Σημαντικά είναι τα στοιχεία της  έρευνας της ΕΛΣΤΑΤ για την υγεία των Ελλήνων. Η έρευνα για την υγεία αποτυπώνει τη συνολική εικόνα του πληθυσμού φέρνει στο προσκήνιο τόσο τις χρόνιες παθήσεις όσο και τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν πολλοί πολίτες στην καθημερινότητά τους. Σύμφωνα με τα ευρήματα, το 24% του πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω αντιμετωπίζει χρόνιο πρόβλημα υγείας, με το ποσοστό να είναι υψηλότερο στις γυναίκες, καθώς χρόνια πάθηση δηλώνει περίπου 1 στις 4 γυναίκες, ποσοστό 26,5%, ενώ στους άνδρες το αντίστοιχο ποσοστό φτάνει το 21,4%. Την ίδια ώρα, το 7% δηλώνει ότι έχει πολύ κακή ή κακή υγεία, το 14,5% χαρακτηρίζει την υγεία του ως μέτρια, ενώ το 78,5% αναφέρει ότι βρίσκεται σε πολύ καλή ή καλή κατάσταση υγείας. Ως χρόνιο πρόβλημα καταγράφεται κάθε ζήτημα υγείας που διαρκεί ή αναμένεται να διαρκέσει περισσότερο από έξι μήνες, ανεξάρτητα από το αν απαιτείται φαρμακευτική αγωγή. Παράλληλα, το 8,7% του πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω είχε περιορίσει για έξι μήνες ή περισσότερο κάποιες συνήθεις δραστηριότητες ή είχε δυσκολευτεί σε αυτές πάρα πολύ λόγω προβλήματος υγείας, ενώ άλλο ένα 9,1% είχε επίσης περιορίσει δραστηριότητες ή είχε δυσκολευτεί, αλλά όχι πάρα πολύ. 

Διαβάστε: ΕΟΦ: Ανακαλεί παρτίδα βρεφικού γάλακτος λόγω υπέρβασης του ορίου της τοξίνης cereulide

Υγεία: Τα στοιχεία για σωματική διάπλαση και λειτουργικούς περιορισμούς

Η έρευνα καταγράφει και τη σωματική διάπλαση του πληθυσμού με βάση τον Δείκτη Μάζας Σώματος. Στο σύνολο του πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω, το 1,9% είναι ελλιποβαρείς, το 43,1% είναι φυσιολογικού βάρους, το 42,1% είναι υπέρβαροι και το 12,9% είναι παχύσαρκοι. Ειδικά στους άνδρες, περίπου 1 στους 2, ποσοστό 48,5%, είναι υπέρβαρος, ενώ στις γυναίκες η αναλογία διαμορφώνεται στο 36%.

Η ίδια έρευνα κατέγραψε και τις δυσκολίες που εμφανίζονται σε βασικές αισθητηριακές και σωματικές λειτουργίες. Το 17,3% αντιμετωπίζει δυσκολία στην όραση, με το 60,8% αυτών να είναι ηλικίας 65 ετών και άνω. Το 9,9% αντιμετωπίζει δυσκολία στην ακοή, με το 62,8% να ανήκει επίσης στην ηλικιακή ομάδα 65 ετών και άνω. Δυσκολία στη μετακίνηση αντιμετωπίζει το 15,1% του πληθυσμού, δυσκολία στη μνήμη ή τη συγκέντρωση το 9,9%, δυσκολία με τη φροντίδα του εαυτού το 8% και δυσκολία στην επικοινωνία με τους άλλους το 5,2%. Σε όλες αυτές τις κατηγορίες, η πλειονότητα αφορά άτομα ηλικίας 65 ετών και άνω.

Υγεία: Πρόσβαση σε εξετάσεις, συνήθειες και οικονομική επιβάρυνση

Σημαντικά είναι και τα στοιχεία για την πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας. Κατά τους τελευταίους 12 μήνες πριν από τη διενέργεια της έρευνας, περίπου 6 στα 10 άτομα, ποσοστό 57,6%, χρειάστηκαν ιατρική εξέταση ή θεραπεία. Από αυτούς, το 21,5% δεν την έλαβε κάθε φορά που τη χρειάστηκε. Στον φτωχό πληθυσμό, το ποσοστό αυτό φτάνει το 20,5%, ενώ στον μη φτωχό διαμορφώνεται στο 10,5%. Αντίστοιχα, περίπου 1 στους 2, ποσοστό 47,4%, χρειάστηκε οδοντιατρική, στοματολογική ή ορθοδοντική εξέταση ή θεραπεία, αλλά το 30,5% όσων τη χρειάστηκαν δεν την έλαβε κάθε φορά που έπρεπε. Για περίπου 7 στους 10, ποσοστό 71,6%, ο κύριος λόγος ήταν οικονομικός.

Στις επισκέψεις σε γιατρούς κατά τους τελευταίους 12 μήνες, 1 με 2 φορές επισκέφτηκε γιατρό γενικής ιατρικής, παθολόγο ή προσωπικό γιατρό το 40% του πληθυσμού, γιατρό άλλης ειδικότητας ή χειρουργό το 27% και οδοντίατρο, στοματολόγο ή ορθοδοντικό το 33,5%. Από την έρευνα προκύπτει επίσης ότι περίπου 3 στους 10 εργαζόμενους, ποσοστό 31,8%, κυρίως κάθονται στην εργασία τους, ενώ το 15,3% κυρίως κάνει βαριές εργασίες με έντονη σωματική δραστηριότητα. Παράλληλα, περίπου 1 στους 10, ποσοστό 11,8%, δεν ασκείται καθόλου στη διάρκεια μίας συνηθισμένης εβδομάδας.

Στο πεδίο της διατροφής, το 60,1% καταναλώνει καθημερινά λαχανικά ή σαλάτες και το 56,9% φρούτα, ενώ πολύ μικρά ποσοστά δηλώνουν ότι δεν καταναλώνουν καθόλου. Στις καπνιστικές συνήθειες, το 22,6% καπνίζει καθημερινά, με το ποσοστό να φτάνει το 29,6% στους άνδρες και το 15,9% στις γυναίκες. Όσον αφορά το αλκοόλ, το 3,8% καταναλώνει καθημερινά αλκοολούχα ποτά, ενώ το 34,3% δεν καταναλώνει καθόλου. Τέλος, το 6,2% δηλώνει ότι επιβαρύνθηκε πάρα πολύ οικονομικά από δαπάνες για ιατρική φροντίδα, το 3,6% από δαπάνες για οδοντιατρική ή στοματική φροντίδα και το 10,5% από αγορά φαρμάκων ή βιταμινών.