Η δολοφονία του 21χρονου Νικήστρατου Γεµιστού στην Αµµουδάρα Ηρακλείου Κρήτης δεν ανοίγει µόνο τη συζήτηση για το χρονικό µιας προαναγγελθείσας τραγωδίας. Ανοίγει κυρίως ένα δύσκολο και ευαίσθητο ερώτηµα: Πού τελειώνουν οι ευθύνες της Αστυνοµίας και πού αρχίζουν εκείνες της ∆ικαιοσύνης, όταν µια υπόθεση εµφανίζει διαρκή κλιµάκωση βίας και καταλήγει σε ανθρωποκτονία;

Διαβάστε: Κρήτη: Το τελευταίο ζεϊμπέκικο του Νικήτα πριν τη δολοφονία - Το βίντεο που λύγισε την χώρα

Τα στοιχεία που έχουν γίνει γνωστά δείχνουν ότι η αντιπαράθεση ανάµεσα στις δύο οικογένειες δεν ήταν µια στιγµιαία έκρηξη. Είχε ιστορικό σχεδόν δυόµισι ετών, µε αφετηρία το θανατηφόρο τροχαίο του Οκτωβρίου του 2023, στο οποίο έχασε τη ζωή του ο γιος του µετέπειτα δράστη, Κωνσταντίνου Παρασύρη, ο 17χρονος Γιώργος. Από εκεί και έπειτα φαίνεται πως δηµιουργήθηκε ένα περιβάλλον έντονης φόρτισης, καχυποψίας και σταδιακής κλιµάκωσης.


Παράπονα και συστάσεις

Η πρώτη επίσηµη παρέµβαση των Αρχών καταγράφεται τον Ιούλιο του 2024, όταν η οικογένεια του 21χρονου Νικήστρατου προσέφυγε στο Αστυνοµικό Τµήµα Μαλεβιζίου εκφράζοντας παράπονα για απειλές. Τότε, σύµφωνα µε τα διαθέσιµα στοιχεία, δεν υπήρξε υποβολή µήνυσης για αυτεπαγγέλτως διωκόµενα αδικήµατα. Οι εµπλεκόµενοι κλήθηκαν από την Αστυνοµία, αρνήθηκαν τις κατηγορίες και έγιναν συστάσεις για αποφυγή περαιτέρω έντασης. Το καθοριστικό σηµείο, όµως, ήταν το περιστατικό της 26ης ∆εκεµβρίου 2024. Ο 21χρονος κατήγγειλε ότι δέχθηκε επίθεση έξω από το σπίτι του από άτοµο που τον χτύπησε µε ξύλο και στη συνέχεια πυροβόλησε προς το µέρος του. Η αδελφή του φέρεται να αναγνώρισε ως δράστη τον 54χρονο πατέρα του νεκρού νέου.


Οι κινήσεις by the book πριν από την δολοφονία του 21χρονου

Σε εκείνο το στάδιο, η Αστυνοµία προχώρησε σε όλες τις προβλεπόµενες ενέργειες: Συνέλαβε τον κατηγορούµενο εντός αυτοφώρου, πραγµατοποίησε έρευνα στο σπίτι του παρουσία δικαστικού λειτουργού, ζήτησε εξετάσεις για ίχνη πυρίτιδας και ιατροδικαστική πραγµατογνωµοσύνη, ενώ αφαίρεσε και τη νόµιµα κατεχόµενη κυνηγετική καραµπίνα του. Παράλληλα, η υπόθεση οδηγήθηκε στη ∆ικαιοσύνη, η οποία επέβαλε περιοριστικούς όρους, µεταξύ αυτών απαγόρευση προσέγγισης και επικοινωνίας µε την οικογένεια του 21χρονου.

Και εδώ ακριβώς αρχίζει η λεπτή γραµµή ανάµεσα στις αρµοδιότητες της Αστυνοµίας και της ∆ικαιοσύνης. Η ΕΛ.ΑΣ. έχει υποχρέωση να διερευνήσει καταγγελίες, να σχηµατίσει δικογραφίες, να πραγµατοποιήσει συλλήψεις όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις και να ενηµερώσει τις δικαστικές Αρχές. ∆εν αποφασίζει, όµως, ούτε για την προσωρινή κράτηση ούτε για την ποινική µεταχείριση ενός κατηγορουµένου. Αυτές είναι αποφάσεις που λαµβάνονται από εισαγγελικές και ανακριτικές Αρχές. Στη συγκεκριµένη υπόθεση, µετά την επίθεση µε τον πυροβολισµό, ο κατηγορούµενος αφέθηκε ελεύθερος µε περιοριστικούς όρους. Αργότερα, όταν κατηγορήθηκε εκ νέου για παραβίαση αυτών των όρων, συνελήφθη ξανά, αλλά επίσης αφέθηκε ελεύθερος κατόπιν εισαγγελικής εντολής. Αυτό σηµαίνει ότι ένα σηµαντικό µέρος της συζήτησης µεταφέρεται πλέον αναπόφευκτα και στο πεδίο της ∆ικαιοσύνης. ∆ιότι τίθεται το ερώτηµα αν η σοβαρότητα των περιστατικών είχε αξιολογηθεί µε τρόπο που να ανταποκρίνεται στον πραγµατικό βαθµό κινδύνου.

Η επίθεση του ∆εκεµβρίου του 2024 δεν ήταν µια απλή διένεξη ή ένας καυγάς µεταξύ δύο πλευρών. Σύµφωνα µε την καταγγελία, περιλάµβανε ξυλοδαρµό και χρήση πυροβόλου όπλου. Πρόκειται, δηλαδή, για περιστατικό που, ανεξαρτήτως της τελικής ποινικής αξιολόγησης, εµφάνιζε σαφή στοιχεία ακραίας βίας και πιθανής εκδικητικής εµµονής.


Τα αντανακλαστικά

Το δεύτερο κρίσιµο σηµείο είναι η παραβίαση των περιοριστικών όρων. Όταν ένας κατηγορούµενος φέρεται να παραβιάζει απαγόρευση προσέγγισης σε µια ήδη φορτισµένη υπόθεση, γεννάται το ερώτηµα κατά πόσο τα υφιστάµενα µέτρα επαρκούν για την προστασία του φερόµενου ως θύµατος. Και, κυρίως, αν η επαναλαµβανόµενη παραβατική συµπεριφορά θα έπρεπε να οδηγήσει σε αυστηρότερη αντιµετώπιση.

Από την άλλη πλευρά, η συζήτηση για πιθανές ευθύνες της Αστυνοµίας δεν εξαφανίζεται. ∆ιότι, πέρα από την τυπική εφαρµογή των διαδικασιών, υπάρχει και το επιχειρησιακό σκέλος της πρόληψης. ∆ηλαδή, η αξιολόγηση του πόσο επικίνδυνα µπορεί να εξελιχθεί µια αντιπαράθεση. Στην προκειµένη περίπτωση υπήρχαν αλλεπάλληλα σηµάδια κλιµάκωσης: ένας θάνατος που είχε δηµιουργήσει βαρύ ψυχικό φορτίο, αναφορές για απειλές, ένοπλη επίθεση, περιοριστικοί όροι και καταγγελία παραβίασής τους. Εκ των υστέρων, η εικόνα παραπέµπει σε υπόθεση υψηλού κινδύνου. Το ερώτηµα, λοιπόν, δεν είναι µόνο αν η Αστυνοµία έκανε τις προβλεπόµενες ενέργειες - γιατί φαίνεται πως τις έκανε. Το ουσιαστικό ερώτηµα είναι αν το σύνολο του κρατικού µηχανισµού, αστυνοµικού και δικαστικού, εκτίµησε σωστά ότι η συγκεκριµένη υπόθεση µπορούσε να οδηγηθεί σε ανθρωποκτονία.

Και αυτό είναι το ερώτηµα που πλέον θα συνοδεύει την υπόθεση: αν επρόκειτο για µια τραγωδία που δεν µπορούσε να αποτραπεί ή για µια κλιµάκωση που είχε δώσει εγκαίρως όλα τα προειδοποιητικά σηµάδια.


Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Παραπολιτικά».