Κάποτε οι μαθητές πετούσαν αυτοσχέδιες χάρτινες σαΐτες όταν ο καθηγητής γύριζε την πλάτη για να γράψει στον πίνακα. Σήμερα σύμφωνα με μαρτυρίες εκπαιδευτικών οι σαΐτες έχουν αντικατασταθεί από βαριά αντικείμενα που «εκτοξεύονται» με ευκολία από τα εφηβικά χέρια, ειρωνικά σχόλια και προκλήσεις την ώρα του μαθήματος. Τα αλλεπάλληλα γεγονότα επιθετικότητας των παιδιών προς τους εκπαιδευτικούς θέτουν ένα ερώτημα που απασχολεί όλο και συχνότερα την εκπαιδευτική κοινότητα. Με ποιον τρόπο θα ελεγχθεί αυτή η νέα πραγματικότητα που φαίνεται να παίρνει ανεξέλεγκτες διαστάσεις; Ποιο είναι τελικά το προφίλ αυτών των μαθητών και τι είναι αυτό που τους οδηγεί να συμπεριφέρονται με αυτόν τον τρόπο;


Η αυξανόμενη επιθετικότητα μαθητών προς εκπαιδευτικούς

Ο Δημήτρης Αγορίτσας, φιλόλογος σε γυμνάσιο των Τρικάλων έχει γίνει πολλές φορές μάρτυρας επιθετικών συμπεριφορών από τα παιδιά. «Έχω δει περιπτώσεις όπου μαθητές απαντούν με έντονο τρόπο στον καθηγητή, ακόμη και στον Διευθυντή, με φωνές ή προσβλητικά σχόλια, ενώπιον όλων. Σε ορισμένες περιπτώσεις εκτοξεύονται αντικείμενα – όπως ένα μπουκάλι νερό (με στόχο συμμαθητές, αλλά και καθηγητές)· κάτι που φαίνεται να μοιάζει "παιχνίδι", αλλά δημιουργεί κλίμα έντασης». Όπως εξηγεί το βασικό πρόβλημα είναι ότι συχνά οι μαθητές δεν αντιλαμβάνονται τα όρια – πόσο προσβλητικό ή επικίνδυνο μπορεί να είναι αυτό.

Καθηγητές κάθε ηλικίας, όποιο και αν είναι το μάθημα που διδάσκουν γίνονται αρκετά συχνά αποδέκτες επιθετικών συμπεριφορών από εκείνους τους μαθητές που επιδιώκουν να επιβληθούν μέσα στην ομάδα. Πρόκειται πολύ συχνά για τα ίδια παιδιά που θα χλευάσουν ή θα επιτεθούν στον αδύναμο συμμαθητή τους. Τα παιδιά που δεν έχουν όρια και δεν φοβούνται τις συνέπειες των πράξεών τους. Δεν έχουν συγκεκριμένο προφίλ, έχουν όμως τον ίδιο στόχο, την επίδειξη δύναμης και κυριαρχίας μέσα στην τάξη.


«Πολλά περιστατικά δεν καταγράφονται ποτέ»

Η Κλεοπάτρα Ρέππα είναι μια νέα καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διορισμένη σε λύκειο των βορείων προαστίων. Η τοποθέτησή της στο θέμα ξετυλίγει μια σκοτεινή πλευρά του προβλήματος «Οι περισσότεροι εκπαιδευτικοί έχουν βιώσει, έστω και σε μικρότερο βαθμό, περιστατικά έντονης αμφισβήτησης ή λεκτικής επιθετικότητας μέσα στην τάξη. Συνήθως αυτά ξεκινούν από μικρές συμπεριφορές -ειρωνεία, απαξιωτικά σχόλια, άρνηση συνεργασίας- και αν δεν αντιμετωπιστούν έγκαιρα μπορούν να κλιμακωθούν. Από προσωπική εμπειρία και συζητήσεις με συναδέλφους, γνωρίζω ότι αρκετές φορές τέτοια περιστατικά δεν φτάνουν ποτέ να καταγραφούν επίσημα». Όπως τονίζει πολλές φορές οι εκπαιδευτικοί επιλέγουν τη διακριτική διαχείριση των περιστατικών. «Πολλοί εκπαιδευτικοί επιλέγουν να τα διαχειριστούν σιωπηλά, γιατί φοβούνται ότι αν τα αναφέρουν μπορεί τελικά να βρεθούν οι ίδιοι εκτεθειμένοι ή να μην έχουν την υποστήριξη που χρειάζονται. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα αρκετοί να δουλεύουν με ένα αίσθημα επιφυλακτικότητας ή φόβου, κάτι που δεν βοηθά ούτε τον ίδιο τον εκπαιδευτικό ούτε το εκπαιδευτικό έργο που θα μπορούσε πραγματικά να προσφέρει. Ως νέα εκπαιδευτικός, έχω το πλεονέκτημα ότι δεν υπάρχει μεγάλο generational gap ανάμεσα σε εμένα και τους μαθητές. Έχω πολύ ζωντανή τη μνήμη των δικών μου μαθητικών χρόνων και μπορώ σχετικά εύκολα να κατανοήσω τον συναισθηματικό κόσμο των παιδιών. Παράλληλα όμως έχω ήδη περίπου έντεκα χρόνια επαγγελματικής εμπειρίας στον χώρο της άσκησης και της εκπαίδευσης, έχοντας δουλέψει με ηλικίες από τριών ετών μέχρι και με ηλικιωμένους. Αυτό μου έχει δώσει μια αρκετά σφαιρική εικόνα για το πώς εξελίσσεται η ανθρώπινη συμπεριφορά σε διαφορετικά στάδια ζωής».


Οι κοινωνικές αλλαγές πίσω από το φαινόμενο

Κάποτε γινόταν ένας αγώνας για να αντιμετωπιστούν ανάρμοστες συμπεριφορές καθηγητών προς τους μαθητές. Σήμερα φαίνεται πως οι όροι έχουν αντιστραφεί. Πώς φτάσαμε όμως από τον φόβο των μαθητών απέναντι στον δάσκαλο στον φόβο ορισμένων εκπαιδευτικών μέσα στην τάξη; Ο Νικόλαος Τσίκος, καθηγητής φυσικής αγωγής σε γυμνάσιο και ΕΠΑΛ, αποδίδει το φαινόμενο σε μια σειρά από κοινωνικές μεταβολές.


«Αλλαγή στον ρόλο της αυθεντίας»

Η κοινωνία πέρασε από το «μην μιλάς στον δάσκαλο» στο «ο δάσκαλος πρέπει να απολογείται». Υπερπροστατευτικοί γονείς που υπερασπίζονται το παιδί αυτόματα και θεωρούν τον καθηγητή αντίπαλο. Κοινωνική κουλτούρα απαξίωσης όπου στα social media ή στον δημόσιο λόγο συχνά γελοιοποιείται ο εκπαιδευτικός και μειώνεται το κύρος του επαγγέλματος. Και τελικά φταίει η οικογένεια ή η κοινωνία για όλα αυτά; Η πραγματική απάντηση είναι: και τα δύο μαζί.

Η Οικογένεια πρέπει να θέσει όρια και να εμπνεύσει τον σεβασμό. Οι γονείς πρέπει να έχουν φιλική σχέση με τα παιδιά τους αλλά να παραμένουν γονείς Δεν είναι «φίλοι». Οι οικογενειακές σχέσεις μεταφέρονται στην καθημερινότητα των παιδιών και μέσα στο σχολείο . Η κοινωνία και η σκληρή καθημερινότητα μεταφέρει άγχος, οικονομική πίεση. Δυστυχώς η συνεχής υποτίμηση του σχολείου ως θεσμού η απαξίωση του και ταυτόχρονα η απαξίωση του λειτουργήματος και της αξίας του καθηγητή σε όλες τις μορφές αποδυναμώνουν τη σχέση και την επίδραση που μπορεί να έχει στους μαθητές του. Το εκπαιδευτικό σύστημα , με ελλιπή στήριξη εκπαιδευτικών, με μεγάλα τμήματα 27 ατόμων , απουσία μόνιμων ψυχολόγων και κοινωνικών λειτουργών καθώς και υποστηρικτικό εξειδικευμένο προσωπικό καθίσταται προβληματικό. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι ψυχολόγοι είναι αναπληρωτές έρχονται αρχές Οκτώβρη στην καλύτερη περίπτωση, φεύγουν τέλος Μαΐου και την επόμενη σχολική χρονιά αντικαθίσταται από νέους . (Στο σχολείο που υπηρετώ η ψυχολόγος ήρθε αρχές Δεκέμβρη). Επίσης η υπηρεσία πρέπει να στηρίξει με όλες τις προβλεπόμενες ενέργειες το εκπαιδευτικό προσωπικό για την εύρυθμη λειτουργία του σχολείου».

Η καθηγήτρια φυσικής αγωγής Κλεοπάτρα Ρέππα από την πλευρά της επισημαίνει ότι η αλλαγή στη σχέση μαθητή – καθηγητή δεν είναι απαραίτητα προβληματική. «Στο παρελθόν το σχολείο λειτουργούσε με έναν πολύ αυστηρό και ιεραρχικό τρόπο. Οι μαθητές φοβούνταν τον καθηγητή και η πειθαρχία στηριζόταν σε μεγάλο βαθμό στον φόβο. Σήμερα ευτυχώς έχουμε απομακρυνθεί από αυτή τη λογική και η σχέση εκπαιδευτικού-μαθητή είναι πιο δημοκρατική. Το πρόβλημα εμφανίζεται όταν η δημοκρατικότητα συγχέεται με την πλήρη απουσία ορίων. Ο σεβασμός δεν πρέπει να βασίζεται στον φόβο, αλλά ούτε και να εξαφανίζεται. Το σχολείο χρειάζεται μια ισορροπία ανάμεσα στην ελευθερία και στη δομή. Όταν αυτή η ισορροπία χαθεί, τότε δημιουργούνται συνθήκες όπου ο εκπαιδευτικός μπορεί να αισθανθεί εκτεθειμένος. Τα όρια είναι ιδιαίτερα σημαντικά για τα παιδιά. Ακόμη κι αν στην αρχή αντιδρούν ή τα αμφισβητούν, σε ένα βαθύτερο επίπεδο τους δημιουργούν αίσθημα ασφάλειας. Όταν ένα παιδί βλέπει έναν ενήλικα να είναι συνεπής σε αυτά που λέει και να τηρεί σταθερά τα όρια που θέτει, υποσυνείδητα το αντιλαμβάνεται ως φροντίδα και ενδιαφέρον. Βλέπει έναν άνθρωπο που δεν αδιαφορεί, που είναι παρών και αξιόπιστος. Όταν αυτή η σταθερότητα λείπει, τότε δημιουργείται σύγχυση και αστάθεια στις σχέσεις μέσα στο σχολικό περιβάλλον».

Ο ρόλος της οικογένειας

Ο Δημήτρης Αγορίτσας επισημαίνει ότι η συνεργασία σχολείου και οικογένειας είναι καθοριστική «Θα έλεγα οι γονείς, στην μεγάλη τους πλειονότητα, συνεργάζονται με το σχολείο και θέλουν πραγματικά το καλό των παιδιών τους. Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις, όπου η επικοινωνία είναι δύσκολη. Πρόκειται για γονείς που έρχονται στο σχολείο φορτισμένοι, θεωρώντας ότι το παιδί τους αδικείται ή στοχοποιείται. Σε τέτοιες στιγμές η συζήτηση μαζί τους μπορεί να εξελιχθεί άσχημα. Έχουν υπάρξει περιστατικά, όπου οι εκπαιδευτικοί δεχόμαστε αμφισβήτηση, φραστικές επιθέσεις ή πιέσεις για να αλλάξουμε μια απόφαση ή μια αξιολόγηση. Το σχολείο χρειάζεται τους γονείς ως συμμάχους, όχι απέναντί του. Χρειαζόμαστε την εμπιστοσύνη και τη στήριξη των γονέων, όχι την καχυποψία και την ένταση».


Τι λένε οι ειδικοί

Πίσω από κάθε επιθετικό παιδί όπως λένε και οι ειδικοί υπάρχει πάντα μια μικρή ή μεγάλη ιστορία. Η ψυχολόγος Νασια Σκαμπαρδώνη περιγράφει στα παραπολιτικά πως αντιλαμβάνονται αυτά τα παιδιά τις πράξεις τους «Μιλάμε για παιδιά με έλλειψη ενσυναίσθησης, που δεν αντιλαμβάνονται τις συνέπειες των πράξεων τους, που δεν συνειδητοποιούν πόσο πόνο προκαλούν και πόσο επικίνδυνο μπορεί να γίνει αυτό. Μιλάμε για παιδιά χωρίς όρια και πολλές φορές χαμηλή ανοχή στο θυμό και σε ευάλωτα συναισθήματα. Παιδιά που έχουν την πεποίθηση πως η βία και η επιβολή είναι η δύναμή τους. Νιώθουν ατρόμητα και άρα αυτό αποδίδει στα μάτια τους και άρα ενισχύονται και το επαναλαμβάνουν. Είναι σαν να κυνηγούν κάθε φορά το “παραπάνω” και το χειρότερο ώστε να ξεχωρίσουν και να ηγηθούν».

Η παραδοσιακή εικόνα του δασκάλου που συνήθως είχε τον έλεγχο της τάξης φαίνεται πως σε ορισμένες περιπτώσεις έχει «ραγίσει».

«Η ένταση που μπορεί να υπάρχει στο σχολικό περιβάλλον μπορεί να εκδηλωθεί ανάμεσα στους μαθητές με συγκρούσεις, μπορεί όμως και προς τον ίδιο τον εκπαιδευτικό και αυτή η συνθήκη έχει όνομα και ορίζεται ως teacher – targeted bullying. Το σχολικό περιβάλλον με τη σειρά του είναι μια ομάδα και όπως στην κοινωνία έτσι και εκεί με άλλη δυναμική μπορεί να συμπεριφέρονται κατά μόνας και διαφορετικά κατά ομάδες δηλαδή αν εκδηλώνονται παραβατικές συμπεριφορές να υπάρξει κλιμάκωση. Τα σχολεία είναι χώροι μάθησης και όχι αρένα. Σε αυτές τις περιπτώσεις χρειάζεται άμεση διερεύνηση της κατάστασης αλλά και συγκεκριμένες διαδικασίες για την αντιμετώπιση αλλά και άμεση υποστήριξη στον άνθρωπο που καταγγέλλει εις βάρος του βία και βιώνει αυτό το ψυχοπιεστικό γεγονός καθώς είναι αναφαίρετο δικαίωμά του να εργάζεται σε ένα υγιές και ασφαλές περιβάλλον» εξηγεί η ψυχολόγος Νασια Σκαμπαρδώνη.


Μπορεί να αντιμετωπιστεί το φαινόμενο;

Ο Νικόλαος Τσίκος εκτιμά ότι η επιθετικότητα προς τους εκπαιδευτικούς μπορεί να περιοριστεί αλλά αυτό για να γίνει απαιτεί πολυεπίπεδη παρέμβαση από το σχολείο, την οικογένεια και την πολιτεία. «Σαφείς πειθαρχικές συνέπειες για σοβαρά περιστατικά. Υποχρεωτική εμπλοκή γονέων όταν υπάρχει βία. Ψυχολόγοι και κοινωνικοί λειτουργοί στα σχολεία. Εκπαίδευση μαθητών σε σεβασμό και διαχείριση συγκρούσεων. Θεσμική προστασία εκπαιδευτικών. Η εκπαίδευση βασίζεται σε εμπιστοσύνη και σεβασμό. Όταν χαθεί αυτό, η τάξη μετατρέπεται σε χώρο σύγκρουσης. Είναι σαφής η ανάγκη συνεργασίας γονέων και εκπαιδευτικών. Είναι υποχρεωτική η επαναφορά του αξιακού συστήματος που θέλει τον δάσκαλο , τον καθηγητή τον γονέα , τον προπονητή στην κορυφή της πυραμίδας. Η αξία της παιδείας, της ηθικής και του σεβασμού πρέπει να επανέλθει πάνω από το χρήμα το κέρδος και τα υλικά αγαθά . Ο στόχος είναι κοινός , τα παιδιά μας».

Συγκρατημένα αισιόδοξος εμφανίζεται ο φιλόλογος Δημήτρης Αγορίτσας καθώς όπως αναφέρει δεν πιστεύει ότι υπάρχει κάτι που θα μπορούσε να δώσει λύση άμεσα. «Δεν πιστεύω ότι μπορεί να γίνει κάτι που να λύσει άμεσα το πρόβλημα ούτε μπορούμε να περιμένουμε ότι το σχολείο θα επιλύσει από μόνο του την προβληματική συμπεριφορά των παιδιών. Το βασικότερο θα ήταν να ξαναχτιστεί το κλίμα σεβασμού μέσα στην τάξη. Οι εκπαιδευτικοί χρειαζόμαστε υποστήριξη στη διαχείριση δύσκολων καταστάσεων· οι γονείς να μάθουν να θέτουν όρια, αλλά και να εμπιστεύονται και να συνεργάζονται με το σχολείο· τα παιδιά να μάθουν από μικρή ηλικία να διαχειρίζονται τον θυμό τους και να σέβονται τον άλλο. Δεν νομίζω ότι εξελίχθηκαν τόσο “ατρόμητα” από μόνα τους. Αυτό που βλέπουμε είναι αποτέλεσμα του τρόπου που μεγαλώνουν και του περιβάλλοντος γύρω τους. Από νωρίς μαθαίνουν πως αυτός είναι ο ενδεδειγμένος τρόπος αντίδρασης. Θεωρώ πως είναι θέμα έλλειψης ορθής καθοδήγησης. Και τελικά θα έλεγα ότι φοβούνται, όχι όμως τον καθηγητή ή το σχολείο, αλλά πιο πολύ το πώς θα αντιδράσει ο κύκλος τους – οι φίλοι και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Επιπλέον, τα παιδιά αντιλαμβάνονται από πολύ μικρή ηλικία ότι αν αντιδράσουν έντονα και χωρίς φόβο, αψηφώντας τα όρια, μπορεί να πετύχουν αυτό που θέλουν άμεσα.

Τι κρύβεται πίσω από την επιθετική συμπεριφορά

Η ψυχολόγος Νάσια Σκαμπαρδώνη εξηγεί ότι πίσω από τις πολλές παραβατικές συμπεριφορές βρίσκονται δύσκολες οικογενειακές συνθήκες. «Για να έχουμε φτάσει εδώ έχουν αποτύχει πολλά περιβάλλοντα. Η οικογένεια, το σχολείο, η κοινωνία δηλαδή ο καθένας από εμάς για το πώς συμπεριφέρεται, ο καθένας που βλέπει και κάνει πως δε βλέπει, που ακούει και κάνει πως δεν ακούει. Το περιβάλλον της οικογένειας, που μέσα σε αυτό ένα παιδί αντί να νιώθει πως είναι η φωλιά του είναι ένα εχθρικό περιβάλλον. Παραβατικά παιδιά μεγαλώνουν σε οικογένειες που τα κακοποιούν ή τα παραμελούν. Ή αντίστοιχα σε περιβάλλοντα που χρησιμοποιούν αυταρχικές μεθόδους με χαμηλά επίπεδα στοργής και ανταπόκρισης όπου τα παιδιά είτε υποτάσσονται είτε γίνονται ανεξέλεγκτα και επιθετικά προς τον εαυτό τους ή προς τους άλλους. Παιδιά που νιώθουν αόρατα σπίτι τους γιατί δεν ακούγονται, απορρίπτονται και δεν νιώθουν ότι είναι σημαντικά ή άξια αγάπης. Από την άλλη παιδιά χωρίς όρια που δεν έχουν ενσυναίσθηση γιατί κανείς δεν ασχολήθηκε να τους μάθει τι είναι και πώς καλλιεργείται, παιδιά που δεν έχουν μάθει να αναγνωρίζουν το συναίσθημά τους και να το εκφράζουν γιατί κανείς δεν τα ρώτησε πως νιώθουν. Το να επιβληθούν μέσω της βίας είναι ένας τρόπος να νιώσουν ορατά και σημαντικά ειδικά όταν συσπειρώνονται σε ομάδες και νιώθουν ότι ανήκουν επιτέλους κάπου και τα υπολογίζουν. Καθώς και γονείς που δεν αντιμετωπίζουν το πρόβλημα αλλά στρουθοκαμηλίζοντας επιτίθενται στον εκπαιδευτικό που θα εντοπίσει μια ανάρμοστη συμπεριφορά, μια δυσκολία ή ένα πρόβλημα. Αλλά κι η παρουσία του σχολείου είναι σημαντική που αντί να αγνοήσει το πρόβλημα να προστατέψει το θύμα είτε αφορά παιδί είτε εκπαιδευτικό. Ένα σχολείο που ενώ έχουν αυξηθεί οι ανάγκες δεν είναι πλήρως επανδρωμένο ούτε από ψυχολόγους ούτε από αρμόδιους που ασχολούνται με προγράμματα πρόληψης της βίας. Ένα σχολείο που θα πρέπει να είναι αρωγός στην προσπάθεια πρόληψης και αντιμετώπισης της βίας. Και φτάνοντας στην τελευταία βαθμίδα οι ιθύνοντες και το σύστημα οργανωμένα να στηρίξει αυτά όλα τα περιβάλλοντα ενεργά».