Σταυρούλα Λεβεντάκη: Πώς η ΕΛΑΣ έλυσε το θρίλερ των 22 ημερών - Tα λάθη που πρόδωσαν τον 43χρονο, η κυνική ομολογία και τα σοκαριστικά ιατροδικαστικά ευρήματα
Η υπόθεση σοκ
Όλες οι λεπτομέρειες γύρω από την εξιχνίαση της δολοφονίας της 45χρονης Σταυρούλας Λεβεντάκη στα Χανιά. Πώς κατάφερε η ΕΛΑΣ να λύσει μια από τις πλέον σύνθετες και απαιτητικές υποθέσεις
Η εξαφάνιση που για περισσότερες από τρεις εβδομάδες κρατούσε σε αγωνία πρωτίστως την οικογένεια της 45χρονης Σταυρούλας Λεβαντάκη, αλλά και ολόκληρη τη χώρα μετατράπηκε τελικά σε υπόθεση ανθρωποκτονίας με δράστη τον 43χρονο υπήκοο Βόρειας Μακεδονίας που διέμενε ως ενοικιαστής σε ακίνητο ιδιοκτησίας της.
Το πρωί της Κυριακής 21 Ιουνίου οι αστυνομικοί εντόπισαν τη σορό της γυναίκας θαμμένη σε ιδιόκτητο αγροτεμάχιο του 43χρονου στον Βατόλακκο Χανίων, περίπου πέντε χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι όπου, σύμφωνα με την έρευνα, έχασε τη ζωή της. Λίγες ώρες νωρίτερα ο κατηγορούμενος είχε λυγίσει μπροστά στα αδιάσειστα στοιχεία και είχε υποδείξει ο ίδιος το σημείο όπου είχε κρύψει το πτώμα.
Κατά τη διάρκεια της ενημέρωσης, ο Διευθυντής Αστυνομίας Χανίων, Ταξίαρχος Κανέλλος Νικολάου, χαρακτήρισε την υπόθεση εξαιρετικά δύσκολη, καθώς η δήλωση εξαφάνισης έγινε στις 8 Ιουνίου, ενώ από την έρευνα προέκυψε ότι τα ίχνη της γυναίκας είχαν χαθεί ήδη από τις 30 Μαΐου. «Ουσιαστικά οι αστυνομικές έρευνες ξεκίνησαν περίπου δέκα ημέρες μετά τον πραγματικό χρόνο εξαφάνισης, γεγονός που δημιούργησε αντικειμενικές δυσκολίες ως προς την ανεύρεση και διατήρηση κρίσιμων αποδεικτικών στοιχείων», ανέφερε χαρακτηριστικά ο κ. Νικολάου.
Παρά το χαμένο αυτό χρονικό διάστημα, οι αστυνομικοί κατάφεραν να συγκεντρώσουν ένα πλήρες αποδεικτικό υλικό. Ερεύνησαν το οικογενειακό, κοινωνικό και επαγγελματικό περιβάλλον της 45χρονης, αξιοποίησαν τηλεπικοινωνιακά δεδομένα, αιτήματα σε αεροπορικές και ακτοπλοϊκές εταιρείες, δεκάδες μαρτυρικές καταθέσεις και τεράστιο όγκο βιντεοληπτικού υλικού από κάμερες ασφαλείας.
Η 45χρονη καταγράφηκε να κατευθύνεται προς την οικία όπου διέμενε ο 43χρονος. Από εκείνο το σημείο και μετά τα ίχνη της χάθηκαν. Η γυναίκα μπήκε στο σπίτι, αλλά δεν καταγράφηκε ποτέ να βγαίνει.
«Η επεξεργασία των καταγραφών επέτρεψε την ακριβή ανασύνθεση κρίσιμων κινήσεων της παθούσας και του υπόπτου, επιβεβαιώνοντας την παρουσία της στην οικία του την ημέρα της εξαφάνισής της και αποκαλύπτοντας σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ των πραγματικών δεδομένων και των ισχυρισμών που είχαν προβληθεί κατά τη διάρκεια της έρευνας», σημείωσε ο κ. Νικολάου.
Παράλληλα, οι αστυνομικοί εντόπισαν κινήσεις του οχήματος του 43χρονου, το οποίο σύμφωνα με τα στοιχεία χρησιμοποιήθηκε για τη μεταφορά της σορού στο χωράφι όπου τελικά βρέθηκε θαμμένη.
Όσο προχωρούσε η έρευνα, τα στοιχεία δεν επιβεβαίωναν τους ισχυρισμούς του. Αντιθέτως, οι αποκλίσεις πλήθαιναν και ο ίδιος τέθηκε στο επίκεντρο ως πρόσωπο ιδιαίτερου αστυνομικού ενδιαφέροντος.
Τα ευρήματα συλλέχθηκαν ως πειστήρια και μεταφέρθηκαν στα εργαστήρια της ΕΛ.ΑΣ., ενώ παράλληλα λήφθηκαν δείγματα γενετικού υλικού από συγγενείς της αγνοούμενης, με τα αποτελέσματα να αποδεικνύονται καταλυτικά.
«Το γενετικό υλικό που απομονώθηκε από τις κηλίδες ταυτοποιήθηκε ως προερχόμενο από γυναίκα και, μέσω της συγκριτικής ανάλυσης με δείγματα των γονέων της αγνοούμενης, προέκυψε με εξαιρετικά υψηλό βαθμό βεβαιότητας ότι ανήκε στη Σταυρούλα Λεβεντάκη», αποκάλυψε ο Διευθυντής Αστυνομίας Χανίων.
Η ταυτοποίηση του DNA ουσιαστικά γκρέμισε κάθε περιθώριο αμφισβήτησης. Η συνδυαστική αξιοποίηση των μαρτυρικών καταθέσεων, των τηλεπικοινωνιακών στοιχείων, των αποτελεσμάτων DNA, της εγκληματολογικής έρευνας και του βιντεοληπτικού υλικού δημιούργησε ένα πλήρως τεκμηριωμένο αποδεικτικό πλαίσιο. Υπό το βάρος αυτών των στοιχείων, ο 43χρονος ομολόγησε.
Ο ίδιος προχώρησε και σε ισχυρισμούς περί προσωπικής σχέσης με το θύμα. Ωστόσο, η εκπρόσωπος Τύπου της ΕΛ.ΑΣ. Κωνσταντία Δημογλίδου ξεκαθάρισε ότι μέχρι στιγμής δεν έχει προκύψει από την έρευνα στοιχείο που να επιβεβαιώνει την ύπαρξη ερωτικής σχέσης μεταξύ τους.
«Τότε άρχισε να κάνει σαν τρελή. Μου φώναζε ότι θα με καταστρέψει. Ωρυόταν και με απειλούσε ότι θα τα έλεγε στη γυναίκα μου και θα πει ότι την είχα βιάσει», φέρεται να ισχυρίστηκε ο 43χρονος στην απολογία του.
Σύμφωνα με την εκδοχή του, η γυναίκα πήρε ένα μπουκάλι κρασί και κινήθηκε προς το μέρος του. «Την απώθησα και ξαναήρθε προς το μέρος μου. Της έπιασα το μπουκάλι. Μπλεχτήκαμε και έπεσε στο πάτωμα εκεί όπου χτύπησε το κεφάλι της. Είδα αίματα. Φώναζε και θόλωσα. Τη χτύπησα στο κεφάλι με το μπουκάλι το οποίο έσπασε».
Η συνέχεια της περιγραφής προκαλεί αποτροπιασμό. «Ούρλιαζε και πήρα μια ταινία, την τύλιξα δύο φορές και της κάλυψα το στόμα. Προσπάθησε να τη βγάλει με τα χέρια της. Το τύλιξα άλλη μία φορά και τότε έχασε τις αισθήσεις της».
Ακόμη και τότε, όπως υποστήριξε, η 45χρονη συνέχιζε να φωνάζει. «Την άκουσα να φωνάζει ξανά και ξανά για βοήθεια και αν την ακούει κανείς. Πήρα ένα κούτσουρο από το τζάκι, πήγα πάλι στο δωμάτιο. Ήταν μέσα στα αίματα. Τη χτύπησα στο κεφάλι δύο φορές και δεν ξαναμίλησε».
Στη συνέχεια επέστρεψε στο σπίτι και άρχισε να καθαρίζει. Χρησιμοποίησε χλωρίνη, απορρυπαντικά και αρωματικά προϊόντα, άλλαζε συνεχώς νερό και σφουγγάριζε επί ώρες προσπαθώντας να εξαφανίσει τα ίχνη αίματος. Μάζεψε σπασμένα γυαλιά, αντικείμενα που είχαν χρησιμοποιηθεί κατά την επίθεση και οτιδήποτε θα μπορούσε να συνδέσει το έγκλημα με τον χώρο.
Σύμφωνα με όσα φέρεται να κατέθεσε, το ίδιο βράδυ πραγματοποίησε ακόμη και βιντεοκλήση με τη σύζυγό του, πριν συνεχίσει τις προσπάθειες καθαρισμού. Αργότερα πέταξε το κινητό τηλέφωνο και τις τραπεζικές κάρτες της γυναίκας, ενώ προχώρησε και σε νέα ανάληψη χρημάτων.
Το πρωί της Κυριακής 21 Ιουνίου οι αστυνομικοί εντόπισαν τη σορό της γυναίκας θαμμένη σε ιδιόκτητο αγροτεμάχιο του 43χρονου στον Βατόλακκο Χανίων, περίπου πέντε χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι όπου, σύμφωνα με την έρευνα, έχασε τη ζωή της. Λίγες ώρες νωρίτερα ο κατηγορούμενος είχε λυγίσει μπροστά στα αδιάσειστα στοιχεία και είχε υποδείξει ο ίδιος το σημείο όπου είχε κρύψει το πτώμα.
Κατά τη διάρκεια της ενημέρωσης, ο Διευθυντής Αστυνομίας Χανίων, Ταξίαρχος Κανέλλος Νικολάου, χαρακτήρισε την υπόθεση εξαιρετικά δύσκολη, καθώς η δήλωση εξαφάνισης έγινε στις 8 Ιουνίου, ενώ από την έρευνα προέκυψε ότι τα ίχνη της γυναίκας είχαν χαθεί ήδη από τις 30 Μαΐου. «Ουσιαστικά οι αστυνομικές έρευνες ξεκίνησαν περίπου δέκα ημέρες μετά τον πραγματικό χρόνο εξαφάνισης, γεγονός που δημιούργησε αντικειμενικές δυσκολίες ως προς την ανεύρεση και διατήρηση κρίσιμων αποδεικτικών στοιχείων», ανέφερε χαρακτηριστικά ο κ. Νικολάου.
Παρά το χαμένο αυτό χρονικό διάστημα, οι αστυνομικοί κατάφεραν να συγκεντρώσουν ένα πλήρες αποδεικτικό υλικό. Ερεύνησαν το οικογενειακό, κοινωνικό και επαγγελματικό περιβάλλον της 45χρονης, αξιοποίησαν τηλεπικοινωνιακά δεδομένα, αιτήματα σε αεροπορικές και ακτοπλοϊκές εταιρείες, δεκάδες μαρτυρικές καταθέσεις και τεράστιο όγκο βιντεοληπτικού υλικού από κάμερες ασφαλείας.
Δολοφονία Σταυρούλας Λεβεντάκη: Το βίντεο που έγινε η αρχή του τέλους
Καθοριστικό ρόλο στην εξιχνίαση έπαιξε η ανάλυση του βιντεοληπτικού υλικού. Η τελευταία καταγραφή της Σταυρούλας Λεβεντάκη προερχόταν από κάμερα ασφαλείας που βρισκόταν μόλις 83 μέτρα από το σπίτι στον Βαρύπετρο, όπου σύμφωνα με τα ευρήματα της αστυνομικής έρευνας δολοφονήθηκε.Η 45χρονη καταγράφηκε να κατευθύνεται προς την οικία όπου διέμενε ο 43χρονος. Από εκείνο το σημείο και μετά τα ίχνη της χάθηκαν. Η γυναίκα μπήκε στο σπίτι, αλλά δεν καταγράφηκε ποτέ να βγαίνει.
«Η επεξεργασία των καταγραφών επέτρεψε την ακριβή ανασύνθεση κρίσιμων κινήσεων της παθούσας και του υπόπτου, επιβεβαιώνοντας την παρουσία της στην οικία του την ημέρα της εξαφάνισής της και αποκαλύπτοντας σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ των πραγματικών δεδομένων και των ισχυρισμών που είχαν προβληθεί κατά τη διάρκεια της έρευνας», σημείωσε ο κ. Νικολάου.
Παράλληλα, οι αστυνομικοί εντόπισαν κινήσεις του οχήματος του 43χρονου, το οποίο σύμφωνα με τα στοιχεία χρησιμοποιήθηκε για τη μεταφορά της σορού στο χωράφι όπου τελικά βρέθηκε θαμμένη.
Οι αντιφάσεις που έκαναν τον 43χρονο νούμερο ένα ύποπτο
Την ίδια ώρα, οι αστυνομικοί ξεκίνησαν να ανασυνθέτουν με ακρίβεια το παζλ των τελευταίων ωρών της Σταυρούλας Λεβεντάκη. Μέσα από τη διασταύρωση καταθέσεων και στοιχείων, άρχισαν να αναδεικνύονται ουσιώδεις αντιφάσεις και ανακολουθίες στους ισχυρισμούς του 43χρονου, ο οποίος ήταν ο τελευταίος άνθρωπος που είχε έρθει σε επαφή μαζί της.Όσο προχωρούσε η έρευνα, τα στοιχεία δεν επιβεβαίωναν τους ισχυρισμούς του. Αντιθέτως, οι αποκλίσεις πλήθαιναν και ο ίδιος τέθηκε στο επίκεντρο ως πρόσωπο ιδιαίτερου αστυνομικού ενδιαφέροντος.
Το αίμα που δεν μπόρεσε να εξαφανίσει και η μέθοδος Bluestar
Το καθοριστικό σημείο καμπής ήρθε με την εγκληματολογική έρευνα στο σπίτι και στο όχημά του. Με τη συνδρομή εξειδικευμένου συνεργείου της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών, πραγματοποιήθηκε εξονυχιστική εξερεύνηση των χώρων. Αστυνομικοί χρησιμοποίησαν ειδικές πηγές φωτισμού και στη συνέχεια εφάρμοσαν εξειδικευμένες μεθόδους ανίχνευσης βιολογικών ιχνών (Bluestar), εντοπίζοντας κηλίδες αίματος σε διάφορα σημεία.Τα ευρήματα συλλέχθηκαν ως πειστήρια και μεταφέρθηκαν στα εργαστήρια της ΕΛ.ΑΣ., ενώ παράλληλα λήφθηκαν δείγματα γενετικού υλικού από συγγενείς της αγνοούμενης, με τα αποτελέσματα να αποδεικνύονται καταλυτικά.
«Το γενετικό υλικό που απομονώθηκε από τις κηλίδες ταυτοποιήθηκε ως προερχόμενο από γυναίκα και, μέσω της συγκριτικής ανάλυσης με δείγματα των γονέων της αγνοούμενης, προέκυψε με εξαιρετικά υψηλό βαθμό βεβαιότητας ότι ανήκε στη Σταυρούλα Λεβεντάκη», αποκάλυψε ο Διευθυντής Αστυνομίας Χανίων.
Η ταυτοποίηση του DNA ουσιαστικά γκρέμισε κάθε περιθώριο αμφισβήτησης. Η συνδυαστική αξιοποίηση των μαρτυρικών καταθέσεων, των τηλεπικοινωνιακών στοιχείων, των αποτελεσμάτων DNA, της εγκληματολογικής έρευνας και του βιντεοληπτικού υλικού δημιούργησε ένα πλήρως τεκμηριωμένο αποδεικτικό πλαίσιο. Υπό το βάρος αυτών των στοιχείων, ο 43χρονος ομολόγησε.
Η κυνική περιγραφή της δολοφονίας της Σταυρούλας Λεβαντάκη
Σύμφωνα με πληροφορίες, ο 43χρονος περιέγραψε με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες όσα συνέβησαν στις 30 Μαΐου. Όπως ισχυρίστηκε, η Σταυρούλα Λεβεντάκη τον είχε ενημερώσει τηλεφωνικά ότι θα επισκεπτόταν το σπίτι όπου διέμενε ως ενοικιαστής της. Σύμφωνα με την εκδοχή του, όταν έφτασε στο σπίτι της προσέφερε μία μπίρα. Λίγο αργότερα, η 45χρονη άρχισε να ελέγχει τους χώρους, να φωτογραφίζει σημεία του ακινήτου και να κάνει παρατηρήσεις για φθορές.Ο ίδιος προχώρησε και σε ισχυρισμούς περί προσωπικής σχέσης με το θύμα. Ωστόσο, η εκπρόσωπος Τύπου της ΕΛ.ΑΣ. Κωνσταντία Δημογλίδου ξεκαθάρισε ότι μέχρι στιγμής δεν έχει προκύψει από την έρευνα στοιχείο που να επιβεβαιώνει την ύπαρξη ερωτικής σχέσης μεταξύ τους.
«Τότε άρχισε να κάνει σαν τρελή. Μου φώναζε ότι θα με καταστρέψει. Ωρυόταν και με απειλούσε ότι θα τα έλεγε στη γυναίκα μου και θα πει ότι την είχα βιάσει», φέρεται να ισχυρίστηκε ο 43χρονος στην απολογία του.
Σύμφωνα με την εκδοχή του, η γυναίκα πήρε ένα μπουκάλι κρασί και κινήθηκε προς το μέρος του. «Την απώθησα και ξαναήρθε προς το μέρος μου. Της έπιασα το μπουκάλι. Μπλεχτήκαμε και έπεσε στο πάτωμα εκεί όπου χτύπησε το κεφάλι της. Είδα αίματα. Φώναζε και θόλωσα. Τη χτύπησα στο κεφάλι με το μπουκάλι το οποίο έσπασε».
Η συνέχεια της περιγραφής προκαλεί αποτροπιασμό. «Ούρλιαζε και πήρα μια ταινία, την τύλιξα δύο φορές και της κάλυψα το στόμα. Προσπάθησε να τη βγάλει με τα χέρια της. Το τύλιξα άλλη μία φορά και τότε έχασε τις αισθήσεις της».
Οι μαχαιριές και το τελειωτικό χτύπημα με το κούτσουρο
Ο 43χρονος υποστήριξε ότι αρχικά πίστεψε πως η γυναίκα είχε πεθάνει. Λίγη ώρα αργότερα, όμως, αντιλήφθηκε ότι εξακολουθούσε να είναι ζωντανή. Τότε, σύμφωνα με όσα κατέθεσε, πήρε ένα κουζινομάχαιρο. «Την πλησίασα και την κάρφωσα με το μαχαίρι στο ύψος της καρδιάς δύο φορές. Πήγα στην κουζίνα και έπλυνα το μαχαίρι με σαπούνι και ξίδι. Δεν θυμάμαι πού το πέταξα».Ακόμη και τότε, όπως υποστήριξε, η 45χρονη συνέχιζε να φωνάζει. «Την άκουσα να φωνάζει ξανά και ξανά για βοήθεια και αν την ακούει κανείς. Πήρα ένα κούτσουρο από το τζάκι, πήγα πάλι στο δωμάτιο. Ήταν μέσα στα αίματα. Τη χτύπησα στο κεφάλι δύο φορές και δεν ξαναμίλησε».
Η προσπάθεια συγκάλυψης
Αμέσως μετά το έγκλημα, ο 43χρονος φέρεται να ξεκίνησε μια μεθοδική προσπάθεια εξαφάνισης κάθε ίχνους. Σύμφωνα με την απολογία του, βρήκε τις τραπεζικές κάρτες της γυναίκας μαζί με το PIN τους και πραγματοποίησε αναλήψεις χρημάτων. Όπως ισχυρίστηκε, στόχος του ήταν να δημιουργήσει την εντύπωση ότι το κίνητρο του εγκλήματος ήταν η ληστεία.Στη συνέχεια επέστρεψε στο σπίτι και άρχισε να καθαρίζει. Χρησιμοποίησε χλωρίνη, απορρυπαντικά και αρωματικά προϊόντα, άλλαζε συνεχώς νερό και σφουγγάριζε επί ώρες προσπαθώντας να εξαφανίσει τα ίχνη αίματος. Μάζεψε σπασμένα γυαλιά, αντικείμενα που είχαν χρησιμοποιηθεί κατά την επίθεση και οτιδήποτε θα μπορούσε να συνδέσει το έγκλημα με τον χώρο.
Σύμφωνα με όσα φέρεται να κατέθεσε, το ίδιο βράδυ πραγματοποίησε ακόμη και βιντεοκλήση με τη σύζυγό του, πριν συνεχίσει τις προσπάθειες καθαρισμού. Αργότερα πέταξε το κινητό τηλέφωνο και τις τραπεζικές κάρτες της γυναίκας, ενώ προχώρησε και σε νέα ανάληψη χρημάτων.
En