Ρόδος: Ποινή φυλάκισης στον 44χρονο που προσπάθησε να ξηλώσει τον "εγκέφαλο" του οχήματος μετά το πολύνεκρο τροχαίο
Δικαστικές εξελίξεις στη Ρόδο
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ρόδου επέβαλε ποινή φυλάκισης 2 ετών και 4 μηνών σε 44χρονο για απόπειρα αφαίρεσης και καταστροφής αποδεικτικού στοιχείου μετά από θανατηφόρο τροχαίο
Σε ποινή φυλάκισης 2 ετών και 4 μηνών, μετατρέψιμη προς 15 ευρώ την ημέρα, καταδικάστηκε ο 44χρονος που κατηγορείται για την απόπειρα αφαίρεσης του ηλεκτρονικού «εγκεφάλου» από το μοιραίο όχημα μετά το θανατηφόρο τροχαίο στη Ρόδο. Η παράνομη αυτή ενέργεια σημειώθηκε μόλις λίγες ώρες μετά την αρχική του αποφυλάκιση με περιοριστικούς όρους.
Ρόδος: Η απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου για το πολύνεκρο τροχαίο με θύματα μητέρα και κόρη
Η υπόθεση εκδικάστηκε σήμερα, Παρασκευή 3 Ιουλίου 2026, από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ρόδου (Τμήμα Διακοπών). Η δικογραφία αφορούσε την προσπάθεια του 44χρονου ημεδαπού να αποσπάσει και να καταστρέψει τον ηλεκτρονικό καταγραφέα δεδομένων του αυτοκινήτου του, το οποίο είχε εμπλακεί στο πολύνεκρο τροχαίο δυστύχημα της 17ης Μαΐου 2026, επί της οδικής αρτηρίας προς τη Λίνδο. Το δικαστήριο αποφάσισε την ενοχή του, ενώ σημειώνεται ότι η έφεση που άσκησε έχει αναστέλλουσα δύναμη.
Η ετυμηγορία
Ο κατηγορούμενος, ο οποίος κρατείται ήδη προσωρινά στις φυλακές Κορυδαλλού για παραβίαση των περιοριστικών όρων που του είχαν επιβληθεί στο πλαίσιο της κύριας υπόθεσης, κρίθηκε ένοχος για απόπειρα αφαίρεσης και καταστροφής αποδεικτικού στοιχείου, δι’ έμμεσης αυτουργίας, κατ’ εξακολούθηση, καθώς και για απόπειρα παραβίασης φύλαξης της αρχής, επίσης δι’ έμμεσης αυτουργίας. Στο κατηγορητήριο είχε γίνει επίκληση, μεταξύ άλλων, του άρθρου 231 του Ποινικού Κώδικα. Την υπεράσπισή του ανέλαβαν οι δικηγόροι Ρόδου, ο κ. Δήμος Μουτάφης και ο κ. Στυλιανός Κιουρτζής.
Όπως απεκάλυψε η «δημοκρατική», τα όσα καταλογίστηκαν στον 44χρονο τοποθετούνται στις 20 Μαΐου 2026 και συγκεκριμένα από τις 19:04, ελάχιστη ώρα αφότου είχε αφεθεί ελεύθερος με περιοριστικούς όρους μετά την απολογία του ενώπιον του αρμόδιου Ανακριτή. Γνωρίζοντας ότι το αυτοκίνητό του βρισκόταν στις εγκαταστάσεις εταιρείας οδικής βοήθειας, όπου το είχε αναθέσει προς φύλαξη η Τροχαία εν αναμονή της πραγματογνωμοσύνης, φέρεται να επιχείρησε να κατευθύνει υπάλληλο της επιχείρησης ώστε να αφαιρέσει τον «εγκέφαλο» του οχήματος από τον χώρο της μηχανής. Κατά την κατηγορία, πραγματοποίησε διαδοχικές τηλεφωνικές κλήσεις και απέστειλε γραπτά μηνύματα με αναλυτικές οδηγίες και στιγμιότυπα οθόνης, καθοδηγώντας τον εργαζόμενο βήμα προς βήμα.
Ο υπάλληλος αρνήθηκε να συμμορφωθεί, ωστόσο ο 44χρονος φέρεται να ενέμεινε, ρωτώντας επανειλημμένα πότε θα απομακρυνόταν εκείνος από τον χώρο, με το πρόσχημα ότι ήθελε να παραλάβει προσωπικά αντικείμενα. Σε μεταγενέστερο στάδιο επιχειρήθηκε, σύμφωνα με την κατηγορία, προσέγγιση και δεύτερου οδηγού της ίδιας εταιρείας, μέσω τρίτου προσώπου, με την αιτιολογία ότι υπήρχε επιθυμία να φωτογραφηθεί το όχημα. Η πράξη δεν ολοκληρώθηκε, καθώς ο εργαζόμενος ενημέρωσε τον νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας και τους αστυνομικούς του Τμήματος Τροχαίας Ρόδου. Η σημασία του καταγραφέα θεωρείται κομβική, δεδομένου ότι από αυτόν μπορεί να προκύψει η ταχύτητα κίνησης του αυτοκινήτου τα δευτερόλεπτα πριν από τη μοιραία σύγκρουση.
Η γραμμή της υπεράσπισης
Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε στο σύνολό τους τα αποδιδόμενα, δίνοντας εντελώς διαφορετικό περιεχόμενο στις ενέργειές του. Υποστήριξε ότι σκοπός του δεν ήταν η αφαίρεση ή η καταστροφή του καταγραφέα αλλά η διασφάλισή του, καθώς, όπως διατείνεται, αμέσως μετά την απόλυσή του έλαβε στο κινητό του ειδοποιήσεις από την εφαρμογή του αυτοκινήτου που εμφάνιζαν εκτεταμένες βλάβες και προειδοποίηση για κίνδυνο ανάφλεξης. Το αίτημά του, κατά τη θέση του, ήταν απλώς να μετακινηθεί ο καταγραφέας σε άλλο σημείο εντός του ίδιου χώρου, μακριά από το όχημα. Ισχυρίστηκε επιπλέον ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο δεν του είχε γνωστοποιηθεί καμία κατάσχεση ούτε έγγραφη απαγόρευση προσέγγισης, αφού η σχετική παραγγελία κατάσχεσης εκδόθηκε στις 26 Μαΐου 2026, ενώ το όχημα είχε μεταφερθεί στον χώρο φύλαξης με δική του πρωτοβουλία και κατόπιν συνεννόησης με την ασφαλιστική εταιρεία. Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν έπεισαν τελικά το δικαστήριο, που κατέληξε σε καταδικαστική κρίση.
Το ιστορικό της υπόθεσης
Η αφετηρία όλων βρίσκεται στο τροχαίο της 17ης Μαΐου 2026, όταν ο 44χρονος, οδηγώντας πολυτελές αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του σε επαρχιακή οδό του νησιού, συγκρούστηκε με έτερο όχημα στο οποίο επέβαιναν 2 γυναίκες που έχασαν τη ζωή τους. Για το δυστύχημα έχει σχηματιστεί σε βάρος του δικογραφία για επικίνδυνη οδήγηση με αποτέλεσμα τον θάνατο ανθρώπων και για ανθρωποκτονία από αμέλεια κατά συρροή, με τον φάκελο να βρίσκεται σε στάδιο κύριας ανάκρισης. Ο ίδιος αρνείται τις πράξεις που του αποδίδονται, υποστηρίζοντας ότι δεν παραβίασε ερυθρό σηματοδότη ούτε ανέπτυξε υπερβολική ταχύτητα.
Καθοριστικό ρόλο στη δρομολόγηση του σκέλους που εκδικάστηκε σήμερα διαδραμάτισε η αίτηση που είχαν καταθέσει στην Τροχαία στις 22 Μαΐου 2026 οι συνήγοροι της οικογένειας των θυμάτων, ζητώντας την άμεση εξέταση των 2 οδηγών που φέρονται να δέχθηκαν τα σχετικά αιτήματα και επικαλούμενοι σοβαρό κίνδυνο αλλοίωσης αποδεικτικών στοιχείων. Μετά τις ένορκες καταθέσεις ακολούθησε η εισαγγελική παραγγελία και ο σχηματισμός της δικογραφίας που έφτασε με ασυνήθιστη ταχύτητα στο ακροατήριο. Η κύρια υπόθεση του θανατηφόρου τροχαίου παραμένει σε εξέλιξη, με τον 44χρονο να εξακολουθεί να κρατείται προσωρινά στις φυλακές Κορυδαλλού.
En