Τα δημοσιεύματα του έντυπου και ηλεκτρονικού Τύπου, που αφορούσαν τα αιτήματα εκταφής θυμάτων των Τεμπών, επέφεραν την έκδοση ανακοίνωσης του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνου Τζαβέλλα, στην οποία παρέχει διευκρινίσεις για τον τρόπο με τον όποιο η Εισαγγελέας Πρωτοδικών Λάρισας διαχειρίστηκε τα αιτήματα για εκταφή θυμάτων του σιδηροδρομικού δυστυχήματος. Αναλυτικότερα, ο κ. Τζαβέλλας αναφέρεται στα αιτήματα που είχαν υποβληθεί από συγγενείς θυμάτων προς την Εισαγγελία Πρωτοδικών Λάρισας και με τα οποία ζητούσαν, να επιτραπεί στους διορισθέντες τεχνικούς συμβούλους τους, η λήψη δειγμάτων, από τις σορούς των θανόντων θυμάτων και συγγενών τους και η αποστολή αυτών, σε εργαστήρια του εξωτερικού.

Διαβάστε: Τέμπη: Αναβάλλονται επτά εκταφές θυμάτων, η εισαγγελέας δεν απάντησε στα εξώδικα των συγγενών

Άρειος Πάγος: Η ανακοίνωση του εισαγγελέα

Σύμφωνα με την ανακοίνωση, «η Εισαγγελέας Πρωτοδικών Λάρισας, δεν αποδέχθηκε - αλλά απέρριψε - τις ανωτέρω αιτήσεις, αναφορικά με το είδος και τους όρους εκτέλεσης όλων των απαραίτητων χημικών, βιοχημικών, τοξικολογικών, ιστολογικών κ.α. εξετάσεων, αλλά και εξετάσεων DNA, επί των σορών των θυμάτων, τα οποία αφορούσαν οι εν λόγω αιτήσεις, ακολούθως, δε, οι ανωτέρω σχετικές διαφωνίες της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Λάρισας και των ανωτέρω αιτούντων συγγενών θυμάτων του ανωτέρω δυστυχήματος και παρισταμένων προς υποστήριξη της κατηγορίας, εισήχθησαν, προς κρίση, ενώπιον του αρμοδίου Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Λάρισας, βουλεύματά του, ήρε τις σχετικές διαφωνίες, υπέρ της άποψης της Εισαγγελέα Πρωτοδικών Λάρισας».

Το κείμενο της ανακοίνωσης του κ. Τζαβέλλα

«Με αφορμή αποσπάσματα τηλεοπτικών εκπομπών και δημοσιεύματα, κυρίως του ηλεκτρονικού τύπου, που αναφέρονται στον τρόπο διαχείρισης, εκ μέρους της αρμόδιας Εισαγγελέως Πρωτοδικών Λάρισας, υποβληθέντων αιτημάτων εκταφής θυμάτων του τραγικού δυστυχήματος «των Τεμπών» της 28-02-2023, μετά από σχετική ενημέρωσή μας, από την Εισαγγελέα Πρωτοδικών Λάρισας, κατά τη λειτουργική αρμοδιότητά μας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 32 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και 28 του Ν. 4938/2022 («Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών και λοιπές διατάξεις»), εκθέτουμε και ανακοινώνουμε τα εξής:

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 183 του ΚΠΔ, «Αν απαιτούνται ειδικές γνώσεις ορισμένης επιστήμης ή τέχνης για να γίνει ακριβής διάγνωση και κρίση κάποιου γεγονότος, οι ανακριτικοί υπάλληλοι ή το δικαστήριο μπορούν αυτεπαγγέλτως ή με αίτηση κάποιου διαδίκου ή του εισαγγελέα να διατάξουν πραγματογνωμοσύνη. Η πραγματογνωμοσύνη διατάσσεται υποχρεωτικά, αν ο νόμος ρητά επιβάλλει τη διεξαγωγή της.». Κατά τις διατάξεις του άρθρου 184 ΚΠΔ, «Αν η πραγματογνωμοσύνη δεν μπορεί να γίνει σε εργαστήριο που ιδρύθηκε ειδικά από τον νόμο καθώς και σε άλλες εξαιρετικές περιπτώσεις, διορίζονται δύο ή περισσότεροι πραγματογνώμονες. Σε επείγουσες ή μικρότερης σημασίας περιπτώσεις μπορεί να διοριστεί μόνο ένας. Ο διορισμός τους σε εξαιρετικά επείγουσες περιστάσεις μπορεί να γίνει και προφορικά, επακολουθεί όμως η σύνταξη του εγγράφου.». Κατά τις διατάξεις του άρθρου 185 ΚΠΔ (όπως αυτό τροπ. δυνάμει των άρθρων 77 και 138§1 του Ν.5090/2024, με έναρξη ισχύος από την 01-05-2024), «Το συμβούλιο των πλημμελειοδικών, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα πλημμελειοδικών, καταρτίζει μέσα στο τρίτο δεκαήμερο του Σεπτεμβρίου κάθε χρόνο πίνακα πραγματογνωμόνων κατά ειδικότητες από πρόσωπα που διαμένουν στην έδρα του και είναι κατάλληλα για τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, προτιμώντας δημόσιους υπαλλήλους. Στον πίνακα περιλαμβάνονται παιδοψυχίατροι και παιδοψυχολόγοι, και ελλείψει αυτών, ψυχίατροι και ψυχολόγοι εξειδικευμένοι στα θέματα γενετήσιας εκμετάλλευσης και κακοποίησης παιδιών. Ο πίνακας υποβάλλεται στον εισαγγελέα εφετών, που έχει το δικαίωμα να ζητήσει τον Οκτώβριο από το συμβούλιο των εφετών τη μεταρρύθμισή του. Το συμβούλιο των εφετών αποφαίνεται σχετικά τον Νοέμβριο.

Ο πίνακας, αφού οριστικοποιηθεί, παραμένει στα γραφεία των γραμματέων των εδρών του πλημμελειοδικείου και ανακοινώνεται τον Δεκέμβριο κάθε χρόνου από τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών στους ανακριτικούς υπαλλήλους της περιφέρειας. Κάθε χρόνο ισχύει, ωσότου συνταχθεί νέος πίνακας, ο πίνακας που συντάχθηκε το προηγούμενο έτος.». Κατά τις διατάξεις του άρθρου 186 ΚΠΔ, «Ο διορισμός των πραγματογνωμόνων πρέπει να γίνεται με κάθε επιμέλεια από τον ανακριτικό υπάλληλο ή από το δικαστήριο, με επιλογή ανάμεσα στα πρόσωπα που αναγράφονται στον πίνακα ο οποίος έχει συνταχθεί σύμφωνα με το άρθρο 185. Μόνο αν δεν υπάρχει τέτοιος πίνακας ή δεν περιέχει τις ειδικότητες που απαιτούνται για τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης που έχει διαταχθεί, ή αν οι αναγραφόμενοι στον πίνακα δεν βρίσκονται στην περιφέρεια του οργάνου που τους διορίζει, είναι δυνατό να διοριστούν και πρόσωπα που δεν περιλαμβάνονται στον πίνακα.

Σχετικά με τους πραγματoγνώμονες

Ο διορισμός πραγματογνωμόνων με αυτό τον τρόπο γίνεται και όταν υπάρχουν πραγματογνώμονες ειδικά διορισμένοι με νόμο, αν εκείνος που ενεργεί την ανάκριση με σύμφωνη γνώμη του εισαγγελέα πλημμελειοδικών κρίνει αιτιολογημένα ότι τούτο είναι αναγκαίο. Το ίδιο δικαίωμα έχει και το δικαστήριο. Διορίζεται και ειδικός πραγματογνώμονας που δεν περιλαμβάνεται στον πίνακα, αν το υποδείξουν οι πραγματογνώμονες που έχουν διοριστεί. Κατά την επιλογή των πραγματογνωμόνων το όργανο που τους διορίζει οφείλει να λαμβάνει υπόψη του και την προηγούμενη απασχόληση των πραγματογνωμόνων του πίνακα και να αποφεύγει χωρίς σοβαρό λόγο να αναθέτει πραγματογνωμοσύνη στον ίδιο πραγματογνώμονα, αν υπάρχουν στον πίνακα άλλοι της ίδιας ειδικότητας που δεν διορίστηκαν στον ίδιο χρόνο. Γι` αυτό το σκοπό τηρείται σε κάθε δικαστήριο ενιαίο βιβλίο για τους πραγματογνώμονες που διορίζονται σύμφωνα με την ειδικότητά τους ».

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 195 ΚΠΔ, «1. Εκείνος που διατάσσει την πραγματογνωμοσύνη επισημαίνει στους πραγματογνώμονες την υποχρέωσή τους κατά το άρθρο 207 παρ. 1 εδάφιο β' και καθορίζει τα ζητήματα για τα οποία κυρίως θα διεξαχθεί, έχοντας υπόψη και τις τυχόν προτάσεις των διαδίκων. Έχει επίσης το δικαίωμα να θέσει προθεσμία για την διεξαγωγή της, που μπορεί να παραταθεί σε περίπτωση ανάγκης. 2. Στους πραγματογνώμονες μπορεί να ανατεθεί σε κάθε στάδιο της ανάκρισης η λύση νέων ζητημάτων. Οι πραγματογνώμονες δεν περιορίζονται μόνο στην έρευνα των ζητημάτων που τους τέθηκαν, αν ως ειδικοί θεωρούν άξια λόγου και άλλα ζητήματα. Μπορούν επίσης να ζητήσουν διευκρινίσεις για τα ζητήματα που τους τέθηκαν. 3. Αν για την διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης είναι απαραίτητη η καταστροφή ή η αλλοίωση του πράγματος που αποτελεί αντικείμενό της, οι πραγματογνώμονες οφείλουν, αν είναι δυνατό, να μην εξετάσουν και να διαφυλάξουν ένα κομμάτι του πράγματος. Πριν από την ολική ή μερική καταστροφή ή αλλοίωση του πράγματος οι πραγματογνώμονες οφείλουν να ειδοποιήσουν με τον ανακριτή τον κατηγορούμενο και τους άλλους διαδίκους, για να ασκήσουν τα δικαιώματά τους που αναφέρονται στα άρθρα 191 - 193. Ειδοποίηση δεν γίνεται, όταν υπάρχει από την αναβολή κίνδυνος που καθορίζεται ειδικά από τους πραγματογνώμονες στην έκθεσή τους».

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 197 ΚΠΔ, «1. Αν κατά τη διάρκεια της πραγματογνωμοσύνης προκύψουν ουσιαστικές διαφωνίες μεταξύ τους, οι πραγματογνώμονες το αναφέρουν χωρίς χρονοτριβή σε εκείνον που τους διόρισε, ο οποίος διορίζει και άλλον ή και άλλους πραγματογνώμονες που συμπράττουν με όσους ορίστηκαν αρχικά. 2. Αν οι γνώμες των πραγματογνωμόνων διαφέρουν και πάλι μεταξύ τους σε σημαντικό βαθμό ή αν η γνωμοδότηση που παρέδωσαν είναι ασαφής, αόριστη ή αντιφατική ή αντίθετη σε άλλα περιστατικά που βεβαιώθηκαν στο βαθμό που χρειάζεται, διατάσσεται νέα πραγματογνωμοσύνη, εφόσον οι αμφιβολίες που δημιουργήθηκαν δεν φαίνεται πιθανό πως θα εκλείψουν και μετά την τυχόν επιστροφή για διόρθωση της γνωμοδότησης στους ίδιους πραγματογνώμονες. Η νέα πραγματογνωμοσύνη γίνεται από άλλους πραγματογνώμονες, στους οποίους μπορεί να προστεθούν και ένας ή περισσότεροι από εκείνους που διορίστηκαν την πρώτη φορά.». Κατά τις διατάξεις του άρθρου 198 ΚΠΔ, «Η γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων πρέπει να είναι γραπτή και αιτιολογημένη και να περιλαμβάνει επίσης αιτιολογημένη την γνώμη της μειοψηφίας, αν υπάρχει. Η γνωμοδότηση παραδίδεται στον ανακριτικό υπάλληλο ή στο δικαστήριο που διόρισε τους πραγματογνώμονες. Για την παράδοση συντάσσεται έκθεση ή γίνεται αναφορά στα πρακτικά της συνεδρίασης. Κατά την κύρια διαδικασία η γνωμοδότηση μπορεί να γίνει και προφορικά, οπότε τα ουσιαστικά της σημεία καταχωρίζονται στα πρακτικά».