Η αθλητική βία ως έννοια του συρμού, Άρθρο του Δημητρίου Ρούσση
Άρθρο γνώμης
Το πεδίο εφαρμογής δεν ορίζεται από τον χώρο, αλλά από τη συμπεριφορά
Όταν ένα επεισόδιο εντός αθλητικής εγκατάστασης μεταφέρεται σχεδόν αυτομάτως στο πεδίο της «αθλητικής βίας», η σπουδή αυτή πρέπει να αντιμετωπίζεται με περίσκεψη. Η ορθή υπαγωγή μιας πράξης σε ένα ειδικό νομοθετικό καθεστώς δεν είναι ζήτημα ευκαιριακής δημοσιότητας ούτε τοπικής συνάφειας· είναι ζήτημα οριοθέτησης του σκοπού του νόμου.
Ο κινούμενος στη σωστή κατεύθυνση ν. 5085/2024 δεν αποτελεί ρύθμιση γενικής εφαρμογής για κάθε ένταση εντός αθλητικής εγκατάστασης. Η αιτιολογική του έκθεση είναι καθοδηγητική: πρόκειται για μέτρα αποτροπής και αντιμετώπισης της βίας στο πλαίσιο αθλητικών συναντήσεων και μεταξύ υποστηρικτών αντίπαλων ομάδων. Προστατευόμενο έννομο αγαθό είναι η ασφάλεια αθλουμένων και θεατών και, ευρύτερα, η αποτροπή της οπαδικής βίας, του φαινομένου που κοινώς αποκαλείται χουλιγκανισμός. Περαιτέρω, τυποποιώντας τις ελέγξιμες συμπεριφορές, λόγος γίνεται για ενδοαγωνιστική (εντός του αγωνιστικού χώρου) και για εξωαγωνιστική (οπαδική αντιπαλότητα) βία. Με άλλα λόγια, σκοπός είναι η προάσπιση της αθλητικής δημόσιας τάξης.
Το πεδίο εφαρμογής ενός ειδικού ποινικού νόμου δεν προσδιορίζεται από τον τόπο τέλεσης, αλλά από τη φύση και το πλαίσιο της πράξης σε σχέση με το αγαθό που ο νόμος προστατεύει. Η αρχή της στενής ερμηνείας και των ποινικών διατάξεων —απόρροια του nullum crimen sine lege (άρθρο 7 παρ. 1 Συντ., άρθρο 1 ΠΚ)— απαγορεύει την υπερέκταση του πεδίου εφαρμογής τους σε περιστάσεις, που ο νομοθέτης δεν είχε στον ορίζοντά του.
Το στάδιο δεν «βαφτίζει» αθλητικό κάθε τι που συμβαίνει εντός του. Μια αντιπαράθεση με προσωπικά ή πολιτικά κίνητρα, ξένα προς το άθλημα, δεν μεταβάλλει φύση επειδή συγκυριακά συνέπεσε χρονικά και τοπικά με μια αθλητική συνάντηση. Ορισμένα απλά παραδείγματα φωτίζουν την ανωτέρω αξιολόγηση. Αν κάποιος εκ των παρευρισκομένων παρενοχλήσει χυδαία τη σύντροφο άλλου κι εκείνος τον χαστουκίσει εντός γηπέδου, η ενέργεια αυτή προδήλως δεν εμπίπτει στην έννοια της «αθλητικής βίας». Ομοίως, αν κάποιος επώνυμος επιτεθεί σε δημοσιογράφο επειδή ενοχλήθηκε από την κριτική του, η πράξη συνιστά προσβολή της σωματικής ακεραιότητας και της ελευθερίας του Τύπου, όχι οπαδική σύγκρουση. Σε αμφότερες τις αυτονοήτως κατακριτέες και ελέγξιμες συμπεριφορές, ο αθλητικός χώρος τυγχάνει ένα ουδέτερο σκηνικό, όχι νομικός χαρακτηρισμός. Πολλώ δε μάλλον όταν ένα ακραία αντιθεσμικό κοινωνικοπολιτικό σύνθημα επισύρει τη λεκτική ή σωματική αντίδραση ενός θιγόμενου πολίτη, δυσχερώς η μεταξύ των εμπλεκομένων θεατών αντιμαχία θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως αξιόποινη πράξη αθλητικής αντιπαλότητας ένεκα απλώς του τόπου τέλεσής της.
Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι, αν δεν αντιμετωπιστούν ως αθλητικά το σύνολο των επεισοδίων εντός σταδίου, η εμβέλεια του θεσμικού πλαισίου θα απονευρωθεί, καθώς ο καθένας θα επικαλείται «προσωπικό ελατήριο» για να αποφύγει την εφαρμογή του. Όμως, το επιχείρημα λειτουργεί και ανεστραμμένα. Όταν, εν προκειμένω, ένα εργαλείο σχεδιασμένο για τις κερκίδες μετατρέπεται σε γενικό μηχανισμό για κάθε αντιπαράθεση σε δημόσια θέα, χάνει την ειδική του βαρύτητα και τη νομοθετική του δικαιολόγηση.
Η διάκριση οφείλει να εδράζεται σε αντικειμενικά κριτήρια που ο δικαστής και ο εισαγγελέας οφείλουν να ερευνούν: τα κίνητρα της αντιπαλότητας, η προϋπάρχουσα σχέση των εμπλεκομένων, η σύνδεση της πράξης με το άθλημα ή με τους οπαδούς, η συμπεριφορά των μερών πριν και μετά το συμβάν, η επίδραση στη λειτουργία της αθλητικής εκδήλωσης και εν γένει της αθλητικής δημόσιας τάξης. Η ανωτέρω διακρίβωση της πραγματικής διάστασης της αντιπαλότητας μετουσιώνει το καθήκον των δικαιοδοτικών οργάνων και όχι η εκ προοιμίου επίκληση του αθλητικού νόμου για λόγους εντυπωσιοθηρίας.
Πράγματι, η έννομη τάξη, ο Νόμος, δεν πρέπει να καταλείπουν ανέλεγκτη οποιαδήποτε επίμεμπτη συμπεριφορά. Αλλά, ο μεθοδολογικά ορθά ερμηνευόμενος και εφαρμοζόμενος νόμος. Ο Μοντεσκιέ κάποτε σημείωνε ότι η κατάστρωση και εφαρμογή των νόμων δεν πρέπει να «αντίκειται στη φύση των πραγμάτων». Η ορθή ερμηνεία, δηλ. η διαδικασία αποκάλυψης του πραγματικού νοήματος ενός κανόνα δικαίου και η ορθή εφαρμογή, δηλ. η υπαγωγή των αντικειμενικά καταγραφόμενων πραγματικών γεγονότων της εκάστοτε υπόθεσης στην κατάλληλη νομική ρύθμιση, συνιστούν την πεμπτουσία. Η εναρμόνισή τους διασφαλίζει τη νομιμότητα, την ασφάλεια δικαίου και την προστασία των ατομικών δικαιωμάτων.
Ο Δημήτριος Κ. Ρούσσης είναι Επίκουρος Καθηγητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ, Δικηγόρος Αθηνών
En