Με την κατάθεση του Δημήτρη Μπουραντώνη άνοιξε στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, η δίκη, τον Οκτώβριο του 2020, μέσα στο γραφείο του στην ΑΣΟΕΕ. Περιγράφοντας τα γεγονότα της ημέρας, ανέφερε ότι βρισκόταν στο γραφείο του στον πρώτο όροφο, μαζί με τον τότε συνεργάτη του κ. Δράκο (αντιπρύτανη), συζητώντας υπηρεσιακά θέματα. Έξω από το γραφείο βρισκόταν η γραμματεία. Η πόρτα, όπως κατέθεσε, ήταν κλειστή.

«Ξαφνικά άνοιξε η πόρτα και μπήκε μια ομάδα οκτώ ή εννέα ατόμων», είπε. Κατά την εκτίμησή του, οι εισβολείς είχαν προηγουμένως περάσει από τη γραμματεία. «Άρχισαν να σπάνε αντικείμενα, βιτρίνες, ό,τι έβρισκαν μπροστά τους. Αιφνιδιάστηκα», σημείωσε. Οι περισσότεροι φορούσαν κουκούλες, ενώ όσοι δεν φορούσαν κάλυπταν τα χαρακτηριστικά τους. «Δεν μπορούσα να αντιληφθώ ποιοι ήταν», κατέθεσε, προσθέτοντας ότι του έκανε εντύπωση μια ψηλή κοπέλα με καστανά μαλλιά, κυρίως «για το μένος με το οποίο έσπαγε πράγματα». Εκτίμησε ότι ανάμεσα στους δράστες υπήρχαν τουλάχιστον μία ή και δύο γυναίκες.

«Με έπιασαν από τον λαιμό και μου έβαλαν τα χέρια πίσω. Πρέπει να ήταν τρεις άνδρες», ανέφερε. Όπως είπε, του απηύθυναν απειλές να μην κινηθεί «γιατί θα πάθει χειρότερα». Στη συνέχεια, του κρέμασαν στον λαιμό μια ταμπέλα με αναφορά στις καταλήψεις και τον φωτογράφισαν. «Την έβαλαν μετά βίας την ταμπέλα. Ήταν μια σκηνή αγριότητας», κατέθεσε. Σύμφωνα με τον ίδιο, ένας από τους δράστες τον φωτογράφισε με φωτογραφική μηχανή πριν η ομάδα αποχωρήσει. «Είναι στιγμές που ζεις ένα σοκ και δεν μπορείς να επεξεργαστείς τι συμβαίνει», πρόσθεσε. Όταν οι εισβολείς έφυγαν, το γραφείο, όπως περιέγραψε, «ήταν σαν βομβαρδισμένο». Υπολογιστές και βιτρίνες είχαν σπάσει, οι τοίχοι είχαν μουντζουρωθεί με σπρέι και μαρκαδόρους. «Το μόνο που έκανα ήταν να ρωτήσω αν είναι καλά η γραμματέας και μετά πήγα στην αίθουσα της Συγκλήτου και έμεινα εκεί για πολλή ώρα», είπε.

Σε ερώτηση της προέδρου αν το περιστατικό προκάλεσε αναστάτωση στο ίδρυμα, ο μάρτυρας απάντησε ότι δημιουργήθηκε έντονη ανησυχία και αίσθημα ανασφάλειας. «Πηγαίνεις στο πανεπιστήμιο και δεν ξέρεις τι θα συμβεί. Ήταν μια τρομακτική επίθεση», ανέφερε. Υποστήριξε επίσης ότι ο μόνος που κινδύνευε άμεσα από τη συγκεκριμένη ενέργεια ήταν ο ίδιος. Παράλληλα, ο πρώην πρύτανης αν και επιβεβαίωσε ότι υπήρχε φύλαξη στο πανεπιστήμιο, παραδέχθηκε ότι δεν γινόταν έλεγχος εισόδου και εξόδου προσώπων. Στην ερώτηση της εισαγγελέως αν η πόρτα του γραφείου του μπορούσε να ανοίξει από οποιονδήποτε, απάντησε ότι «ενδεχομένως ναι».

Σε ό,τι αφορά την αναζήτηση των υπαιτίων, δήλωσε ότι δεν έγιναν ενέργειες από πλευράς πανεπιστημίου για τον εντοπισμό τους, ενώ σημείωσε ότι εκείνη την περίοδο δεν υπήρχε πειθαρχική διαδικασία για φοιτητές. Επίσης, ο μαρτυρας ανέφερε ότι το περιστατικό του στοίχισε ιδιαίτερα σε προσωπικό επίπεδο. «Δημιουργήθηκε μια ανασφάλεια. Το πανεπιστήμιο ταράχτηκε», είπε, περιγράφοντας ένα γεγονός που, όπως τόνισε, ήταν πρωτοφανές ως προς την άσκηση βίας και το πρόσωπο στο οποίο εκδηλώθηκε. Η κατάθεση του μάρτυρα θα συνεχιστεί με ερωτήσεις της υπεράσπισης στις 23 Μαρτίου.