Την οργή του για τον συζυγοκτόνο της Δράμας εκφράζει ο θείος της 45χρονης που έπεσε νεκρή από τις επτά μαχαιριές που της κατάφερε ο δράστης. Όπως είπε στον ΑΝΤ1 το πρωί της Τετάρτης 17/06, «τον τελευταίο καιρό δεν περνούσαν καλά», προσθέτοντας για τον αστυνομιικό που σκότωσε τη γυναίκα του ότι «την απειλούσε (σ.σ.: την ανιψιά του) όλη την ώρα ότι θα αυτοκτονήσει. Αυτή ήθελε να τον χωρίσει γιατί δεν πήγαινε άλλο».

Διαβάστε: Γυναικοκτονία στη Δράμα: "Περνούσαν και οι δύο ψυχομετρικά τεστ - Ο 50χρονος ακολουθούσε τουλάχιστον τρεις μήνες συνεδρίες", αποκαλύπτει η Δημογλίδου (Βίντεο)

Περιγράφοντας ξανά τι συνέβη δύο εβδομάδες πριν από τη δολοφονία, ο θείος της 45χρονης Αντιγόνης είπε πως «το μεσημέρι, μόλις τελείωσε από την υπηρεσία, ενώ κοιμόταν, πήγε αυτός με το πιστόλι από πάνω και την ξύπνησε και της είπε ότι είναι οπλισμένο κι αυτή πάνω στον πανικό της έφυγε και πήγε στην αδερφή της. Μετά κατάλαβε ότι είναι και ο γιος της στο σπίτι και έστειλε την αδερφή της να πάει να πάρει το παιδί». «Μετά μίλησε με την ψυχολόγο της και της είπε να αλλάξει κλειδαριά στο σπίτι, αλλά αυτός την "πολιορκούσε" όλη την ώρα. Η ανίψια μου πίστευε ότι θα της κάνει κακό. Της είπα να του κάνει καταγγελία και να το πει στην υπηρεσία, αυτή μου είπε ότι ενημέρωσε τον προϊστάμενο και αυτός της είπε "θα τον βοηθήσουμε"», πρόσθεσε ο θείος.

«Όταν ένας άνθρωπος απειλεί κάποιον με πιστόλι, αυτός ο άνθρωπος θέλει διαφορετική θεραπεία. Τον τελευταίο καιρό, αν τον βλέπατε και έξω στους δρόμους, ήταν σε άθλια κατάσταση. Δηλαδή αυτοί οι αστυνομικοί που ήταν εκεί δεν τον έβλεπαν, ήταν τυφλοί; Δεν τους ενδιέφερε», συμπλήρωσε, προσθέτοντας ότι «η ανιψιά μου είπε σε ορισμένους συναδέλφους της ότι φοβάται για τη ζωή της».


Γυναικοκτονία στη Δράμα: "Δεν ήθελε να τη βλέπει ευτυχισμένη, τρελαινόταν"

Μιλώντας για το τελευταίο δίμηνο κατά το οποίο ο δράστης έμενε με τη μητέρα του, ο θείος της 45χρονης είπε ότι «στην αρχή είχε κλειδιά, αλλά από τότε που έγινε η φάση με το πιστόλι είχε αλλάξει κλειδαριά, αλλά πάλι έβρισκε δικαιολογία για να δει το παιδί του». Όσον αφορά την ημέρα της δολοφονίας, είπε: «Αυτή κοιμόταν στο υπόγειο επειδή είχε δροσιά. Όπως κοιμόταν, της επιτέθηκε. Έδειξε τον εγωισμό του, ότι είναι άνανδρος. Μπήκε την ώρα που κοιμόταν και τη μαχαίρωσε, ενώ για τον εαυτό του χρησιμοποίησε μία σφαίρα, την κατέσφαξε. Ακούω που λένε ότι τη ζήλευε. Δεν τη ζήλευε, αυτό ήταν σαν αρρώστια, την έβλεπε σαν ανώτερη από αυτόν και ένιωθε μειονεκτικά. Δεν ήθελε να τη βλέπει ευτυχισμένη, τρελαινόταν. Όταν την έβλεπε να γελάει, της έλεγε "μόνο που σε βλέπω χαρούμενη, τρελαίνομαι", τέτοια αρρώστια είχε. Φίλοι και συνάδελφοι έπαιρναν την ανιψιά μου για να της αλλάξουν γνώμη. Ο ίδιος έβαζε τους πάντες, αφού το Σάββατο πήγε στην αδερφή της και λέει "δεν μπορώ άλλο χωρίς (σ.σ.: τη 45χρονη)", αλλά κανείς δεν πίστευε ότι θα κάνει τέτοιο κακό».