Η Χρυσή Αυγή και ο νέος "κανόνας" των εφετείων: Γιατί αλλάζει η συνήθης διαδικασία
Έπεσε η αυλαία της ιστορικής δικαστικής υπόθεσης
Το τέλος της πολύκροτης υπόθεσης και το φαινόμενο των ίδιων ή ακόμα αυστηρότερων ποινών σε δεύτερο βαθμό από τα δικαστήρια - Τι ισχύει βάσει των νόμων και γιατί αλλάζει η διαδικασία
Διαβάστε: "Παύλο τα κατάφερες": Το τέλος της Χρυσής Αυγής μετά από 13 χρόνια από τη δολοφονία Φύσσα (Βίντεο)
Το δικαστήριο, με την απόφασή του, απέρριψε ομόφωνα το αίτημα της Ελένης Ζαρούλια για μετατροπή της ποινής της και έστειλε στη φυλακή τη γυναίκα που έμεινε στο πλευρό του άλλοτε ισχυρού άνδρα της «Χρυσής Αυγής» από την έναρξη της δικαστικής υπόθεσης και μέχρι σήμερα.
Χρυσή Αυγή: Η αυλαία της ιστορικής δίκης και ο νέος "κανόνας" των εφετείων
Εκεί, για να ακούσει την τελική ετυμηγορία, για ακόμα μία φορά, βρισκόταν και η Μάγδα Φύσσα, που επί δεκατρία χρόνια δεν άφησε ούτε μία ημέρα χωρίς να παλεύει για να δικαιωθεί ο γιος της, Παύλος Φύσσας, ο οποίος δολοφονήθηκε από τα χέ ρια του μέλους της «Χρυσής Αυγής» Γιώργου Ρουπακιά τον Σεπτέμβριο του 2013. Το δικαστήριο επέβαλε ποινές στους 42 καταδικασθέντες της υπόθεσης οι οποίες κυμαίνονται από φυλάκιση 4 ετών έως ισόβια κάθειρξη, επιβεβαιώνοντας σε μεγάλο βαθμό τις αποφάσεις του πρωτόδικου δικαστηρίου. Στους κατηγορουμένους που κρίθηκαν ως διευθυντές της εγκληματικής οργάνωσης επιβλήθηκαν βαριές ποινές κάθειρξης: Νίκος Μιχαλολιάκος, Ηλίας Κασιδιάρης, Ιωάννης Λαγός, Χρήστος Παππάς, Ηλίας Παναγιώταρος και Γιώργος Γερμενής καταδικάστηκαν σε κάθειρξη 13 ετών, ενώ ο Αρτέμης Ματθαιόπουλος σε κάθειρξη 10 ετών, όπως είχε συμβεί και σε πρώτο βαθμό. Ποινές είτε κάθειρξης μέχρι 7 έτη είτε φυλάκισης μέχρι 5 έτη επιβλήθηκαν και σε 11 πρώην βουλευτές της οργάνωσης.
Το δικαστήριο επικύρωσε, επίσης, την ποινή της ισόβιας κάθειρξης για τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα στον Γιώργο Ρουπακιά, στον οποίο επιβλήθηκε επιπλέον ποινή κάθειρξης 10 ετών για ένταξη στην εγκληματική οργάνωση. Είχε προηγηθεί η απόφαση για αναγνώριση του ελαφρυντικού της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη σε πέντε μόνο εκ των 42 καταδικασθέντων. Οι συνήγοροι υπεράσπισης των καταδικασθέντων έδωσαν μάχη στο δικαστήριο προκειμένου να εξασφαλίσουν την αναστολή εκτέλεσης των ποινών για τους εντολείς τους.
Τελικά, τέσσερις καταδικασθέντες οδηγήθηκαν στη φυλακή για να εκτίσουν τις ποινές τους, ενώ για άλλους το δικαστήριο αποφάσισε είτε την αναστολή είτε τη μετατροπή της ποινής τους. Από τους συνολικά 42 καταδικασθέντες, οι 24 έχουν εκτίσει τις ποινές τους.
Σκληρότερες αποφάσεις
Η απόφαση για την εγκληματική οργάνωση της «Χρυσής Αυγής» σε δεύτερο βαθμό επιβεβαιώνει αυτό που νομικοί κύκλοι σχολιάζουν το τελευταίο διάστημα για τις κρίσεις των Εφετείων σε σχέση με τα Πρωτοδικεία. Πλέον, παρατηρείται το φαινόμενο οι αποφάσεις των Εφετείων να είναι, εάν όχι το ίδιο αυστηρές, σε κάποιες περιπτώσεις ακόμα σκληρότερες από αυτές των Πρωτοδικείων, όπως συνέβη στην υπόθεση της φονικής πυρκαγιάς στο Μάτι ή σε εκείνη της «Κιβωτού του Κόσμου». «Το νομικό μας σύστημα είναι τέτοιο που προβλέπει δύο διαφορετικούς βαθμούς δικαιοδοσίας, με αποτέλεσμα να αποτελεί κοινή πρακτική η άσκηση έφεσης σχεδόν σε όλες τις ποινικές υποθέσεις.
Στη νομολογιακή πρακτική, αλλά κυρίως στη λαϊκή κρίση είχε σχηματιστεί μια άποψη πως πράγματι στο Εφετείο “συνήθως” η ποινή μειώνεται. Η πραγματικότητα είναι πως στο Εφετείο η υπόθεση κρίνεται ξανά από την αρχή, με ένα ανταγωνιστικό πλεονέκτημα: Δεν μπορεί να χειροτερεύσει η θέση του κατηγορουμένου. Αρα, πρακτικά, η ποινή του πρωτόδικου δικαστηρίου αποτελούσε τη μέγιστη δυνατή ποινή που μπορούσε να επιβάλει το Εφετείο. Αυτό, σε συνδυασμό με την αναγνώριση κάποιου ελαφρυντικού και το γεγονός ότι επέρχεται πρακτικά μια άλλη ποινική απαξία έπειτα από μεγάλο χρονικό διάστημα, σημαίνει ότι πολλές φορές η ποινή μειώνεται», εξηγεί ο δικηγόρος Κωνσταντίνος Γώγος.
Νομολογιακά δεδομένα
Η σημερινή πραγματικότητα, όμως, έχει αρχίσει να αλλάζει αυτά τα δεδομένα, όπως υπογραμμίζει ο κ. Γώγος, παρά το γεγονός ότι ο νόμος δεν έχει αλλάξει. «Βλέπουμε το πολύκροτο κάποιων υποθέσεων να επηρεάζει την κρίση του δικαστηρίου ως προς την αναγνώριση ελαφρυντικών. Γεγονός το οποίο αρχίζει να δημιουργεί νομολογιακά δεδομένα επικίνδυνα για την έννομη τάξη μας. Από την άλλη, έχει αρχίσει να γίνεται σχεδόν κανόνας η άσκηση έφεσης από την Εισαγγελία. Τι σημαίνει αυτό πρακτικά;
Οταν την έφεση ασκεί ο κατηγορούμενος, τότε ισχύει ο παραπάνω κανόνας και πράγματι το δικαστήριο δεν μπορεί να επιβάλει μεγαλύτερη ποινή. Οταν, όμως, την έφεση ασκεί η Εισαγγελία, τότε η υπόθεση δικάζεται χωρίς κανένα δεσμευτικό ανώτατο όριο. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, σε περίπτωση καταδικαστικής απόφασης, η ποινή να αλλάζει εντελώς και, όπως βλέπουμε στις πρόσφατες υποθέσεις, ακόμα και να διπλασιάζεται. Είναι εύλογο να αναρωτηθεί κανείς, βέβαια: Είναι παράλογη η άσκηση έφεσης από την Εισαγγελία; Σαφώς και όχι. Είναι κατοχυρωμένο δικαίωμα. Ομως, είναι δυνατόν να ασκούνται τόσες εφέσεις; Και τα δευτεροβάθμια δικαστήρια να αποφασίζουν τόσο διαφορετικά; Δηλαδή, οι πρωτόδικες αποφάσεις δεν έκριναν με βάση το ίδιο αποδεικτικό υλικό; Κρίνουμε με βάση τις αποδείξεις ή με βάση το πολύκροτο;», κατέληξε διερωτώμενος ο κ. Γώγος.
Δημοσιεύθηκε στα Παραπολιτικά
En