Καµπάνες κινδύνου ηχούν ολοένα και περισσότερο και φέρνουν στην επιφάνεια νέες πρακτικές ατόµων που φέρονται υπαίτιοι για την παράνοµη διακίνηση µεταναστών στην Ελλάδα και στη ∆υτική και Βόρεια Ευρώπη. Η πρόσφατη ιστορία της επιτυχηµένης επιχείρησης της ΕΥΠ και του Λιµεναρχείου Σάµου αναδεικνύει δίχως άλλο τη σοβαρότητα της κατάστασης, αλλά και τη διείσδυση που έχουν επιτύχει ως επί το πλείστον ξένα στοιχεία στις ρίζες του ακριτικού -και όχι µόνο- ελληνικού κοινωνικού ιστού. Σκοπός τους η ενδελεχής λειτουργία της βιοµηχανίας της παράνοµης διακίνησης και της εµπορικής εκµετάλλευσης του ανθρώπινου πόνου.

Διαβάστε: Σάμος: Στον ανακριτή οι πέντε συλληφθέντες για την υπόθεση διακίνησης μεταναστών (Βίντεο)

Διακίνηση µεταναστών: Οργάνωση είχε φροντίσει να εξαπλωθεί επιχειρηµατικά µε επιχειρήσεις-βιτρίνες

Πριν από λίγες ηµέρες, το Λιµεναρχείο Σάµου σε συνεργασία µε τη ∆ιεύθυνση Ασφαλείας και Προστασίας Θαλασσίων Συνόρων (∆ΑΠΘΑΣ) και την Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών εξάρθρωσαν οργάνωση αποτελούµενη από τουλάχιστον πέντε άτοµα τουρκικής, ιρακινής και συριακής καταγωγής, οι οποίοι όχι µόνο περνούσαν δεκάδες µετανάστες από τα θαλάσσια σύνορα της χώρας µας, όχι µόνο ενίοτε εξασφάλιζαν και τη µετάβασή τους στην υπόλοιπη Ευρώπη, αλλά και είχαν φροντίσει να εξαπλωθούν επιχειρηµατικά µε επιχειρήσεις-βιτρίνες, οι οποίες λειτουργούσαν υποστηρικτικά στο φαύλο σχέδιό τους.

Οι επιχειρήσεις των δύο εµπλεκοµένων στην υπόθεση διακίνησης µεταναστών φυτοζωούσαν, αλλά ο τρόπος ζωής των «επιχειρηµατιών» ήταν εκ διαµέτρου αντίθετος

Τουριστική μονάδα για το… θεαθήναι

Είναι εντυπωσιακό το γεγονός πως τα µέλη της εν λόγω οργάνωσης είχαν φροντίσει να επενδύσουν κάποια από τα χρήµατα που ενδεχοµένως είχαν αποκοµίσει από τη µεταφορά των µεταναστών, µε σκοπό να επεκταθούν επιχειρηµατικά. ∆ύο από τους εµπλεκοµένους στην υπόθεση είχαν προχωρήσει στην αγορά δύο καταστηµάτων εστίασης και υγειονοµικού ενδιαφέροντος, αλλά και µίας τουριστικής µονάδας. Με αυτόν τον τρόπο, σύµφωνα µε πληροφορίες των «Παραπολιτικών», όχι µόνο εξασφάλιζαν την έξωθεν καλή µαρτυρία ως επιχειρηµατίες, αλλά και υποστήριζαν το έργο της οργάνωσης. Οπως αναφέρουν αρµόδιες πηγές, οι επιχειρήσεις των δύο εµπλεκοµένων στην υπόθεση διακίνησης τουλάχιστον 34 µεταναστών ουσιαστικά φυτοζωούσαν.

Ο τρόπος ζωής όµως των «επιχειρηµατιών» ήταν εκ διαµέτρου αντίθετος µε την κατάσταση των επιχειρήσεών τους. Πολυτελής βίος, ακριβά οχήµατα, µικρές και όχι τόσο µικρές ανέσεις, που δεν δικαιολογούνται από έναν καταστηµατάρχη ή από ιδιοκτήτη µερικών ενοικιαζόµενων δωµατίων. Οι επιχειρήσεις αποτελούσαν ένα ασφαλές «καταφύγιο» για τους µετανάστες που διακινούσαν, µέχρι να εξασφαλιστούν τα πλαστά έγγραφα, για να συνεχίσουν το ταξίδι τους είτε στην ενδοχώρα είτε στην Ευρώπη. Το κόστος παροχής των υπηρεσιών τους ήταν εξαιρετικά µεγάλο, από 3.000 έως 5.000 ευρώ ανά άτοµο και κατά περίπτωση, ενώ τα ταξίδια τους από τα παράλια της Τουρκίας µέχρι τη Σάµο συνήθως αφορούσαν µικρές οµάδες των 30 µεταναστών. Αν λάβουµε υπόψη µας πως οι διακινητές δρούσαν τουλάχιστον τον τελευταίο χρόνο, καταλαβαίνουµε πως ο τζίρος των «εργασιών» τους υπερβαίνει µε άνεση επταψήφιο αριθµό σε ευρώ.

Εξίσου ανησυχητικό όµως ήταν το γεγονός πως όλοι οι εµπλεκόµενοι, πέντε τον αριθµό, φέρονται να ήταν καθ’ όλα νόµιµοι στη χώρα µας, έχοντας εξασφαλίσει όλα τα σχετικά έγγραφα και τις προϋποθέσεις για να δραστηριοποιηθούν στην Ελλάδα.

Πλούτος και προσαρμογή

Η τελευταία και µοιραία για τους ίδιους απόπειρα διακίνησης µεταναστών σηµειώθηκε στις 30 Μαρτίου. Από εκεί, όπως προκύπτει από πηγές που γνωρίζουν τα πεπραγµένα κατά τη διάρκεια της προανάκρισης, βγήκαν πάνω από 120.000 ευρώ. Και όπως υποστηρίζουν οι ίδιες πηγές, οι εν λόγω άνδρες πραγµατοποιούσαν τουλάχιστον τρία τέτοια ταξίδια κάθε µήνα. Ητοι περίπου 400.000 ευρώ µηνιαίως περνούσαν στις τσέπες τους, χρήµατα υπεραρκετά για να δραστηριοποιηθούν δήθεν νόµιµα, να ενισχύσουν τη συγκεκριµένη δραστηριότητα, αλλά και να εξυπηρετήσουν άλλους σκοπούς.

Αξιωµατικοί, πάντως, που έχουν αναπτύξει ιδιαίτερες γνώσεις αναφορικά µε τον τρόπο λειτουργίας του τουρκικού οργανωµένου εγκλήµατος επισηµαίνουν πως οι εµπλεκόµενοι δεν είναι απίθανο να έχουν άρρηκτες σχέσεις µε παρακλάδια της τουρκικής µαφίας, η οποία συστηµατικά κάνει την εµφάνισή της πια και στην Ελλάδα.

Η διακίνηση όπλων, ναρκωτικών και τώρα µεταναστών µοιάζει δραστηριότητα θεωρητικά «άκακη» για την ελληνική κοινωνία, καθώς η επίδρασή της δεν είναι άµεσα εµφανής στην καθηµερινότητα των πολιτών. Ωστόσο, αντιλαµβάνεται κανείς µε ευκολία πως τα εξ ανατολών κύµατα παρανοµίας αρχίζουν σιγά-σιγά να µεγεθύνονται και, όπως φαίνεται, να προσαρµόζονται στα ελληνικά δεδοµένα. Και κάπου εδώ το ζήτηµα παύει να είναι απλώς επιχειρησιακό και µετατρέπεται σε βαθιά δοµικό. ∆ιότι όσο οι Αρχές καταγράφουν επιτυχίες στο πεδίο, τόσο αναδεικνύεται και η προσαρµοστικότητα των κυκλωµάτων, που εκµεταλλεύονται κάθε «κενό» του συστήµατος, επενδύοντας, διεισδύοντας και ενσωµατώνοντας τη δράση τους σε µια επίφαση νοµιµότητας.

Η εικόνα των «επιχειρηµατιών» που κινούνται παράλληλα σε δύο κόσµους –τον φαινοµενικά νόµιµο και τον απολύτως παράνοµο– δεν αποτελεί εξαίρεση, αλλά τείνει να καταστεί κανόνας. Το πραγµατικό ερώτηµα, συνεπώς, δεν είναι µόνο πόσες ακόµα τέτοιες οργανώσεις θα εξαρθρωθούν, αλλά πόσες έχουν ήδη ριζώσει χωρίς να έχουν ακόµη εντοπιστεί. Και, κυρίως, αν οι µηχανισµοί ελέγχου και πρόληψης µπορούν να προσαρµοστούν µε την ίδια ταχύτητα που προσαρµόζεται και το ίδιο το οργανωµένο έγκληµα.

Γιατί σε αυτή τη σιωπηλή σύγκρουση το διακύβευµα δεν είναι µόνο η ασφάλεια των συνόρων, αλλά και η ίδια η ανθεκτικότητα της κοινωνίας απέναντι σε ένα φαινόµενο που, πίσω από αριθµούς και δικογραφίες, συνεχίζει να τρέφεται από τον ανθρώπινο πόνο και να εξελίσσεται µε ανησυχητική συνέπεια.


Δημοσιεύτηκε στα Παραπολιτικά