδοµένων, ο εκφοβισµός, η διαδικτυακή παρενόχληση, οι απειλές, ο διαδικτυακός τζόγος, η διακίνηση ναρκωτικών, αλλά και η σεξουαλική εκµετάλλευση. Την ίδια στιγµή, όµως, επισηµαίνει ότι οι ανήλικοι συµµετέχουν στο κοινωνικό και τεχνολογικό γίγνεσθαι και έχουν δικαίω µα στην ψηφιακή παιδεία, ώστε να αποκτήσουν τις απαραίτητες δεξιότητες. Ιδιαίτερη έµφαση δίνει στο γεγονός ότι το πλαίσιο «αυτορρύθµισης» των πλατφορµών -µε το όριο ηλικίας άνω των 13 ετών- αποδείχθηκε στην πράξη γράµµα κενό περιεχοµένου. «Το ότι σήµερα φτάσαµε να µιλάµε για απαγόρευση δείχνει µια επικίνδυνη αντίληψη απόρριψης της συλλογικής µας ενήλικης ευθύνης», σηµειώνει, επιρρίπτοντας ευθύνες τόσο στην αναποτελεσµατικότητα της διαχείρισης των πλατφορµών όσο και στη φθορά του σύγχρονου γονεϊκού ρόλου. Μάλιστα, όπως σηµειώνει, οι κίνδυνοι του ∆ιαδικτύου, µεταξύ των οποίων περιλαµβάνονται η ρητορική του µίσους και της οπαδικής βίας, η παραπληροφόρηση, τα fake news, τα deepfakes, αλλά και ατελείωτο σκρολάρισµα, αποτελούν µεγάλες προκλήσεις και για τους µεγαλύτερους σε ηλικία, τους οποίους τα παιδιά συνηθίζουν να µιµούνται. «Περιστατικά όπως οικονοµικές απάτες, που συµβαίνουν καθηµερινά στον χώρο του ∆ιαδικτύου, αποδεικνύουν ότι και οι ενήλικες µπορούν να χειραγωγηθούν ή να κινδυνεύσουν».
Όσον αφορά την ακριβή ηλικία κάτω από την οποία το Ιnternet γίνεται επικίνδυνο, ο κ. Παπαπροδρόµου λέει: «Θα πρέπει να υπάρχει διαβάθµιση της ανηλικότητας, όπως ήδη κάνει ο νοµοθέτης σε θέµατα ποινικής αντιµετώπισης της παραβατικότητας. Η ατεκµηρίωτη προσέγγιση είναι ένα επικίνδυνο µονοπάτι για τα δικαιώµατα του παιδιού και για τη δηµοκρατία. Ο δρόµος για σωστή ανάπτυξη περνά από τον διάλογο, το επιχείρηµα και την ανάπτυξη της κριτικής σκέψης».
Ερωτηθείς αν έχει έρθει αντιµέτωπος µε αυτοκαταστροφικές συµπεριφορές ανηλίκων που πηγάζουν από online περιεχόµενο, ο κ. Παπαπροδρόµου απαντά: «Έχουμε δει παιδιά να αντιµετωπίζουν διαδικτυακή παρενόχληση ή ανεπιθύµητη χρήση των προσωπικών τους δεδοµένων. Ορισµένα, που είναι πιο ευαίσθητα ή ευάλωτα, βιώνουν πολύπλοκες καταστάσεις, που πολλές φορές επιβαρύνονται από το περιβάλλον στο οποίο ζουν και κινούνται. Το µεγαλύτερο πρόβληµα, όµως, είναι η δηµιουργία κλίµατος ατελείωτων περιστατικών από τα ΜΜΕ, µέσω της αναπαραγωγής και της µεγέθυνσης γεγονότων για τηλεθέαση, γεγονός που αδικεί τα πολλά θετικά στοιχεία που διαθέτει η νέα γενιά».
"Η λύση δεν βρίσκεται σε µαγικά ραβδιά ή αποκλειστικά θεσµικές απαγορεύσεις"
Καταλήγοντας, ο κ. Παπαπροδρόµου τονίζει πως «η λύση δεν βρίσκεται σε µαγικά ραβδιά ή αποκλειστικά θεσµικές απαγορεύσεις. Η επαναφορά της δηµόσιας συζήτησης στον πυρήνα του θέµατος απαιτεί διάλογο, ενεργή επικοινωνία µε τα παιδιά, συνεργασία µε το σχολείο και αξιοποίηση των κοινωνικών θεσµών και εργαλείων που διαθέτουµε. Στον 21ο αιώνα, τον οποίο πορευόµαστε µε ψηφιακές τεχνολογίες να κυριαρχούν σε κάθε πτυχή της ζωής µας, η προτεραιότητα πρέπει να είναι η ανάπτυξη της φυσικής νοηµοσύνης και ενός αξιακού συστήµατος που βάζει τον άνθρωπο στο επίκεντρο και όχι µόνο το υλικό κέρδος. Η απαγόρευση και η άρνηση αποτελούν ένδειξη συλλογικής αποτυχίας και δεν µειώνουν τις ανισότητες οποιασδήποτε µορφής». Με λίγα λόγια, η προστασία των παιδιών δεν είναι απλώς ζήτηµα τεχνολογίας ή νόµου. Όπως δείχνει και το φαινόµενο της «ψηφιακής αγέλης», κάθε like, κάθε κοινοποίηση, κάθε παθητική παρακολούθηση µετατρέπεται σε συλλογικό γεγονός και διαµορφώνει τη συµπεριφορά των νέων, µετατρέποντας το πλήθος σε αγέλη. Γι’ αυτό, το να κλείνουµε οθόνες δεν αρκεί. Χρειάζεται να ανοίγουµε µυαλά: να διδάξουµε στα παιδιά ψηφιακή παιδεία, ενσυναίσθηση, προσωπική ευθύνη και κριτική σκέψη. Η απαγόρευση χωρίς συνοδευτικά µέτρα δεν είναι ικανή να µειώσει τους κινδύνους. Η ουσιαστική µάχη δίνεται στην καθηµερινή επικοινωνία, στη συνεργασία µε το σχολείο και στην ενεργή συµµετοχή όλων µας, για να µεγαλώνουν τα παιδιά σε έναν ψηφιακό κόσµο δικαιότερο, ασφαλέστερο και πιο συνειδητό.
Άρθρο της Άννας Μπαράκα: "Γιατί η απαγόρευση δεν αρκεί"
Η επικείµενη απαγόρευση χρήσης των µέσων κοινωνικής δικτύωσης από ανηλίκους κάτω των 15 ετών παρουσιάζεται ως ένα µέτρο προστασίας της παιδικής και εφηβικής ηλικίας. Η λογική είναι απλή: λιγότερη έκθεση στις πλατφόρµες, λιγότεροι κίνδυνοι. Ωστόσο, αυτή η προσέγγιση παραµένει επιφανειακή. Το ουσιαστικό πρόβληµα δεν είναι µόνο η πρόσβαση στα social media, αλλά η συµπεριφορά που καλλιεργείται µέσα σε αυτά, όπως επίσης και το φαινόµενο της «ψηφιακής αγέλης». Στον δηµόσιο λόγο συνηθίζουµε να αντιµετωπίζουµε τα διαδικτυακά περιστατικά βίας ως συγκρούσεις ανάµεσα σε δύο πρόσωπα: έναν θύτη και ένα θύµα. Στην πραγµατικότητα, όµως, σχεδόν ποτέ δεν είναι µόνο δύο. Γύρω από κάθε περιστατικό συγκεντρώνεται ένα αόρατο πλήθος. ∆εκάδες ή και εκατοντάδες θεατές παρακολουθούν, σχολιάζουν, και γελούν έτσι ώστε κάθε like να λειτουργεί ως επιβράβευση. Κάθε κοινοποίηση ως ενίσχυση. Κάθε παθητική παρακολούθηση ως ανοχή.
Έτσι, µια µεµονωµένη πράξη µετατρέπεται σε συλλογικό γεγονός. Το πλήθος γίνεται αγέλη. Η κοινωνική ψυχολογία έχει περιγράψει εδώ και δεκαετίες αυτόν τον µηχανισµό. Όταν η ευθύνη διαχέεται σε πολλούς, κανείς δεν αισθάνεται πραγµατικά υπεύθυνος. Η ανωνυµία της οθόνης µειώνει την ενσυναίσθηση, η φυσική απόσταση αποδυναµώνει τις ενοχές και η ανάγκη κοινωνικής αποδοχής ωθεί τους νέους να ακολουθούν τη συµπεριφορά της οµάδας. Το αποτέλεσµα είναι ότι η δύναµη δεν ανήκει τελικά µόνο σε εκείνον που ξεκινά µια επιθετική πράξη, αλλά στο πλήθος που την τροφοδοτεί. Χωρίς κοινό, τέτοιες συµπεριφορές σβήνουν γρήγορα. Ενώ, αν έχουν κοινό, πολλαπλασιάζονται, γίνονται «θέαµα» και αποκτούν διάρκεια και ένταση.
Η «ψηφιακή αγέλη» λειτουργεί σαν επιταχυντής. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η απαγόρευση των social media µοιάζει περισσότερο µε τεχνική απάντηση σε ένα βαθιά κοινωνικό και πολιτισµικό φαινόµενο. Μπορεί να περιορίσει την πρόσβαση σε συγκεκριµένες εφαρµογές, αλλά δεν αλλάζει τη νοοτροπία της οµάδας ούτε διδάσκει υπευθυνότητα. Η ίδια δυναµική µπορεί να µεταφερθεί σε κλειστές συνοµιλίες, σε άλλες πλατφόρµες ή ακόµα και στον φυσικό σχολικό χώρο. Η βία δεν εξαφανίζεται όταν κλείνει µια οθόνη, απλώς αλλάζει µορφή. Αυτό που χρειάζεται να γίνει είναι εκπαίδευση στην ψηφιακή παιδεία, καλλιέργεια ενσυναίσθησης, ενθάρρυνση της ενεργής παρέµβασης και ενίσχυση της αίσθησης προσωπικής ευθύνης. Τα παιδιά δεν πρέπει να µάθουν µόνο τι να αποφεύγουν, αλλά και πώς να αντιδρούν όταν βλέπουν κάτι άδικο. Στο ∆ιαδίκτυο, όπως και στην κοινωνία, κανείς δεν είναι απλός θεατής. Όλοι, µε τη στάση τους, συνδιαµορφώνουν το κλίµα. Και όσο επιµένουµε να αναζητούµε λύσεις σε απαγορεύσεις, θα αγνοούµε το βασικό ερώτηµα: όχι ποια πλατφόρµα θα κλείσουµε, αλλά ποια κουλτούρα θέλουµε να καλλιεργήσουµε στα παιδιά µας.
*Άννα Μπαράκα - ψυχολόγος, εκπαιδευόµενη ιδιωτική ερευνήτρια και εθελόντρια στο «Γίνε άνθρωπος» και στο «CSI Institute»
Δημοσιεύτηκε στα Παραπολιτικά
En