Έναν «επιστημονικό γρίφο» φαίνεται πως αποτελεί η πρόσφατη σεισμική δραστηριότητα που παρατηρείται στο Άγιον Όρος, σύμφωνα με τον Ευθύμιο Λέκκα. «Για το Άγιον Όρος έχουμε έναν επιστημονικό γρίφο, ο οποίος αναπτύσσεται τα δύο τελευταία χρόνια, έχουμε μία συνεχή δραστηριότητα από ένα συγκεκριμένο ρήγμα χερσαίο και θαλάσσιο», σημείωσε. Υπενθυμίζεται ότι ο ισχυρός σεισμός 4,9 Ρίχτερ σημειώθηκε στις 21:08 την Τετάρτη (25/3) στο Άγιο Όρος. Ήδη έχει ολοκληρωθεί η πρώτη φάση των αυτοψιών για μια πρώτη εκτίμηση των ζημιών στο Άγιον Όρος και ο Πρόεδρος του ΤΕΕ (Παράρτημα Κεντρικής Μακεδονίας) Ηλίας Περτζινίδης και Γενικός Διευθυντής του Κέντρου Διαφύλαξης της Αγιορείτικης Κληρονομιάς, μιλώντας στο ΕΡΤΝews και την εκπομπή «10′ με τόνο» μίλησε για τις ρωγμές που έχουν καταγραφεί, αλλά και αυτό που τους ανησυχεί.

Διαβάστε: Στο Άγιον Όρος ο Κικίλιας - Για αυτοψίες στα έργα αναβάθμισης στους λιμένες των Μονών Ιβήρων και Μεγίστης Λαύρας


Ανησυχία για τη σεισμική δραστηριότητα στο Άγιον Όρος: Τι είπε ο Ηλίας Περτζινίδης

«Είμαστε το τεχνικό μάτι λοιπόν, το οποίο ελέγχει αυτή τη στιγμή τα κτίρια του Αγίου Όρους και τη συμπεριφορά που είχαν απέναντι στον σεισμό. Έχουμε ολοκληρώσει σε μεγάλο βαθμό τις αυτοψίες των κτιρίων και θεωρώ ότι έχουμε κάποιες ρωγμές καινούργιες, οι οποίες δεν μας ανησυχούν, αλλά πρέπει άμεσα να αποκατασταθούν και αυτές. Eπιπλέον σε ρωγμές από τον προηγούμενο σεισμό που δεν έχουμε ακόμη καταφέρει να τις αποκαταστήσουμε, έχουμε μια διεύρυνση του εύρους αυτών και αυτό χρήζει άμεσης αποκατάστασης. Το έργο των αποκαταστάσεων από τον προηγούμενο σεισμό έχει ήδη ξεκινήσει οπότε βρισκόμαστε σε πολύ καλό στάδιο. Παράλληλα θα κάνουμε μια νέα έκθεση και για τις νέες ζημιές που έχουν προκύψει για να βάλουμε μια προτεραιότητα και να δούμε πως θα κινηθούμε από εδώ και πέρα, όσον αφορά την αποκατάσταση των βλαβών», ανέφερε και πρόσθεσε:
«Μιλάμε για μονές οι οποίες ήταν γύρω από το επίκεντρο του σεισμού, η Ιερά Μονή Βατοπαιδίου, Χιλανδαρίου, Ζωγράφου. Ξηροποτάμου, Ιερά Μονή Δοχειαρίου, Ιερά Μονή Σίμωνος Πέτρας, Αυτές είναι οι Μονές οι οποίες έχουν τις περισσότερες βλάβες. Να τονίσω ότι ο προηγούμενος σεισμός, παρότι ήταν μεγαλύτερης έντασης, είχε λίγο μικρότερη επιτάχυνση από την επιτάχυνση σχεδιασμού και μάλιστα το είχαμε τονίσει αυτό. Σε αυτόν τον σεισμό η επιτάχυνση σχεδιασμού που καταγράψαμε στην Ιερά Μονή Βατοπαιδίου είναι μεγαλύτερη από την επιτάχυνση σχεδιασμού και αυτό είναι πάρα πολύ σοβαρό και δείχνει τελικά το μεγάλο έργο που έχει γίνει όλα αυτά τα 40 χρόνια από το Κέντρο Διαφυλάξεως Αγιορειτικής Κληρονομιάς (Κε.Δ.Α.Κ.), που έχουν ενισχυθεί όλες αυτές οι κατασκευές και καταφέρνουν να έχουν μια πολύ καλή απόκριση στον σεισμό. Όλες οι μονές έχουν πολύ καλές, ιστορικές κατασκευές, έχουν μια συγκεκριμένη φιλοσοφία στην απορρόφηση των σεισμικών δράσεων. Σε όλες τις μονές έχουν γίνει πολύ σημαντικά έργα αποκατάστασης όπως και στη Μονή Βατοπαιδίου. Από κει και πέρα όλες αυτές οι ρωγμές που βλέπουμε, οι περισσότερες από αυτές για μας είναι αναμενόμενες και θα πρέπει απλώς να αποκαθίστανται. Το βασικό είναι να μην έχουμε καταρρεύσεις κτιρίων. Η επιτάχυνση που δόθηκε προχθές θα μπορούσε κάλλιστα σε ένα κτίριο το οποίο δεν έχει λάβει καμία αποκατάσταση όλα αυτά τα χρόνια, να έχουμε πολύ σοβαρά προβλήματα και να έχουμε τμηματικές καταρρεύσεις. Αυτό απεφεύχθη. Είναι πολύ σημαντικό το έργο που έχει γίνει όλα αυτά τα χρόνια. Αυτό που μας ανησυχεί είναι ότι καταγράφουμε κάθε μέρα δονήσεις. Δεν έχει εκτονωθεί το φαινόμενο, παρότι θεωρούσαμε, γιατί πέρασε αρκετός καιρός από τον προηγούμενο σεισμό, ότι μάλλον δεν θα έχουμε κάποιον άλλο μεγάλο σεισμό, ήρθε προχθές του Ευαγγελισμού ο σεισμός των 4,9 Ρίχτερ. Μας θορύβησε και πάλι, αλλά κάθε μέρα έχουμε καταγραφές».

Τι είπε ο Ευθύμιος Λέκκας

Σε δηλώσεις του, στο περιθώριο του συνεδρίου, για τη σεισμική δραστηριότητα στο Άγιον Όρος, ο καθηγητής Ευθύμιος Λέκκας περιέγραψε μια εξελισσόμενη κατάσταση με επιστημονικό ενδιαφέρον αλλά χωρίς λόγο πανικού. «Για το Άγιον Όρος έχουμε έναν επιστημονικό γρίφο, ο οποίος αναπτύσσεται τα δύο τελευταία χρόνια… έχουμε μία συνεχή δραστηριότητα από ένα συγκεκριμένο ρήγμα χερσαίο και θαλάσσιο», σημείωσε, εξηγώντας ότι η σεισμικότητα παρουσιάζει διακυμάνσεις. Όπως ανέφερε, «το μέγιστο μέγεθος ήταν πριν 14 μήνες, 5,3 Ρίχτερ, ενώ η πρόσφατη έξαρση είχε μέγιστο μέγεθος 4,9», ξεκαθαρίζοντας ωστόσο πως «δεν υπάρχει κίνδυνος για τις μονές και τις γύρω περιοχές, με τέτοια μεγέθη». Ο ίδιος εκτίμησε ότι η δραστηριότητα θα συνεχιστεί σε παρόμοια επίπεδα και συνέχισε: «Δεν είμαστε σε θέση να δούμε πόσο θα διαρκέσει αυτή η διαδικασία και τι ακριβώς χαρακτηριστικά θα έχει». Επεσήμανε, πάντως, ότι «είναι πολύ δύσκολο να πάμε σε μεγαλύτερα μεγέθη» και υπογράμμισε ότι είναι «πιθανόν να πάμε σε πιο ήπιες καταστάσεις, δεδομένου ότι έχει εκτονωθεί μεγάλο μέρος της ενέργειας τα προηγούμενα δύο χρόνια».

Στο ευρύτερο πλαίσιο της πολιτικής προστασίας, ο κ. Λέκκας στάθηκε ιδιαίτερα στον ρόλο της τοπικής αυτοδιοίκησης, επισημαίνοντας ότι η ανθεκτικότητα των δήμων αποτελεί κρίσιμο παράγοντα. «Οι δήμοι μπορούν να βελτιωθούν σημαντικά στο επίπεδο της ανθεκτικότητας. Υπάρχουν δήμοι που το κάνουν πολύ καλά και άλλοι που δεν το κάνουν τόσο καλά», ανέφερε, τονίζοντας ότι η διαχείριση καταστροφών «είναι μείζον θέμα που αφορά πρωτίστως τον ίδιο τον πολίτη». Όπως εξήγησε, η ανθεκτικότητα δεν είναι μία γενική έννοια αλλά αφορά το σύνολο των λειτουργιών μιας πόλης: «Αφορά κρίσιμες υποδομές, δίκτυα ύδρευσης και αποχέτευσης, υπηρεσίες, σχολεία, δρόμους, γέφυρες. Ο δήμος συντίθεται από δεκάδες επιμέρους συστήματα και σε καθένα πρέπει να προσδώσουμε ειδική ανθεκτικότητα». Μόνο έτσι, είπε, μπορεί να επιτευχθεί συνολικά υψηλό επίπεδο προστασίας.

Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε σε παθογένειες, που εξακολουθούν να υπάρχουν, κάνοντας λόγο για πρόχειρες προσεγγίσεις στον σχεδιασμό. «Υπάρχουν δήμοι που παίρνουν σχέδια copy-paste και ξεχνάνε μέσα ονόματα άλλων δήμων… στο εξώφυλλο φαίνεται ένας δήμος και μέσα άλλος», ανέφερε χαρακτηριστικά, στηλιτεύοντας πρακτικές που, όπως είπε, υπονομεύουν την ουσιαστική προετοιμασία. Σημείωσε, βέβαια, ότι αυτό μπορεί να εξηγηθεί από τους διαθέσιμους πόρους και προσωπικό που διαθέτει κάθε δήμος, αλλά δεν μπορεί κάτι τόσο σημαντικό, όπως η πολιτική προστασία, να αντιμετωπίζεται με τέτοιους τρόπους. Επεσήμανε, ότι σε κάποιες περιπτώσεις δεν αρκεί μόνο ο δήμος να προετοιμάζεται, γιατί στο μέσο μιας κρίσης μπορεί να απειληθεί η ασφάλεια στελεχών του και συνακόλουθα η δυνατότητα λήψης αποφάσεων και για αυτό υπάρχουν διαδημοτικά και περιφερειακά σχέδια απόκρισης και αντιμετώπισης καταστροφών.