Σε μια εποχή που το ενδιαφέρον των παιδιών μετατοπίζεται με ταχύτατους ρυθμούς από το παιχνίδι και την καθημερινή επαφή με τους συνομηλίκους τους στις οθόνες και το ατελείωτο scroll, η Ελλάδα επιχειρεί να βάλει «φρένο» στη χρήση των social media από ανηλίκους. Το μεγαλόπνοο σχέδιο για την απαγόρευση της πρόσβασης παιδιών κάτω των 15 ετών (γεννημένων από 1ης/1/2012 και μετά) σε πλατφόρμες όπως Facebook, Instagram, TikTok και Snapchat παρουσιάστηκε στις 8/4 από τους υπουργούς Επικρατείας Άκη Σκέρτσο, Υγείας, Άδωνι Γεωργιάδη, και Ψηφιακής Διακυβέρνησης και Τεχνητής Νοημοσύνης, Δημήτρη Παπαστεργίου, οι οποίοι εξειδίκευσαν τα μέτρα για την αντιμετώπιση του ψηφιακού εθισμού και την προστασία της ψυχικής ισορροπίας των νέων. Το νέο πλαίσιο ρυθμίσεων, που αναμένεται να τεθεί σε ισχύ από 1ης/1/2027, δεν αποτελεί μια τυχαία ή αποσπασματική πρωτοβουλία.

Διαβάστε: Προστασία ανηλίκων από τα social media: Πρόστιμα έως 6% του παγκόσμιου τζίρου για πλατφόρμες που δεν συνεργάζονται με το ελληνικό Δημόσιο (Εικόνες & Βίντεο)

Αντιθέτως, εντάσσεται σε ένα ευρύτερο διεθνές momentum, όπου ολοένα και περισσότερες χώρες αναγνωρίζουν ότι η προστασία των ανηλίκων στο Διαδίκτυο δεν μπορεί πλέον να βασίζεται αποκλειστικά στην ατομική ευθύνη των οικογενειών ή στην αυτορρύθμιση των πλατφορμών. Υπενθυμίζεται πως η Αυστραλία, η Γαλλία και η Ισπανία προχωρούν σταδιακά στη λήψη μέτρων, όπως είναι τα όρια ηλικίας, η υποχρεωτική επαλήθευση ηλικίας και η γονική συναίνεση, ενώ και η ευρωπαϊκή νομοθεσία κινείται προς αυστηρότερες υποχρεώσεις για τις εταιρείες τεχνολογίας.

Ακολουθώντας αυτή την τάση, η Ελλάδα επιχειρεί να βρεθεί στην πρώτη γραμμή μιας δύσκολης, αλλά αναγκαίας συζήτησης γύρω από το ερώτημα: πού τελειώνει η ελευθερία χρήσης της τεχνολογίας και πού αρχίζει η προστασία των ανηλίκων; Πρόκειται για μια πολυεπίπεδη συζήτηση, που δεν περιορίζεται στο αν το μέτρο είναι σωστό ή λάθος, αλλά επεκτείνεται στο κατά πόσο μπορεί να εφαρμοστεί στην πράξη και αν αρκεί από μόνο του για να προστατεύσει ουσιαστικά τα παιδιά. Οι περισσότεροι ειδικοί συγκλίνουν στο ότι η κατεύθυνση είναι σωστή, όμως η αποτελεσματικότητα θα κριθεί στην εφαρμογή, στην εκπαίδευση και στη συνεργασία κράτους, πλατφορμών και οικογένειας.


Απαγόρευση social media σε ανηλίκους κάτω των 15 ετών: Μεγάλο βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση η ρύθμιση, αλλά δεν αρκεί

«Η ρύθμιση αυτή είναι ένα μεγάλο βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση, γιατί η οριοθέτηση είναι πλέον αναγκαία», εκτιμά η καθηγήτρια Παρασκευή Φραγκοπούλου, συντονίστρια του Ελληνικού Κέντρου Ασφαλούς Διαδικτύου, μιλώντας στα «ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ». Όπως επισημαίνει, «στις μέρες μας πολλοί γονείς αισθάνονται ανήσυχοι και συχνά αβοήθητοι απέναντι στην υπερβολική χρήση των social media από μικρές ηλικίες, στην υπερέκθεση των παιδιών τους, στην επαφή με αγνώστους και στην έκθεσή τους σε ακατάλληλο περιεχόμενο και στρεβλά πρότυπα».

Όμως, η ίδια ξεκαθαρίζει ότι η ύπαρξη ενός νόμου δεν αρκεί για να διασφαλίσει την προστασία των ανηλίκων. «Για να είναι ρεαλιστικό το μέτρο, δεν αρκεί μόνο ο νόμος. Χρειάζεται χρόνος για προετοιμασία, ουσιαστική εκπαίδευση γονέων και παιδιών και αξιόπιστοι μηχανισμοί επιβεβαίωσης ηλικίας», σημειώνει.
Κομβικό ερώτημα παραμένει το κατά πόσο οι πλατφόρμες θα συμμορφωθούν με μια τέτοια παρέμβαση. «Οι πλατφόρμες θα αναγκαστούν να συμμορφωθούν, τουλάχιστον σε σημαντικό βαθμό, γιατί πλέον η πίεση δεν είναι μόνο κοινωνική, αλλά και θεσμική», απαντά η κ. Φραγκοπούλου. Όπως εξηγεί, η συμμόρφωση δεν θα είναι ούτε άμεση ούτε χωρίς δυσκολίες. «Είναι πιθανό να υπάρξουν καθυστερήσεις, προσαρμογές ή ακόμα και προσπάθειες τυπικής συμμόρφωσης, χωρίς ουσία», διευκρινίζει, υπογραμμίζοντας ωστόσο ότι «οι πλατφόρμες δεν μπορούν πλέον να λειτουργούν σαν να µην έχουν ευθύνη για την προστασία των ανηλίκων». Σε πρακτικό επίπεδο, η συζήτηση µεταφέρεται στα εργαλεία εφαρµογής. «Η απαγόρευση µπορεί να εφαρµοστεί µόνο αν η επαλήθευση ηλικίας πάψει να βασίζεται στην απλή δήλωση του χρήστη», τονίζει η κ. Φραγκοπούλου, επισηµαίνοντας ότι το σηµερινό µοντέλο έχει αποδειχθεί ανεπαρκές.

Σύµφωνα µε την ίδια, «απαιτούνται πιο ισχυροί και αξιόπιστοι µηχανισµοί, όπως εργαλεία επαλήθευσης ηλικίας (age verifi cation) που να συνδέονται µε ασφαλείς ψηφιακές διαδικασίες. Άλλωστε, η Ελλάδα είναι πρωτοπόρος στην Ευρώπη σε θέµατα ψηφιακής ασφάλειας, µε το Kids Wallet να αποτελεί ήδη ένα πρώτο βήµα, συνδυάζοντας δυνατότητες γονικού ελέγχου, ψηφιακής ταυτοποίησης και επιβεβαίωσης ηλικίας. Παράλληλα, απαιτείται υποχρεωτική συνεργασία των ίδιων των πλατφορµών, οι οποίες διαθέτουν ήδη προηγµένα τεχνολογικά µέσα, όπως και εργαλεία Τεχνητής Νοηµοσύνης, για να εντοπίζουν ενδείξεις ότι ένας χρήστης είναι ανήλικος. Αρα, τα τεχνολογικά εργαλεία υπάρχουν. Το ζητούµενο είναι να χρησιµοποιηθούν συστηµατικά, υπεύθυνα και να γίνουν υποχρεωτικά».

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η περίπτωση της Αυστραλίας, όπου –παρά την εφαρµογή της απαγόρευσης εδώ και περίπου τρεις µήνες– τα δύο τρίτα των ανηλίκων εξακολουθούν να έχουν πρόσβαση στα social media. «Το ότι παρατηρείται ήδη παράκαµψη δεν σηµαίνει αυτοµάτως ότι το µέτρο απέτυχε», σηµειώνει η ειδικός. Όπως λέει, τέτοιες παρεµβάσεις χρειάζονται χρόνο, παρακολούθηση, επιστηµονική αξιολόγηση και βελτίωση στην εφαρµογή τους: «Η Αυστραλία δοκιµάζει ένα νέο µοντέλο παρέµβασης σε µεγάλη κλίµακα. Είναι ένα κοινωνικό πείραµα και τα συµπεράσµατα πρέπει να εξαχθούν µε προσοχή». Σε κάθε περίπτωση, καταλήγουµε στο ίδιο συµπέρασµα: «Η απαγόρευση από µόνη της δεν αρκεί. Χρειάζεται να συνοδεύεται από ψηφιακή παιδεία, ενηµέρωση των γονέων, συνεργασία των πλατφορµών και αλλαγές στον σχεδιασµό τους».


Άρθρο της Ιωάννας Αλπέρτη: Απαγόρευση ή όρια;

Η πρόσφατη εξαγγελία για απαγόρευση των social media σε παιδιά κάτω των 15 ετών έρχεται να απαντήσει σε µια υπαρκτή και αυξανόµενη ανησυχία, την επίδραση του ψηφιακού περιβάλλοντος στην ψυχική υγεία των παιδιών. ∆ιεθνώς, τα δεδοµένα δείχνουν αύξηση του εθισµού, διαταραχές ύπνου, δυσκολίες συγκέντρωσης και έκθεση σε ακατάλληλο περιεχόµενο.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο καταλαβαίνουµε ότι η θέσπιση ορίων δεν είναι απλώς επιθυµητή· είναι αναγκαία. Το µέτρο, λοιπόν, κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση, στον βαθµό που λειτουργεί ως ένα πρώτο «πλέγµα ασφάλειας». Θέτει ένα σαφές όριο σε µια ηλικία όπου η ψυχοσυναισθηµατική ανάπτυξη είναι ακόµη σε εξέλιξη και η ικανότητα αυτορρύθµισης περιορισµένη. Ωστόσο, η απαγόρευση από µόνη της δεν µπορεί να αποτελέσει λύση. Υπάρχει ο κίνδυνος να δηµιουργηθεί µια ψευδής αίσθηση προστασίας, ενώ στην πράξη τα παιδιά µπορεί να στραφούν σε πιο «αόρατες» ή ανεξέλεγκτες ψηφιακές διαδροµές.

Επιπλέον, η εφαρµογή ενός τέτοιου µέτρου στην πράξη δεν είναι απλή. Οι µηχανισµοί επαλήθευσης ηλικίας παραµένουν ατελείς, ενώ η τεχνολογική εξοικείωση των παιδιών συχνά ξεπερνά τα διαθέσιµα φίλτρα. Χωρίς τη συνεργασία των ίδιων των οικογενειών, κάθε εξωτερική ρύθµιση κινδυνεύει να αποδειχθεί περιορισµένης αποτελεσµατικότητας. Από ψυχολογική σκοπιά, το κρίσιµο ζήτηµα δεν είναι µόνο «πόσο» εκτίθενται τα παιδιά στα social media, αλλά «πώς» και «µε ποιο πλαίσιο». Τα όρια δεν επιβάλλονται µόνο νοµοθετικά, αλλά χτίζονται µέσα στη σχέση.

Η γονεϊκή παρουσία, η δυνατότητα διαλόγου, η αντοχή στη σύγκρουση και η συνέπεια στη θέσπιση κανόνων αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες. Όταν αυτά απουσιάζουν, η απαγόρευση µετατρέπεται εύκολα σε κάτι που παρακάµπτεται, όχι σε κάτι που εσωτερικεύεται. Η πιο αποτελεσµατική προσέγγιση φαίνεται να βρίσκεται σε µια «µέση λύση», µε σαφή ηλικιακά όρια ως βάση προστασίας και παράλληλα µε ενεργή εκπαίδευση γονέων και παιδιών στη χρήση της τεχνολογίας. Ενίσχυση της ψηφιακής παιδείας, δηµιουργία εναλλακτικών εµπειριών εκτός οθόνης και, κυρίως, επένδυση στη σχέση. Γιατί, τελικά, το ζητούµενο δεν είναι µόνο να περιορίσουµε την πρόσβαση, αλλά να διαµορφώσουµε παιδιά που µπορούν σταδιακά να σχετίζονται µε την τεχνολογία µε επίγνωση, όρια και ασφάλεια.

*Άρθρο της ψυχολόγου (MSc) - εκπαιδεύτριας ενηλίκων, επιστηµονικής υπεύθυνης iasisatcentro

Δημοσιεύτηκε στα Παραπολιτικά