"Μη συγχέουµε τη θεολογία µε τη δηµαγωγία"
Άρθρο γνώμης
Η µισθοδοσία του κλήρου δεν είναι αυθαίρετη προνοµιακή χορηγία, αλλά συµβατική υποχρέωση, συνδεδεµένη µε τη µεγάλη εκκλησιαστική και µοναστηριακή περιουσία που παραχωρήθηκε ή απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά κατά το διάστηµα 1833-1952 ή παρακρατείται ακόµα και σήµερα
Tο ζήτηµα του αντικληρικαλισµού στην Ελλάδα εκκινούσε από διαφορετικά κέντρα τον 19ο και τον 20ό αιώνα, αλλά κατέτεινε σε κοινή δέσµη συµπερασµάτων, του οποίου κληρονοµηµένες εκφάνσεις συνεχίζουν να συγκροτούν τον δηµόσιο διάλογο, µε διαφορετική ένταση και πλαίσιο σήµερα. Και ασφαλώς η συζήτηση που προκάλεσε η νοµοθετική ρύθµιση του Ιουνίου 2026 για τις αποδοχές των αρχιερέων της Εκκλησίας της Ελλάδος δεν βρίσκεται εκτός αυτού του πεδίου. Προσδιορίζεται από την ίδια τοποθέτηση που διαµορφώνεται κατά περίπτωση, όταν όλοι γνωρίζουµε ότι, πέραν της επιχειρούµενης συναισθηµατικής φόρτισης που το περιβάλλει, δεν αποτελεί ουσιαστικό πρόβληµα της ελληνικής κοινωνίας. Είναι βέβαιο ότι η µισθοδοσία του κλήρου δεν είναι αυθαίρετη προνοµιακή χορηγία, αλλά συµβατική υποχρέωση, συνδεδεµένη µε τη µεγάλη εκκλησιαστική και µοναστηριακή περιουσία που παραχωρήθηκε ή απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά κατά το διάστηµα 1833-1952 ή παρακρατείται ακόµα και σήµερα.
Ταυτόχρονα, η µισθοδοσία θεσµικών λειτουργών υψηλής ευθύνης (υπουργών, βουλευτών, δικαστών, καθηγητών πανεπιστηµίου, ακόµα και µητροπολιτών) δεν δύναται να εντάσσεται σε διαλόγους συγκυριακής σκοπιµότητας. Επίσης, το ζήτηµα της επαρκούς αµοιβής του εφηµεριακού κλήρου είναι διαφορετικό και θεµιτό να τεθεί αυτόνοµα. Η σύγχυσή του µε τη µισθολογική θέση των αρχιερέων οδηγεί σε εσφαλµένες συγκρίσεις. Τέλος, το δηµοσιονοµικό επιχείρηµα παραµένει ασθενές, καθώς το συνολικό κόστος της ρύθµισης για τους µητροπολίτες της Εκκλησίας της Ελλάδος αντιπροσωπεύει κλάσµα του κρατικού προϋπολογισµού, αδύνατον να επηρεάσει ουσιωδώς τις δαπάνες.
Η παρούσα δηµόσια συζήτηση δύναται να είναι χρήσιµη µόνο όταν ο διάλογος διεξαχθεί µε ιστορική ακρίβεια, νοµική σοβαρότητα και θεολογική επίγνωση, όχι µε το εύκολο εργαλείο της κοινωνικής αγανάκτησης, που επιστρατεύεται επιλεκτικά και κατά περίπτωση. Η όποια αγανάκτηση, για να είναι ηθικά συνεπής, οφείλει να είναι αδιάκριτη. Οταν κοινωνία και πολιτικό σύστηµα ανέχονται ή αδιαφορούν για διαρθρωτικές παθογένειες πολλαπλάσιας κλίµακας και στρέφουν την κριτική τους προνοµιακά στον µισθό του επισκόπου, τότε δεν ασκούν κοινωνικό έλεγχο· επιλέγουν σύµβολο. Και το σύµβολο αυτό έχει όνοµα: είναι ο αιώνιος αντικληρικαλισµός, που επιστρέφει µε νέα ρητορική, αλλά µε την ίδια παλιά δοµή.
Η Εκκλησία της Ελλάδος, µε τα προβλήµατα και τις αντιφάσεις της, µε τα ανοιχτά ερωτήµατα για τον ρόλο της στη σύγχρονη κοινωνία, παραµένει θεσµός που ασκεί πραγµατικό φιλανθρωπικό, κοινωνικό και πολιτισµικό έργο. Οι µητροπολίτες της δεν είναι διακοσµητικοί τίτλοι· είναι ταγοί, ηγέτες µε βαριές ευθύνες. Και τέτοιες δηµόσιες αντιπαραθέσεις βλάπτουν την ελληνική κοινωνία. Και µέχρι να βρούµε τη γλώσσα της ψυχραιµίας, ας αρκεστούµε τουλάχιστον στο να µη συγχέουµε τη θεολογία µε τη δηµαγωγία και την κοινωνική κριτική µε την κληρονοµηµένη προκατάληψη.
Δημοσιεύτηκε στα Παραπολιτικά
Οι µητροπολίτες δεν είναι διακοσµητικοί τίτλοι· είναι ταγοί, ηγέτες µε βαριές ευθύνες. Και τέτοιες δηµόσιες αντιπαραθέσεις βλάπτουν την ελληνική κοινωνία
Ταυτόχρονα, η µισθοδοσία θεσµικών λειτουργών υψηλής ευθύνης (υπουργών, βουλευτών, δικαστών, καθηγητών πανεπιστηµίου, ακόµα και µητροπολιτών) δεν δύναται να εντάσσεται σε διαλόγους συγκυριακής σκοπιµότητας. Επίσης, το ζήτηµα της επαρκούς αµοιβής του εφηµεριακού κλήρου είναι διαφορετικό και θεµιτό να τεθεί αυτόνοµα. Η σύγχυσή του µε τη µισθολογική θέση των αρχιερέων οδηγεί σε εσφαλµένες συγκρίσεις. Τέλος, το δηµοσιονοµικό επιχείρηµα παραµένει ασθενές, καθώς το συνολικό κόστος της ρύθµισης για τους µητροπολίτες της Εκκλησίας της Ελλάδος αντιπροσωπεύει κλάσµα του κρατικού προϋπολογισµού, αδύνατον να επηρεάσει ουσιωδώς τις δαπάνες.
Η παρούσα δηµόσια συζήτηση δύναται να είναι χρήσιµη µόνο όταν ο διάλογος διεξαχθεί µε ιστορική ακρίβεια, νοµική σοβαρότητα και θεολογική επίγνωση, όχι µε το εύκολο εργαλείο της κοινωνικής αγανάκτησης, που επιστρατεύεται επιλεκτικά και κατά περίπτωση. Η όποια αγανάκτηση, για να είναι ηθικά συνεπής, οφείλει να είναι αδιάκριτη. Οταν κοινωνία και πολιτικό σύστηµα ανέχονται ή αδιαφορούν για διαρθρωτικές παθογένειες πολλαπλάσιας κλίµακας και στρέφουν την κριτική τους προνοµιακά στον µισθό του επισκόπου, τότε δεν ασκούν κοινωνικό έλεγχο· επιλέγουν σύµβολο. Και το σύµβολο αυτό έχει όνοµα: είναι ο αιώνιος αντικληρικαλισµός, που επιστρέφει µε νέα ρητορική, αλλά µε την ίδια παλιά δοµή.
Η Εκκλησία της Ελλάδος, µε τα προβλήµατα και τις αντιφάσεις της, µε τα ανοιχτά ερωτήµατα για τον ρόλο της στη σύγχρονη κοινωνία, παραµένει θεσµός που ασκεί πραγµατικό φιλανθρωπικό, κοινωνικό και πολιτισµικό έργο. Οι µητροπολίτες της δεν είναι διακοσµητικοί τίτλοι· είναι ταγοί, ηγέτες µε βαριές ευθύνες. Και τέτοιες δηµόσιες αντιπαραθέσεις βλάπτουν την ελληνική κοινωνία. Και µέχρι να βρούµε τη γλώσσα της ψυχραιµίας, ας αρκεστούµε τουλάχιστον στο να µη συγχέουµε τη θεολογία µε τη δηµαγωγία και την κοινωνική κριτική µε την κληρονοµηµένη προκατάληψη.
Δημοσιεύτηκε στα Παραπολιτικά
En