Το νέο ειδεχθές έγκλημα, το οποίο διαπράχθηκε τα ξημερώματα της Τετάρτης 20 Μαΐου στη 2η ψυχιατρική κλινική του πρώην ψυχιατρικού νοσοκομείου Αττικής (ΨΝΑ-«Δαφνί») δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με «ακαταλόγιστους» του άρθρου 69 του ισχύοντος Ποινικού Κώδικα, αλλά με την πραγματικά πολύ προβληματική μεταχείριση των λεγομένων «αναγκαστικών νοσηλειών», και μάλιστα αυξημένης επικινδυνότητας. Η σχετική συζήτηση, όμως, δεν μπορεί παρά να περιλαμβάνει και τα δύο σκέλη. Έτσι, λόγοι δημοσίας οικονομικής ένδειας φαίνεται ότι είναι εκείνοι οι οποίοι έχουν εμποδίσει, μέχρι σήμερα, την δημιουργία της απαραίτητης όσο και πολύτιμης ψυχιατροδικαστικής κλινικής, δυναμικότητας 60 κλινών, σε χώρο του ΨΝΑ-«Δαφνί». Η λειτουργία της εν λόγω κλινικής προγραμματιζόταν εδώ και χρόνια να ξεκινήσει εντός του πρώτου εξαμήνου του 2026, αλλά εις μάτην, καθώς έχουν ήδη εξασφαλιστεί ιδιωτικά κονδύλια – δωρεά για την πλήρη ανακαίνιση ενός και μόνον ενός ικανού χώρου επί του συνόλου της έκτασης, στην οποία προγραμματιζόταν να εγκατασταθεί η νέα ψυχιατροδικαστική κλινική του ΕΣΥ.

Διαβάστε: Δαφνί: Τρόφιμος στραγγάλισε τον συγκάτοικό του - Συνελήφθη ο δράστης, ομολόγησε το έγκλημα

"Δαφνί": Σε συνεργασία με το "Αττικόν"

Μάλιστα, η εν λόγω κλινική θα λειτουργούσε σε συνεργασία με την Β’ ψυχιατρική κλινική του πανεπιστημιακού νοσοκομείου Χαϊδαρίου «Αττικόν», ενώ έχει ήδη εκδοθεί από πολύ καιρό τώρα η σχετική απόφαση εκ μέρους του επιστημονικού συμβουλίου του 2ου Περιφερειακού Δικτύου Ψυχικής Υγείας (ΠΕΔΥΨΥ) για την δημιουργία και τη λειτουργία της εν λόγω δομής, και μάλιστα όπου εκείνη έχει χωροθετηθεί επακριβώς. Ειδικό θεραπευτικό-ψυχιατρικό σωφρονιστικό κατάστημα υπάρχει, βεβαίως, στη χώρα μας και αυτό είναι το ψυχιατρείο των φυλακών Κορυδαλλού, το οποίο, από την 1η Φεβρουαρίου 2025, με την θέση σε πλήρη εφαρμογή του νόμου 5129/24, λειτουργεί με αυτόνομη ειδική επιστημονική διεύθυνση και έξι ψυχιάτρους.

Σε τέτοια ειδικά θεραπευτικά-ψυχιατρικά καταστήματα νοσηλεύονται κρατούμενοι με ψυχιατρικά προβλήματα, οι οποίοι όμως έχουν καταλογισμό, δηλαδή διατηρούν κλινικώς την ατομική υπευθυνότητά τους για τις πράξεις τους. Όταν, όμως, το δικαστήριο, κατόπιν ειδικής ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης, κρίνει ότι ο δράστης ενός εγκλήματος στερείται της ικανότητας του καταλογισμού, τότε παύει η ποινική δίωξή του, με βάση το άρθρο 34 του ισχύοντος Ποινικού Κώδικα, και, έτσι, αυτός θεωρείται απλώς ψυχιατρικός ασθενής, με αποτέλεσμα να εφαρμόζονται τότε τα συνήθη θεραπευτικά μέτρα, τα οποία προβλέπει το άρθρο 69 του Ποινικού Κώδικα, σε κανονικές και συνήθεις ψυχιατρικές κλινικές των ψυχιατρείων ή των ψυχιατρικών κλινικών των γενικών νοσοκομείων του ΕΣΥ της χώρας μας.

Ειδικά εκπαιδευμένο ιατρικό προσωπικό

Παρά το γεγονός ότι οι διεθνείς συμβάσεις προστασίας των δικαιωμάτων των ασθενών είναι σαφέστατες επ' αυτού του θέματος, εν προκειμένω τα περιστατικά αυτά χρειάζονται ειδική αντιμετώπιση, δηλαδή απαιτούν ειδικά εκπαιδευμένο ιατρικό προσωπικό. Το μεγάλο κενό αποτελεί στην Ελλάδα το γεγονός ότι ναι μεν προβλέπεται τρίμηνη εκπαίδευση στην Ψυχιατροδικαστική, κατά την διάρκεια της ιατρικής εκπαίδευσης για την λήψη της ιατρικής ειδικότητας της Ψυχιατρικής, αυτό, όμως, δεν συμβαίνει σε ικανοποιητικό βαθμό και στην έκταση που θα έπρεπε, λόγω της σοβαρής έλλειψης τέτοιων επαρκών ειδικών θεραπευτικών κέντρων.

Αξίζει, μάλιστα, να σημειωθεί ότι τέτοια εκπαίδευση στην Ψυχιατροδικαστική προσφέρουν σήμερα μόνον οι ψυχιατρικές κλινικές των πανεπιστημιακών νοσοκομείων της χώρας μας, καθώς και το ειδικό τμήμα για τα “ακαταλόγιστα” περιστατικά, το οποίο λειτουργεί στο ψυχιατρικό νοσοκομείο Θεσσαλονίκης (ΨΝΘ), που, ακόμη και αυτό, βεβαίως, διαθέτει σαφώς τον συνήθη χαρακτήρα μιας κοινής ψυχιατρικής κλινικής. Τα προβλήματα είναι, λοιπόν, πολλά, τόσο για την μεταχείριση των «ακαταλόγιστων» του άρθρου 69 του ισχύοντος Ποινικού Κώδικα όσο και για την διαχείριση και την διεκπεραίωση των εισαγγελικών εντολών για την ψυχιατρική διερεύνηση της τυχόν ανάγκης κάποιου πολίτη για αναγκαστική του νοσηλεία σε ψυχιατρική δομή.

Ποιοι είναι οι "ακαταλόγιστοι"

Σημειώνεται ότι οι λεγόμενοι «ακατάλογιστοι» ψυχικώς πάσχοντες του άρθρου 69 του Ποινικού Κώδικα της χώρας μας είναι εκείνοι οι οποίοι, κατά τη διάπραξη μιας παράβασης του νόμου έπασχαν από “νοσηρή διατάραξη των πνευματικών λειτουργιών τους” ή/και “διατάραξη της συνείδησής τους”. Οι όροι αυτοί είναι νομικής και όχι ψυχιατρικής προέλευσης, και αναφέρονται σε καταστάσεις οι οποίες πλήττουν την ψυχική και συνειδησιακή ικανότητα του ατόμου να αντιληφθεί τις πράξεις του ή/και να ελέγξει τη συμπεριφορά του κατά τη διάπραξη ενός αδικήματος, πολύ συχνά, μάλιστα, ειδεχθούς χαρακτήρα.

Τέλος, σύμφωνα με όσα δηλώνει στο parapolitika.gr ο καθηγητής Ψυχιατρικής-Ψυχιατροδικαστικής της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Αθανάσιος Δουζένης, «στην Ελλάδα, η απουσία τέτοιων υπηρεσιών επιβαρύνει τις ψυχιατρικές κλινικές και δυσχεραίνει την κοινωνική επανένταξη όλων των ασθενών με ψυχικές διαταραχές. Οι "ακαταλόγιστοι" ασθενείς που νοσηλεύονται δεν λαμβάνουν την ολιστική, βιοψυχοκοινωνική θεραπεία και αξιολόγηση των αναγκών που χρειάζονται. Είναι ένα ιατρικό, αλλά και νομικό παράδοξο να ανατίθενται σε σύγχρονες ψυχιατρικές μονάδες, που στοχεύουν κυρίως στη ταχεία θεραπεία, φροντίδα και επιστροφή των ασθενών στην κοινότητα, να "κρατούν και να προστατεύουν" τους ασθενείς, που έχουν κριθεί ως "ακαταλόγιστοι" από τα δικαστήρια, μακροχρόνια νοσηλευόμενους».