Στα «δίχτυα» των Αρχών έπεσε την Κυριακή (07/06) ο Τζέιμς Δαλαμάγκας, όταν συνελήφθη στο Αίγιο για τη δολοφονία Έλληνα ομογενούς στην Αυστραλία το 1999. Καθοριστική για την εξιχνίαση της υπόθεσης δολοφονίας που σχεδόν 30 χρόνια μετά παρέμενε ανοιχτή ήταν μια πληροφορία που έφτασε πριν από περίπου μια εβδομάδα στην ΕΛΑΣ μέσω της Interpol. Όπως αποκαλύφθηκε, ο 55χρονος ομογενής, καταζητούμενος από την Αυστραλία για ανθρωποκτονία, φέρεται να ζούσε στο Αίγιο για 27 ολόκληρα χρόνια, με ψεύτικη ταυτότητα έχοντας χτίσει μια νέα ζωή.

Διαβάστε: Τζέιμς Δαλαμάγκας: Αρνείται την έκδοσή του στην Αυστραλία - Φωτογραφίες από τη μεταγωγή του στα δικαστήρια (Εικόνες)

Τζέιμς Δαλαμάγκας: Το τατουάζ που τον "πρόδωσε"

Σύμφωνα με ρεπορτάζ της εκπομπής του Star «Αλήθειες με τη Ζήνα», το σήμα της Interpol επανεκκίνησε τις έρευνες για την υπόθεση, αναφέροντας πως καταζητείται άνδρας με το όνομα «Αντώνης» που ζει σε ορεινό οικισμό της Αχαΐας, ζούσε στο εξωτερικό κι έχει τατουάζ. Η πληροφορία αυτή κινητοποίησε τις ελληνικές Αρχές, οι οποίες ξεκίνησαν έρευνα στην περιοχή της Αιγιαλείας. «Κλειδί» για τη εξιχνίαση της υπόθεσης ήταν το χαρακτηριστικό τατουάζ που φέρει στο δεξί του χέρι και γράφει «Μολών Λαβέ» με τους αστυνομικούς του ΤΔΕΕ Αιγιαλείας να προχωρούν στη σύλληψη του επί χρόνια καταζητούμενου από τις αυστραλιανές αρχές.

Για πάνω από δύο δεκαετίες, ο 55χρονος φέρεται να χρησιμοποιούσε ψεύτικο όνομα και επίθετο, ενώ ακόμη και τη στιγμή της σύλληψής του επιχείρησε να αποκρύψει την πραγματική του ταυτότητα, δηλώνοντας ψευδή στοιχεία, όπως αναφέρει το ρεπορτάζ του αστυνομικού συντάκτη του Star Αλέξανδρο Καλαφάτη. Ωστόσο, η ταυτοποίησή του έγινε μέσω του Αυτόματου Συστήματος Αναγνώρισης Δακτυλικών Αποτυπωμάτων, το οποίο αποκάλυψε ότι επρόκειτο για τον καταζητούμενο ομογενή που αναζητούσαν οι αρχές της Αυστραλίας εδώ και δεκαετίες.

Η καταγγελία για ενδοοικογενειακή βία το 2014

Μάλιστα, όπως μετέδωσε η ίδια πηγή, η σύλληψη του κατηγορουμένου θα μπορούσε να είχε πραγματοποιηθεί αρκετά χρόνια νωρίτερα και συγκεκριμένα το 2014, όταν η μητέρα του είχε προσφύγει στις Αρχές στο Αίγιο και τον είχε καταγγείλει για ενδοοικογενειακή βία. Ωστόσο, η υπόθεση ακολούθησε τη συνήθη δικαστική διαδικασία, καθώς δεν έγινε η σύνδεση με τον καταζητούμενο της Interpol. Συγκεκριμένα, η δικογραφία διαβιβάστηκε στον εισαγγελέα και η υπόθεση εκδικάστηκε το 2019, με τον 55χρονο να αθωώνεται, καθώς η μητέρα του είχε στο μεταξύ ανακαλέσει την καταγγελία της.

Μέχρι τότε, όπως αναφέρουν πηγές, δεν είχε υπάρξει κάποια άλλη επαφή του με τις ελληνικές διωκτικές αρχές που θα μπορούσε να οδηγήσει στην αποκάλυψη της πραγματικής του ταυτότητας.

Η "κρυφή" ζωή στο Αίγιο: Ζούσε χωρίς ταυτότητα και περιουσιακά στοιχεία

Χαρακτηριστικό είναι πως, ο 55χρονος κατάφερε να ζήσει όλα αυτά τα χρόνια, δηλώνοντας ψευδή στοιχεία, χωρίς περιουσιακά στοιχεία, ούτε ταυτότητα ή δίπλωμα. Μάλιστα, πληροφορίες αναφέρουν ότι ο 55χρονος δεν είχε εκδώσει ποτέ ελληνική ταυτότητα με το πραγματικό του όνομα.

Παράλληλα, δεν φέρεται να διατηρούσε περιουσιακά στοιχεία καταχωρημένα στο όνομά του, γεγονός που δυσχέρανε σημαντικά τον εντοπισμό του από τις διωκτικές αρχές.

Τι αναφέρουν γείτονες

Στην τοπική κοινωνία της Αιγιαλείας ο 55χρονος παρουσιαζόταν ως ένας ομογενής που είχε επιστρέψει από την Αυστραλία για λόγους υγείας. Σύμφωνα με μαρτυρίες κατοίκων στην εκπομπή «Αλήθειες με τη Ζήνα», ισχυριζόταν ότι έπασχε από καρκίνο του πνεύμονα και ότι επέλεξε να εγκατασταθεί στην ελληνική ύπαιθρο αναζητώντας καθαρό αέρα και καλύτερη ποιότητα ζωής.

Οι γείτονές του αναφέρουν ότι διατηρούσε χαμηλό προφίλ, χωρίς ιδιαίτερες κοινωνικές επαφές, ενώ περνούσε μεγάλο μέρος της ημέρας ασχολούμενος με τα κτήματά του και τις ελιές. Παράλληλα, είχε δημιουργήσει μια σταθερή προσωπική ζωή. Ζούσε με τη σύντροφό του, μια φιλόλογο και καθηγήτρια που εργαζόταν στην περιοχή του Αιγίου και ήταν ιδιαίτερα αγαπητή στην τοπική κοινωνία.

Ακόμη πιο εντυπωσιακό είναι το γεγονός ότι οι γονείς του ταξίδευαν συστηματικά από την Αυστραλία στην Ελλάδα και διέμεναν μαζί του για περίπου έξι μήνες κάθε χρόνο. Οι κάτοικοι της περιοχής δηλώνουν ότι τους γνώριζαν προσωπικά και τους έβλεπαν συχνά. «Έρχονταν έξι μήνες εδώ και έξι μήνες έμεναν στην Αυστραλία. Ήταν ευγενικοί άνθρωποι και τους συναντούσαμε συχνά», είπε γειτόνισσα. Το στοιχείο αυτό έχει προκαλέσει ερωτήματα σχετικά με το αν και κατά πόσο είχαν αξιολογηθεί οι κινήσεις του οικογενειακού του περιβάλλοντος από τις αρμόδιες αρχές, δεδομένου ότι σε βάρος του υπήρχε διεθνές ένταλμα σύλληψης και Ερυθρά Αγγελία της Interpol.

Ο Τζέιμς Δαλαμάγκας και η δολοφονία του 1999

Να σημειωθεί πως, ο 55χρονος Ελληνοαυστραλός Τζέιμς Δαλαμάγκας (James Dalamangas) ήταν ένας από τους πλέον καταζητούμενους φυγάδες των αυστραλιανών αρχών και της Interpol. Οι αυστραλιανές αρχές κατηγορούν τον 55χρονο για την δολοφονία του 32χρονου ομογενή Γιώργου Γιαννόπουλου στο Σίδνεϋ το 1999.

Το αιματηρό περιστατικό σημειώθηκε στις 25 Απριλίου 1999 έξω από ελληνικό νυχτερινό κέντρο διασκέδασης στο προάστιο Μπέλμορ, στα νοτιοδυτικά του Σίδνεϊ, ενώ αμέσως μετά το φονικό εγκατέλειψε την Αυστραλία και κατέφυγε στην Ελλάδα. Σύμφωνα με τις αυστραλιανές αρχές, ο Γιαννόπουλος προσπάθησε να παρέμβει προκειμένου να σταματήσει συμπλοκή που είχε ξεσπάσει ανάμεσα σε δύο θαμώνες. Τότε, ο 55χρονος φέρεται να του επιτέθηκε αιφνιδιαστικά, χτυπώντας τον θανάσιμα με μαχαίρι.

Η αστυνομία της Αυστραλίας εξέδωσε ένταλμα σύλληψης μόλις μία ημέρα μετά τη δολοφονία, όμως ο κατηγορούμενος είχε ήδη εξαφανιστεί. Από τον Φεβρουάριο του 2024 οι αυστραλιανές αρχές είχαν εντείνει τις προσπάθειες εντοπισμού του, θεωρώντας ότι βρισκόταν στην Ελλάδα. Για τον λόγο αυτό είχε εκδοθεί δημόσια επικήρυξη ύψους 200.000 δολαρίων Αυστραλίας για πληροφορίες που θα οδηγούσαν στη σύλληψή του.

Η πιθανή σύνδεση με άλλα εγκλήματα

Παράλληλα, αυστραλιανά δημοσιεύματα έχουν συνδέσει το όνομά του με άλλες σοβαρές ποινικές υποθέσεις, μεταξύ των οποίων και η δολοφονία του ομογενή Τιμ Μπουκελάτου το 1997, χωρίς ωστόσο μέχρι στιγμής να έχει απαγγελθεί κατηγορία για τη συγκεκριμένη υπόθεση.

Αναφορές έχουν γίνει και σε επαφές του με πρόσωπα που συνδέονται με το οργανωμένο έγκλημα στην Αυστραλία, στοιχεία που αναμένεται να εξεταστούν από τις αρμόδιες αρχές.