H είδηση του θανάτου της 57χρονης καθηγήτριας Αγγλικών Σοφίας Χρηστίδου στη Θεσσαλονίκη, έπειτα από αιμορραγικό εγκεφαλικό επεισόδιο, συγκλόνισε τη σχολική κοινότητα και προκάλεσε έντονο προβληματισμό για τις πιέσεις που αντιμετωπίζουν οι εκπαιδευτικοί στον χώρο εργασίας τους. Η τραγωδία αποκάλυψε, μέσα από αναρτήσεις και μαρτυρίες, ότι πίσω από την καθημερινή διδακτική ρουτίνα κρύβονται περιστατικά πίεσης και εκφοβισμού. Σε μια άλλη γωνιά της χώρας, και συγκεκριμένα στο Ηράκλειο Κρήτης, μαθητές Γυμνασίου δημιούργησαν με A.I. γυμνές φωτογραφίες συμμαθητριών, αλλά και καθηγητριών τους, διακινώντας τες ψηφιακά.

Διαβάστε: Θεσσαλονίκη: Έρευνα διέταξε ο Εισαγγελέας Εφετών της συμπρωτεύουσας για τον θάνατο καθηγήτριας - Η ίδια φέρεται να είχε καταγγείλει περιστατικά εκφοβισμού

Την ίδια στιγμή, ο Κώστας Σταυρόπουλος, καθηγητής Μαθηματικών στην Αχαΐα, κάνει λόγο για μια καθημερινότητα που τον οδήγησε ακόμα και στην παραίτηση, περιγράφοντας επιθέσεις και απειλές από μαθητές μέσα και έξω από την τάξη. Αυτά τα τρία περιστατικά μπορεί να φαίνονται διαφορετικά εκ πρώτης όψεως, έχουν όμως κοινό πυρήνα, καθώς φωτίζουν μια σκοτεινή και συχνά αθέατη πλευρά της εκπαιδευτικής πραγματικότητας: τον αυξανόμενο σχολικό εκφοβισμό και την ψυχολογική πίεση που υφίστανται οι καθηγητές από τη λεκτική απαξίωση, τις ειρωνείες και τον δημόσιο διασυρμό, μέχρι την ψηφιακή, αλλά και σωματική κακοποίηση. Το φαινόμενο, όπως φαίνεται, δεν είναι μεμονωμένο και καλεί σε μια βαθύτερη συζήτηση για την προστασία και την αξιοπρέπεια των εκπαιδευτικών.

Σχολικός εκφοβισμού σε βάρος των εκπαιδευτικών: Τι συμβαίνει μέσα στις τάξεις

«Μέχρι σήμερα μιλάγαμε κυρίως για βία έξω από τα σχολεία ή ανάμεσα σε μαθητές. Η πρόσφατη τραγική υπόθεση με την καθηγήτρια στη Θεσσαλονίκη μάς αναγκάζει να κοιτάξουμε την αλήθεια μέσα στις τάξεις», τονίζει στα «Παραπολιτικά» ο Αντώνης Ντακανάλης, καθηγητής Ψυχιατρικής και Ψυχοθεραπείας στο Πανεπιστήμιο (Μπικόκα) του Μιλάνου. Οπως επισημαίνει, η εικόνα του σχολείου ως ασφαλούς χώρου κλονίζεται: «Μιλάμε για καθηγητές που φοβούνται για τη σωματική και ψυχική τους ασφάλεια, που φοβούνται να πάνε στη δουλειά τους, να μπουν στο σχολείο, να διδάξουν ή να προστατεύσουν τον εαυτό τους». Και προσθέτει με έμφαση: «Οταν το σύστημα δεν παρέχει ασφάλεια στους εκπαιδευτικούς, έχει ήδη αποτύχει - και οι συνέπειες επηρεάζουν όλους στη σχολική κοινότητα. Κανείς δεν μπορεί να διδάξει όταν απειλείται. Κανείς δεν μπορεί να μάθει όταν φοβάται».

Κανονικοποίηση της βίας

Σύμφωνα με τον ίδιο, το φαινόμενο δεν είναι εντελώς νέο, αλλά έχει αλλάξει ποιοτικά: «Πάντα υπήρχαν μορφές απειθαρχίας ή ακόμα και επιθετικότητας προς τους εκπαιδευτικούς. Αυτό που έχει αλλάξει είναι η ένταση, η συχνότητα και κυρίως η κανονικοποίηση αυτής της συμπεριφοράς». Πλέον, δεν πρόκειται απλώς για «δύσκολες τάξεις»: «Μιλάμε για καταστάσεις όπου ο εκπαιδευτικός βιώνει συστηματική απαξίωση, ειρωνεία, υπονόμευση ή επαναλαμβανόμενη επιθετικότητα -λεκτική, σωματική, κοινωνική ή διαδικτυακήχωρίς ουσιαστική προστασία». Και τα στοιχεία από μελέτες που έχουν διεξαχθεί ανά τον κόσμο είναι αποκαλυπτικά. Μια πρόσφατη ανάλυση 59 μελετών σε 26 χώρες αποκαλύπτει ότι περίπου 1 στους 2 καθηγητές (51,1%) έχει δεχθεί bullying στη δουλειά του - με λόγια, χειρονομίες, κοινωνικό αποκλεισμό ή ακόμα και μέσα από το Διαδίκτυο. «Το πιο ανησυχητικό», παρατηρεί ο κ. Ντακανάλης, «είναι ότι το φαινόμενο συχνά αντιµετωπίζεται ως κάτι “αναµενόµενο” ή “µέρος της δουλειάς”. Και, από τη στιγµή που κάτι κανονικοποιείται, παύει να αντιµετωπίζεται». Και καταλήγει µε µια φράση που συµπυκνώνει το πρόβληµα: «Οταν η επιθετικότητα προς τον εκπαιδευτικό γίνεται µέρος της δουλειάς, τότε δεν µιλάµε για σχολείο. Μιλάµε για ένα σύστηµα που έχει αρχίσει να αποδέχεται τη βία. ∆εν µπορούµε να ζητάµε από τους εκπαιδευτικούς να αντέχουν τα πάντα. Αυτό δεν είναι ανθεκτικότητα, αλλά εγκατάλειψη».

Γιατί στρέφεται εναντίον τους 

Η βία απέναντι στους εκπαιδευτικούς δεν οφείλεται µόνο σε µία αιτία. «Πρόκειται για ένα πολυπαραγοντικό φαινόµενο», σηµειώνει ο καθηγητής, διευκρινίζοντας πως «σε ατοµικό επίπεδο, µπορεί να σχετίζεται µε δυσκολία στη διαχείριση θυµού, ανάγκη επιβολής, χαµηλή ενσυναίσθηση ή έλλειψη ορίων από το οικογενειακό περιβάλλον». Ωστόσο, σηµαντικό ρόλο παίζει και η ευρύτερη κοινωνική συνθήκη: «Ο εκπαιδευτικός δεν αντιµετωπίζεται πλέον αυτονόητα ως φορέας κύρους. Παρατηρείται µια κρίση σεβασµού προς τους θεσµούς και µια απαξίωση της δηµόσιας Εκπαίδευσης». Παράλληλα, το ίδιο το σύστηµα συµβάλλει σε αυτή την εικόνα: «Για πολλούς µαθητές, ειδικά στο Λύκειο, το σχολείο δεν είναι πια ο βασικός χώρος µάθησης. Είναι ένα πέρασµα. Η “πραγµατική” µάθηση µεταφέρεται στα φροντιστήρια». Και, όταν χάνεται το κύρος, ανοίγει ο δρόµος για την απαξίωση και τελικά για τη βία. Ακόµα, η δυναµική της οµάδας ενισχύει τέτοιες συµπεριφορές: «Η επιθετικότητα συχνά εκδηλώνεται µπροστά σε “κοινό”, γιατί ο µαθητής επιδιώκει αποδοχή ή επιβεβαίωση».

Ψυχολογική κακοποίηση

Οι συνέπειες για τους εκπαιδευτικούς είναι βαθιές και πολυεπίπεδες. «∆εν µιλάµε για ένα δύσκολο επάγγελµα. Μιλάµε για φόβο και καθηµερινή απειλή», τονίζει ο κ. Ντακανάλης. Οπως λέει, ο εκφοβισµός δεν µπορεί να αντιµετωπίζεται ως «αταξία»: «Είναι ψυχολογική κακοποίηση µε µετρήσιµα αποτελέσµατα». Η συνεχής έκθεση σε φόβο και πίεση έχει άµεσο αντίκτυπο στον οργανισµό: «Το σώµα λειτουργεί σαν να απειλείται συνεχώς. ∆εν ξεχωρίζει αν η απειλή είναι φυσική ή ψυχολογική και, έτσι, αντιδρά το ίδιο». Οι επιπτώσεις περιλαµβάνουν άγχος, εξουθένωση (burnout) καταθλιπτικά συµπτώµατα, δυσκολία στη συγκέντρωση και τη διδασκαλία και απώλεια επαγγελµατικής ταυτότητας. «Ενας εκπαιδευτικός που εξευτελίζεται δηµόσια δεν τραυµατίζεται µόνο επαγγελµατικά, τραυµατίζεται υπαρξιακά», σηµειώνει. Και το πρόβληµα δεν τελειώνει µε το σχολικό κουδούνι: «Το στρες τον ακολουθεί στο σπίτι, στον ύπνο, στις σχέσεις του. Σε πιο ακραίες περιπτώσεις, µιλάµε για πραγµατική ψυχική και σωµατική φθορά». Αναφερόµενος στην πρόσφατη τραγωδία στη Θεσσαλονίκη, ξεκαθαρίζει: «∆εν µπορούµε να τεκµηριώσουµε άµεση αιτιώδη συνάφεια ανάµεσα σε περιστατικά εκφοβισµού και ένα αιµορραγικό εγκεφαλικό επεισόδιο. Ωστόσο, είναι επιστηµονικά σαφές ότι το χρόνιο και ακραίο στρες αποτελεί σηµαντικό επιβαρυντικό και επιταχυντικό παράγοντα για σοβαρά ψυχοσωµατικά προβλήµατα».

«Να μη μείνει μόνος»

Σε ό,τι αφορά τη διαχείριση τέτοιων περιστατικών, ο κ. Ντακανάλης είναι κατηγορηµατικός: «Ο εκπαιδευτικός δεν πρέπει να µένει µόνος. Γιατί, όταν το θύµα δεν προστατεύεται, το µήνυµα που δίνεται είναι ότι η βία επιτρέπεται». Οπως λέει, είναι απαραίτητο να καταγράφονται τα περιστατικά και να ενηµερώνεται άµεσα η διεύθυνση, ωστόσο η ευθύνη δεν µπορεί να βαραίνει αποκλειστικά το άτοµο. «Το σχολείο οφείλει να θέτει σαφή όρια και συνέπειες και να προστατεύει ενεργά τον εκπαιδευτικό», υπογραµµίζει. Καθοριστικός είναι και ο ρόλος των γονέων: «Να µη δικαιολογούν επιθετικές συµπεριφορές των παιδιών τους και να συνεργάζονται µε το σχολείο και όχι να το υπονοµεύουν». Ωστόσο, το κρίσιµο ζήτηµα, όπως τονίζει, είναι συστηµικό: «Το ερώτηµα δεν είναι τι έκανε ο καθηγητής, αλλά τι έκανε -ή τι δεν έκανε- το σύστηµα για να τον προστατεύσει. Γιατί πολύ συχνά βλέπουµε το παράδοξο το θύµα να µένει απροστάτευτο και να εµφανίζεται σχεδόν ως υπεύθυνο. Και αυτή είναι ίσως η πιο επικίνδυνη µετατόπιση: όταν η ευθύνη µετακινείται από τον θύτη στο θύµα. Η απουσία προστασίας δεν είναι ουδετερότητα. Είναι συνενοχή».

Αντώνης Ντακανάλης: Οταν το σύστηµα δεν παρέχει ασφάλεια στους εκπαιδευτικούς, έχει ήδη αποτύχει. Κανείς δεν µπορεί να διδάξει όταν απειλείται. Κανείς δεν µπορεί να µάθει όταν φοβάται


Όταν το bullying γίνεται viral

Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η διάσταση του ψηφιακού εκφοβισµού. «Τα social media έχουν αλλάξει ριζικά τη φύση του φαινοµένου», επισηµαίνει ο κ. Ντακανάλης. Στο παρελθόν, ένα περιστατικό έµενε µέσα στην τάξη. Σήµερα µπορεί να καταγραφεί και να διαδοθεί µέσα σε λίγες ώρες. «Ο εξευτελισµός δεν είναι πλέον στιγµιαίος, είναι δηµόσιος και διαρκής», λέει χαρακτηριστικά. Ο εκπαιδευτικός εκτίθεται πλέον σε ένα απεριόριστο κοινό, χάνοντας τον έλεγχο της εικόνας του, ενώ το περιστατικό αναπαράγεται συνεχώς. «Τα social media δεν δηµιούργησαν τη βία. Της έδωσαν, όµως, σκηνή. Και σε αυτό το περιβάλλον, η πιθανότητα δηµοσιότητας λειτουργεί συχνά ως κίνητρο, όχι ως φραγµός», σηµειώνει. «Αν το σχολείο δεν είναι ασφαλές, δεν είναι σχολείο», καταλήγει ο κ. Ντακανάλης, επαναλαµβάνοντας πως «κανείς δεν µπορεί να διδάξει όταν απειλείται και κανείς δεν µπορεί να µάθει όταν φοβάται».


Δημοσιεύτηκε στα Παραπολιτικά