Η κλιματική κρίση απειλεί την Ελλάδα: Το κόστος για την ελληνική οικονοµία ενδέχεται να έχει ξεπεράσει τα 700 δισ. ευρώ έως το τέλος του αιώνα
Η ένταση και η συχνότητα των φυσικών καταστροφών έχουν αυξηθεί
Ο τουρισµός, που αποτελεί βασικό πυλώνα της οικονοµίας µας, επηρεάζεται άµεσα. Οι υψηλές θερµοκρασίες, οι πυρκαγιές και η περιβαλλοντική υποβάθµιση µειώνουν την ελκυστικότητα δηµοφιλών προορισµών
Στις πλέον ευάλωτες χώρες της Ευρώπης απέναντι στην κλιµατική κρίση συγκαταλέγεται πλέον η Ελλάδα, µε τις επιπτώσεις να γίνονται ολοένα και πιο ορατές τόσο στο φυσικό περιβάλλον όσο και στην οικονοµία. Τα ακραία καιρικά φαινόµενα, οι παρατεταµένοι καύσωνες, οι καταστροφικές πυρκαγιές και οι πληµµύρες συνθέτουν ένα νέο τοπίο αυξηµένου κινδύνου, το οποίο µεταφράζεται σε σηµαντικό οικονοµικό κόστος για το κράτος, τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά. Τα τελευταία χρόνια, η ένταση και η συχνότητα των φυσικών καταστροφών έχουν αυξηθεί αισθητά. Σύµφωνα µε εκτιµήσεις διεθνών οργανισµών, το άµεσο και έµµεσο κόστος της κλιµατικής αλλαγής για την ελληνική οικονοµία ενδέχεται να ξεπεράσει σωρευτικά τα 700 δισ. ευρώ έως το τέλος του αιώνα, εάν δεν ληφθούν επαρκή µέτρα προσαρµογής. Το ποσόν αυτό είναι πολλαπλάσιο του σηµερινού ΑΕΠ της χώρας, αναδεικνύοντας το µέγεθος της πρόκλησης.
Κλιµατικής κρίση: Οι πιο δαπανηρές συνέπειες της
Οι δασικές πυρκαγιές αποτελούν µία από τις πιο δαπανηρές συνέπειες της κλιµατικής κρίσης. Μόνο την περίοδο 2021- 2023 οι καταστροφές από πυρκαγιές, σε περιοχές όπως η Εύβοια, η Ρόδος και ο Εβρος, προκάλεσαν ζηµιές δισεκατοµµυρίων ευρώ σε υποδοµές, αγροτική παραγωγή και τουριστικές επιχειρήσεις. Εκτιµάται ότι το συνολικό κόστος αποκατάστασης και απώλειας εισοδήµατος από µεγάλες πυρκαγιές µπορεί να ξεπεράσει τα 1,5-2 δισ. ευρώ ετησίως σε περιόδους έντονης δραστηριότητας.
Αντίστοιχα, οι πληµµύρες -µε χαρακτηριστικό παράδειγµα τα ακραία φαινόµενα στη Θεσσαλία- έχουν αναδειχθεί σε εξίσου σηµαντική πηγή οικονοµικής επιβάρυνσης. Οι ζηµιές από τις πληµµύρες του 2023 υπολογίζονται σε πάνω από 2 δισ. ευρώ, επηρεάζοντας κρίσιµους τοµείς, όπως η γεωργία, οι µεταφορές και η ενέργεια. Η απώλεια παραγωγής, ιδιαίτερα στον αγροτικό τοµέα, δηµιουργεί αλυσιδωτές επιπτώσεις σε ολόκληρη την οικονοµία.
Η κλιµατική αλλαγή δεν επηρεάζει µόνο τις υποδοµές, αλλά και τη συνολική οικονοµική δραστηριότητα. Μελέτες δείχνουν ότι χωρίς µέτρα προσαρµογής το ελληνικό ΑΕΠ θα µπορούσε να µειωθεί έως και κατά 2% ετησίως µέχρι το 2050, λόγω της µείωσης της παραγωγικότητας, της πτώσης του τουρισµού σε περιόδους ακραίων θερµοκρασιών και των επιπτώσεων στη γεωργία.
Παράλληλα, το δηµοσιονοµικό κόστος αυξάνεται σηµαντικά. Οι κρατικές δαπάνες για αποζηµιώσεις, αποκατάσταση ζηµιών και ενίσχυση πληγεισών περιοχών έχουν εκτοξευθεί τα τελευταία χρόνια. Ενδεικτικά, µόνο για φυσικές καταστροφές την περίοδο 2020-2024 η Ελλάδα έχει δαπανήσει πάνω από 5 δισ. ευρώ, ποσόν που επιβαρύνει άµεσα τον κρατικό Προϋπολογισµό.
Η αύξηση αυτών των δαπανών δηµιουργεί πιέσεις στη δηµοσιονοµική σταθερότητα, ιδιαίτερα σε µια χώρα που εξακολουθεί να διαχειρίζεται υψηλό δηµόσιο χρέος. Ταυτόχρονα, η ανάγκη για επενδύσεις σε ανθεκτικές υποδοµές καθιστά αναγκαία την ανακατεύθυνση πόρων από άλλους τοµείς.
Απώλεια εσόδων
Θα πρέπει να τονιστεί πως ο τουρισµός, που αποτελεί βασικό πυλώνα της ελληνικής οικονοµίας, επηρεάζεται άµεσα από την κλιµατική κρίση. Οι υψηλές θερµοκρασίες, οι πυρκαγιές και η περιβαλλοντική υποβάθµιση µπορούν να µειώσουν την ελκυστικότητα δηµοφιλών προορισµών. Εκτιµάται ότι η απώλεια εσόδων στον τουριστικό κλάδο µπορεί να φτάσει έως και το 10% σε περιόδους έντονων ακραίων φαινοµένων.
Αντίστοιχα, η γεωργία αντιµετωπίζει σοβαρές προκλήσεις λόγω της ξηρασίας, της µείωσης των υδάτινων πόρων και των ακραίων καιρικών φαινοµένων. Σε ορισµένες περιοχές, οι αποδόσεις καλλιεργειών έχουν µειωθεί έως και 20% τα τελευταία χρόνια, γεγονός που µεταφράζεται σε απώλειες εισοδήµατος για τους αγρότες και αύξηση των τιµών για τους καταναλωτές.
Το αυξανόµενο κόστος των φυσικών καταστροφών επηρεάζει και τον ασφαλιστικό κλάδο. Οι αποζηµιώσεις για ζηµιές από φυσικά φαινόµενα έχουν αυξηθεί σηµαντικά, οδηγώντας σε αναπροσαρµογή ασφαλίστρων και αυστηρότερους όρους κάλυψης. Παράλληλα, πολλές επιχειρήσεις καλούνται να επενδύσουν σε µέτρα προστασίας, αυξάνοντας το λειτουργικό κόστος τους.
Ειδικά για τις µικροµεσαίες επιχειρήσεις, που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονοµίας, η προσαρµογή στην κλιµατική αλλαγή αποτελεί σηµαντική πρόκληση. Η έλλειψη κεφαλαίων και τεχνογνωσίας δυσκολεύει την υιοθέτηση ανθεκτικών πρακτικών.
Παρά το υψηλό κόστος προσαρµογής, οι ειδικοί συµφωνούν ότι το κόστος της αδράνειας είναι πολύ µεγαλύτερο. Υπολογίζεται ότι κάθε 1 ευρώ, που επενδύεται σε µέτρα πρόληψης, µπορεί να εξοικονοµήσει έως και 4 ευρώ σε µελλοντικές ζηµιές. Στο πλαίσιο αυτό, η Ελλάδα καλείται να επιταχύνει τις επενδύσεις σε αντιπληµµυρικά έργα, δασοπροστασία και βιώσιµες υποδοµές.
Τα ευρωπαϊκά χρηµατοδοτικά εργαλεία, όπως το Ταµείο Ανάκαµψης, προσφέρουν σηµαντικές ευκαιρίες για την υλοποίηση τέτοιων έργων. Ηδη, σηµαντικοί πόροι κατευθύνονται σε έργα ενεργειακής αναβάθµισης, βιώσιµων µεταφορών και διαχείρισης υδάτινων πόρων.
Η αντιµετώπιση της κλιµατικής κρίσης δεν περιορίζεται µόνο στη µείωση των εκποµπών, αλλά απαιτεί και προσαρµογή στις νέες συνθήκες. Η ενίσχυση της ανθεκτικότητας των υποδοµών, η προστασία των φυσικών οικοσυστηµάτων και η εκπαίδευση των πολιτών αποτελούν βασικές προτεραιότητες. Παράλληλα, η αξιοποίηση της τεχνολογίας -όπως τα συστήµατα έγκαιρης προειδοποίησης και οι «έξυπνες» πόλεις- µπορεί να συµβάλει στον περιορισµό των επιπτώσεων και στη βελτίωση της διαχείρισης κρίσεων.
Δημοσιεύτηκε στην κυριακάτικη Απογευματινή
En