Σε νέα φάση διερεύνησης μπαίνει, όπως όλα δείχνουν, η υπόθεση των υποκλοπών, καθώς η πρόσφατη ετυμηγορία του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών λειτουργεί ως καταλύτης για περαιτέρω δικαστικές έρευνες. Πέρα από την επιβολή βαριών ποινών στους τέσσερις εμπλεκόμενους ιδιώτες, κρίθηκε αναγκαία η διαβίβαση των πρακτικών της δίκης στις εισαγγελικές Αρχές, προκειμένου να εξεταστεί η τέλεση και άλλων ενδεχόμενων αξιόποινων πράξεων.

Διαβάστε: Από τις υποκλοπές στην κατασκοπεία: Η υπόθεση Predator ανοίγει ξανά - Τι είπε η Ιωάννα Μάνδρου στα Παραπολιτικά 90,1

Το δικαστήριο, αξιολογώντας το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, μαρτυρικές καταθέσεις, έγγραφα και λοιπά ευρήματα, έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις, που δεν εξαντλούνται στις πλημμεληματικές πράξεις για τις οποίες απαγγέλθηκαν κατηγορίες. Ο πρόεδρος του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, Νικόλαος Ασκιανάκης, και ο εισαγγελέας της έδρας, Δημήτρης Παυλίδης, αξιολογώντας όλα τα στοιχεία που προέκυψαν από την πολύμηνη ακροαματική διαδικασία, η οποία άρχισε τον περασμένο Σεπτέμβριο και ολοκληρώθηκε στις 26 Φεβρουαρίου, έδωσαν ιδιαίτερη βαρύτητα στην έκταση των παρακολουθήσεων, στην ποικιλία των προσώπων που φέρονται να είχαν τεθεί υπό επιτήρηση, μεταξύ των οποίων μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου και στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων και της Αστυνομίας, αλλά και στην οργάνωση που απαιτήθηκε για τη λειτουργία ενός τέτοιου μηχανισμού και κατέληξαν στο ότι πρέπει να διερευνηθούν και άλλα αδικήματα από αυτά για τα οποία εξέδωσαν ετυμηγορία. Η αναφορά, μάλιστα, στο ενδεχόμενο του αδικήματος της κατασκοπείας προσδίδει στη δικαστική διερεύνηση της υπόθεσης νέα διάσταση, μεταφέροντας το ενδιαφέρον από το επίπεδο της παραβίασης προσωπικών δεδομένων σε ζητήματα εθνικής ασφάλειας. Στο επίκεντρο της απόφασης βρέθηκαν τέσσερις ιδιώτες που συνδέονται με τις εταιρείες Intellexa και Krikel, οι οποίες είχαν ήδη βρεθεί στο προσκήνιο του σκανδάλου των υποκλοπών. Οι κατηγορούμενοι, Ταλ Ντίλιαν, Σάρα Χάμου, Γιάννης Λαβράνος και Φέλιξ Μπίτζιο, κρίθηκαν ένοχοι για σειρά πλημμεληματικών πράξεων που αφορούν επέμβαση σε σύστημα αρχειοθέτησης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, παραβίαση του απορρήτου τηλεφωνικής επικοινωνίας και παράνομη πρόσβαση σε σύστημα πληροφοριών.

Οι ποινές που επιβλήθηκαν ήταν ιδιαίτερα αυστηρές, φτάνοντας συνολικά τα 126 έτη και 8 μήνες φυλάκισης, με εκτιτέα τα 8 έτη (σ.σ.: το ανώτατο προβλεπόμενο για πλημμελήματα), ενώ δόθηκε αναστέλλουσα δύναμη στην έφεση. Αν και πρόκειται για πλημμελήματα, η βαρύτητα των ποινών αποτυπώνει τη σοβαρότητα με την οποία το δικαστήριο αντιμετώπισε τις πράξεις, αναγνωρίζοντας τον κίνδυνο που συνεπάγεται η παραβίαση του απορρήτου των επικοινωνιών σε μια δημοκρατική κοινωνία. Μάλιστα, το δικαστήριο αποφάσισε οι ποινές αυτές να είναι εκτιτέες στο σύνολό τους, ωστόσο χορήγησε αναστέλλουσα δύναμη στην έφεση στους τέσσερις καταδικασθέντες και, έτσι, αφέθηκαν ελεύθεροι μέχρι την έκδοση απόφασης από το Εφετείο.


Υποκλοπές: Από το "απυροβόλητο" στο εδώλιο

Παράλληλα, η κρίση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου δεν περιορίστηκε στους τέσσερις καταδικασθέντες. Στο «μικροσκόπιο» των δικαστικών Αρχών μπαίνουν και άλλα πρόσωπα που φέρονται να συνδέονται με τις εμπλεκόμενες εταιρείες, χωρίς μέχρι σήμερα να έχουν βρεθεί στο εδώλιο. Πρόκειται για στελέχη της Intellexa και της Krikel τα οποία μέχρι σήμερα έμειναν στο «απυρόβλητο».

Επίσης, στα πρόσωπα που μπήκαν στο «στόχαστρο» του δικαστηρίου περιλαμβάνεται και ο Αιμίλιος Κοσμίδης, γνωστός και ως «Κρεοπώλης», το όνομα του οποίου συνδέθηκε με προπληρωμένη κάρτα μέσω της οποίας φέρονται να αγοράστηκαν κακόβουλα μηνύματα (SMS) που στάλθηκαν, μεταξύ άλλων, στον Νίκο Ανδρουλάκη. Το δικαστήριο έκρινε ότι οι εξηγήσεις που δόθηκαν από τον ίδιο στο ακροατήριο δεν ήταν πειστικές και διαβίβασε τα πρακτικά για να διερευνηθεί για ενδεχόμενη ψευδή κατάθεση. Στο «στόχαστρο», όμως, θα μπει και η αναλυτική κίνηση της προπληρωμένης κάρτας, καθώς από τα στοιχεία που διαβιβάστηκαν στο ακροατήριο προέκυψαν νέα ευρήματα, τα οποία ενδεχομένως να οδηγήσουν και σε νέους εμπλεκομένους.

Η υπόθεση των κακόβουλων SMS και της χρήσης λογισμικών παρακολούθησης έχει ήδη προκαλέσει έντονες πολιτικές και θεσμικές αναταράξεις, οι οποίες πυροδοτήθηκαν από την πρόσφατη απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Η παραπομπή για περαιτέρω έρευνα ενισχύει την αίσθηση ότι η υπόθεση δεν έχει ακόμη αποκαλύψει όλες τις πτυχές της. Αντιθέτως, η δικαστική απόφαση λειτουργεί ως εφαλτήριο για την αποκάλυψη ενδεχόμενων διασυνδέσεων, συνεργειών ή και ευρύτερων δικτύων που μπορεί να σχετίζονται με τη λειτουργία και διάθεση τέτοιων συστημάτων.

Το ενδεχόμενο διερεύνησης του αδικήματος της κατασκοπείας αποτελεί ίσως το πιο βαρυσήμαντο στοιχείο της νέας φάσης. Αν προκύψουν επαρκείς ενδείξεις για εμπλοκή ξένων παραγόντων ή για δραστηριότητες που υπερβαίνουν το πλαίσιο της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, τότε η υπόθεση θα αποκτήσει διαστάσεις που ξεπερνούν τα εθνικά σύνορα. Η αναφορά σε ενδεχόμενη συνέργεια ξένων δυνάμεων, όπως καταγράφηκε στη δικαστική διαδικασία, αναμένεται να αποτελέσει αντικείμενο ενδελεχούς εισαγγελικής έρευνας.

Το άνοιγμα αυτού του νέου κύκλου ερευνών αναμένεται να έχει συνέπειες όχι μόνο σε ποινικό, αλλά και σε πολιτικό επίπεδο. Καθώς οι εισαγγελικές Αρχές θα εξετάζουν τα διαβιβασθέντα στοιχεία, ενδέχεται να κληθούν νέα πρόσωπα για παροχή εξηγήσεων ή ακόμα και να ασκηθούν νέες διώξεις.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Παραπολιτικά».