Η δολοφονία του 15χρονου στην Καλλιθέα από έναν 17χρονο με μαχαίρι δεν αποτελεί ακόμα ένα μεμονωμένο περιστατικό βίας. Είναι η πιο ακραία υπενθύμιση μιας πραγματικότητας που τα τελευταία χρόνια γίνεται ολοένα και πιο ανησυχητική. Έφηβοι που λύνουν τις διαφορές τους με μαχαίρια, ανήλικοι που εμπλέκονται σε ληστείες, ξυλοδαρμούς, αλλά και σε οργανωμένα διαδικτυακά εγκληματικά δίκτυα συνθέτουν μια εικόνα που προβληματίζει βαθιά γονείς, εκπαιδευτικούς και ειδικούς. Το ερώτημα που πλέον τίθεται επιτακτικά δεν είναι μόνο γιατί αυξάνονται τα περιστατικά βίας, αλλά τι αλλάζει στη συμπεριφορά των παιδιών και πώς μπορεί η κοινωνία να παρέμβει πριν να είναι αργά.

Διαβάστε: Σοκ στη Θεσσαλονίκη: 15χρονη κατήγγειλε ότι έπεσε θύμα βιασμού από 14χρονο - Φέρεται να βιντεοσκοπούσε την αποτρόπαια πράξη του

Τα επίσημα στοιχεία της Ελληνικής Αστυνομίας αποτυπώνουν μια σύνθετη πραγματικότητα. Κατά το πρώτο πεντάμηνο του 2026 πραγματοποιήθηκαν συνολικά 2.455 συλλήψεις ανηλίκων, αριθμός μειωμένος σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2025, οπότε και είχαν καταγραφεί 3.888 συλλήψεις. Ωστόσο, πίσω από τη μεγάλη εικόνα διαπιστώνεται αύξηση σε ορισμένες από τις σοβαρότερες μορφές παραβατικότητας. Ειδικότερα, οι συλλήψεις για επικίνδυνη σωματική βλάβη αυξήθηκαν σε 66, από 60 το 2025, για θανατηφόρα σωματική βλάβη σε 6, από 0, για σωματική βλάβη σε βάρος αδύναμων ατόμων σε 104, από 83, ενώ περισσότερες ήταν και οι συλλήψεις για συμπλοκές, που έφτασαν τις 17, από 0 το αντίστοιχο περσινό διάστημα. Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι το ζήτημα δεν αφορά πλέον μόνο τον συνολικό αριθμό των περιστατικών, αλλά κυρίως τη σκληρότητα και την ένταση με την οποία αυτά εκδηλώνονται.


Στέφανος Αλεβίζος για ανήλικη παραβατικότητα: Δεν έχουμε απέναντί μας μια "χαμένη γενιά" νέων

Ο δρ Στέφανος Αλεβίζος, ψυχολόγος ΑμΚΕ «ΙΑΣΙΣ», μιλώντας στα «ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ», ξεκαθαρίζει ότι δεν πρέπει να αντιμετωπίζουμε τη σημερινή γενιά ως μια «χαμένη γενιά». «Χρειάζεται προσοχή όταν μιλάμε για αύξηση της παραβατικότητας των νέων και των ανηλίκων. Σε ορισμένες κατηγορίες πράγματι παρατηρούμε περισσότερα περιστατικά και, κυρίως, μεγαλύτερη ένταση και ορατότητα της βίας. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι έχουμε απέναντί μας μια “χαμένη γενιά” νέων», αναφέρει χαρακτηριστικά.

Όπως εξηγεί, η παραβατικότητα των ανηλίκων αποτελεί ένα πολυπαραγοντικό κοινωνικό φαινόμενο, το οποίο δεν μπορεί να αποδοθεί σε μία μόνο αιτία. «Η οικογένεια, το σχολείο, η ομάδα των συνομηλίκων, το ψηφιακό περιβάλλον, οι κοινωνικές και οικονομικές πιέσεις, ακόμα και οι εμπειρίες που βίωσαν τα παιδιά τα προηγούμενα χρόνια αλληλεπιδρούν και επηρεάζουν τη συμπεριφορά τους», σημειώνει. Τα τελευταία χρόνια, κάθε σοβαρό περιστατικό ανήλικης βίας συνοδεύεται από δημόσια συζήτηση για το πώς ένα παιδί μπορεί να φτάσει να κρατά μαχαίρι, να συμμετέχει σε ληστείες ή ακόμα και να εμπλέκεται σε κυκλώματα διαδικτυακής εγκληματικότητας. Για τον κ. Αλεβίζο, η απάντηση δεν μπορεί να είναι απλοϊκή.

«Είναι σημαντικό να μην αντιμετωπίζουμε λες αυτές τις υποθέσεις ως ένα ενιαίο φαινόμενο. Μια συμπλοκή μεταξύ ανηλίκων, μια ληστεία, μια σεξουαλική κακοποίηση ή η εμπλοκή σε διαδικτυακά εγκληματικά δίκτυα, όπως το “764”, έχουν διαφορετικά χαρακτηριστικά και απαιτούν διαφορετική επιστημονική προσέγγιση», επισημαίνει, υπογραμμίζοντας, βέβαια, ότι υπάρχει ένας κοινός παρονομαστής. «Κανένα παιδί δεν οδηγείται σε τόσο σοβαρές συμπεριφορές από τη μία ημέρα στην άλλη. Συνήθως προηγείται μια πορεία, κατά την οποία συνυπάρχουν πολλοί παράγοντες κινδύνου». Αυτοί οι παράγοντες, σύμφωνα με τον ίδιο, μπορεί να είναι οι δυσκολίες στο οικογενειακό περιβάλλον, εμπειρίες βίας ή παραμέλησης, η έλλειψη ουσιαστικών σχέσεων εμπιστοσύνης, η αρνητική επιρροή από συνομηλίκους, αλλά και η έκθεση σε ακραίο ή παράνομο περιεχόμενο μέσω Διαδικτύου. «Πίσω από μια παραβατική συμπεριφορά συχνά υπάρχουν δυσκολίες στις σχέσεις, έλλειψη υποστήριξης, αποκλεισμός ή άλλοι παράγοντες, που χρειάζονται έγκαιρη αντιμετώπιση», τονίζει.


Ο ρόλος των social media

Ιδιαίτερο βάρος δίνει ο κ. Αλεβίζος στο ψηφιακό περιβάλλον, το οποίο, όπως εξηγεί, με τον οποίο εκδηλώνεται αλλά και αναπαράγεται η βία. «Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και οι διαδικτυακές κοινότητες αποτελούν πλέον αναπόσπαστο μέρος της ζωής των παιδιών και των εφήβων. Δεν είναι από μόνα τους ούτε “καλά” ούτε “κακά”. Ο τρόπος όμως με τον οποίο χρησιμοποιούνται μπορεί να επηρεάσει σημαντικά τη συμπεριφορά των νέων», λέει, διευκρινίζοντας πως το Διαδίκτυο μπορεί να λειτουργήσει ως χώρος κοινωνικοποίησης, αλλά ταυτόχρονα και ως χώρος όπου αναπαράγονται πρότυπα βίας, μίσους και παραβατικότητας. «Οι αλγόριθμοι, η ανωνυμία και η ταχύτητα διάδοσης του περιεχομένου μπορούν να ενισχύσουν την επιθετικότητα, να κανονικοποιήσουν τη βία ή να φέρουν τα παιδιά σε επαφή με ιδιαίτερα επικίνδυνα δίκτυα και ομάδες», συμπληρώνει. Στην περίπτωση οργανωμένων διαδικτυακών ομάδων, όπως το «764», ο ψυχολόγος εκτιμά ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο η ύπαρξη αυτών των δικτύων, αλλά και η δυνατότητά τους να χειραγωγούν ψυχολογικά παιδιά και εφήβους.

«Σήμερα τα παιδιά μπορούν πολύ εύκολα να έρθουν σε επαφή με ακραίο περιεχόμενο ή ακόμα και με οργανωμένα διαδικτυακά δίκτυα που ασκούν χειραγώγηση, εκμετάλλευέχει αλλάξει σημαντικά τον τρόπο ση και πίεση. Αυτό δημιουργεί νέες προκλήσεις για την πρόληψη και την προστασία τους». Παρ’ όλα αυτά, ξεκαθαρίζει ότι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν αποτελούν από μόνα τους την αιτία της παραβατικότητας. «Η επίδρασή τους εξαρτάται πάντα από το ευρύτερο περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγαλώνει το παιδί, από τις σχέσεις του με την οικογένεια, το σχολείο και τους συνομηλίκους, αλλά και από την ύπαρξη προστατευτικών παραγόντων στη ζωή του». Για τον λόγο αυτό θεωρεί λανθασμένη την άποψη ότι η απλή απαγόρευση της πρόσβασης στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μπορεί να αποτελέσει λύση. «Τα παιδιά διαθέτουν συχνά τρόπους να παρακάμπτουν τους περιορισμούς και υπάρχει ο κίνδυνος να οδηγηθούν σε ακόμα πιο επικίνδυνες διαδικτυακές πλατφόρμες, όπου η εποπτεία είναι περιορισμένη ή ανύπαρκτη», τονίζει.


"Η παραβατικότητα είναι αποτέλεσμα πολλών παραγόντων που αλληλεπιδρούν"

Ο κ. Αλεβίζος επισημαίνει ότι ένα από τα μεγαλύτερα λάθη είναι η αναζήτηση ενός συγκεκριμένου «προφίλ» ανηλίκου που θα παρανομήσει. «Δεν υπάρχει το “προφίλ” του παιδιού που θα κάνει μια παραβατική πράξη και θα ήταν λάθος να προσπαθήσουμε να βάλουμε τα παιδιά σε τέτοιες κατηγορίες. Η παραβατικότητα είναι αποτέλεσμα πολλών παραγόντων που αλληλεπιδρούν και όχι μιας συγκεκριμένης προσωπικότητας», λέει στη συνέχεια. Υπάρχουν, ωστόσο, ορισμένες αλλαγές στη συμπεριφορά που θα πρέπει να κινητοποιήσουν τους γονείς. Ανάμεσά τους είναι η απότομη κοινωνική απομόνωση, η έντονη επιθετικότητα, οι συχνές συγκρούσεις στο σπίτι ή το σχολείο, η εγκατάλειψη δραστηριοτήτων που μέχρι πρότινος ευχαριστούσαν το παιδί, οι ξαφνικές αλλαγές στις παρέες, αλλά και η υπερβολική μυστικότητα γύρω από τη διαδικτυακή του ζωή. Οπως λέει, τα σημάδια αυτά δεν σημαίνουν ότι ένα παιδί θα ακολουθήσει απαραίτητα παραβατική πορεία. Αποτελούν όμως μια ένδειξη ότι κάτι το δυσκολεύει και ότι χρειάζεται περισσότερη προσοχή, ουσιαστική επικοινωνία και, εφόσον απαιτείται, η υποστήριξη ειδικών. «Ο σημαντικότερος προστατευτικός παράγοντας παραμένει η σχέση εμπιστοσύνης. Τα παιδιά χρειάζονται γονείς που θέτουν σαφή όρια, αλλά ταυτόχρονα είναι διαθέσιμοι να ακούσουν χωρίς να κρίνουν. Χρειάζονται να αισθάνονται ότι μπορούν να μιλήσουν για όσα τα δυσκολεύουν χωρίς τον φόβο ότι θα απορριφθούν ή θα στιγματιστούν».


"Η πρόληψη ξεκινά πολύ πριν εμφανιστεί η παραβατική συμπεριφορά"

Για τον επιστημονικό διευθυντή της «ΙΑΣΙΣ», η αντιμετώπιση της ανήλικης παραβατικότητας δεν μπορεί να περιορίζεται στη στιγμή που τελείται ένα αδίκημα. Αντίθετα, πρέπει να ξεκινά πολύ νωρίτερα. «Η πρόληψη ξεκινά πολύ πριν εμφανιστεί η παραβατική συμπεριφορά. Ξεκινά μέσα από μια οικογένεια που επικοινωνεί, ένα σχολείο που παρατηρεί και υποστηρίζει, μια κοινότητα που δεν αδιαφορεί και υπηρεσίες που μπορούν να παρέμβουν έγκαιρα. Οσο νωρίτερα αναγνωρίσουμε τις δυσκολίες και στηρίξουμε το παιδί, τόσο περισσότερες πιθανότητες έχουμε να αποτρέψουμε μια αρνητική εξέλιξη». Οπως συμπληρώνει, η οικογένεια αποτελεί το πρώτο περιβάλλον μέσα στο οποίο το παιδί μαθαίνει να διαχειρίζεται τα συναισθήματά του, να αναπτύσσει σχέσεις εμπιστοσύνης και να σέβεται τα όρια. Το σχολείο, από την άλλη, δεν είναι απλώς ένας χώρος εκπαίδευσης, αλλά ένας χώρος καθημερινής κοινωνικοποίησης, όπου μπορούν να εντοπιστούν έγκαιρα αλλαγές στη συμπεριφορά ενός μαθητή και να ενεργοποιηθούν οι κατάλληλοι μηχανισμοί υποστήριξης. Παράλληλα, οι υπηρεσίες ψυχικής υγείας δεν πρέπει να ενεργοποιούνται μόνο ταν έχει ήδη συμβεί κάποιο σοβαρό περιστατικό. «Η έγκαιρη αξιολόγηση, η συμβουλευτική προς την οικογένεια, η ενίσχυση των κοινωνικών και συναισθηματικών δεξιοτήτων των παιδιών και η ψυχοκοινωνική υποστήριξη μπορούν να μειώσουν σημαντικά τον κίνδυνο εκδήλωσης παραβατικών συμπεριφορών».


Οι ποινές δεν αρκούν

Έπειτα από κάθε σοβαρό περιστατικό βίας, επανέρχεται στη δημόσια συζήτηση το αίτημα για αυστηρότερες ποινές. Ο κ. Αλεβίζος αναγνωρίζει ότι η κοινωνία οφείλει να θέτει όρια και ότι όταν ένας ανήλικος διαπράττει μια σοβαρή αξιόποινη πράξη, πρέπει να υπάρχουν οι προβλεπόμενες συνέπειες. «Η διεθνής εμπειρία και η επιστημονική έρευνα δείχνουν ότι η αυστηροποίηση των ποινών, όταν δεν συνοδεύεται από ουσιαστικά μέτρα πρόληψης και υποστήριξης, δεν οδηγεί από μόνη της σε μείωση της παραβατικότητας των νέων», εξηγεί ο κ. Αλεβίζος.

Αντίθετα, σύμφωνα με τον ίδιο, καλύτερα και πιο διατηρήσιμα αποτελέσματα επιτυγχάνουν οι κοινωνίες που επενδύουν στην πρόληψη, στην έγκαιρη παρέμβαση και την ενδυνάμωση των παιδιών και των οικογενειών τους. «Χρειάζεται να μετατοπίσουμε το βάρος από την αντιμετώπιση του περιστατικού στην πρόληψη του φαινομένου. Να μπορούμε να εντοπίζουμε έγκαιρα τα παιδιά που βρίσκονται σε κίνδυνο, να στηρίζουμε τις οικογένειές τους, να ενισχύσουμε τον ρόλο του σχολείου, να εξασφαλίσουμε πρόσβαση σε υπηρεσίες ψυχικής υγείας και να δημιουργήσουμε ασφαλείς χώρους όπου τα παιδιά θα αισθάνονται ότι ανήκουν και ότι ακούγονται», υποστηρίζει ο ειδικός, διευκρινίζοντας ότι η αντιμετώπιση της ανήλικης παραβατικότητας απαιτεί στενή συνεργασία όλων των εμπλεκόμενων φορέων – της Δικαιοσύνης, της Εκπαίδευσης, των υπηρεσιών Υγείας, της κοινωνικής πρόνοιας, της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών. «Η πρόληψη δεν αποτελεί μια επιλογή που εφαρμόζουμε όταν υπάρχουν διαθέσιμοι πόροι. Είναι η πιο αποτελεσματική επένδυση που μπορούμε να κάνουμε για την ασφάλεια των παιδιών, την προστασία των θυμάτων και τη συνοχή της κοινωνίας».


Η ταινία "Ένα άλλο σήμερα"

Με στόχο να αναδειχθεί η σημασία της πρόληψης και της έγκαιρης παρέμβασης, την Πέμπτη 9 Ιουλίου, στις 21.00, στον θερινό κινηματογράφο «Άνεσις», θα πραγματοποιηθεί δωρεάν η προβολή της ταινίας «Ένα άλλο σήμερα», πρωτοβουλία της ΕΠΑΨΥ και της «ΙΑΣΙΣ». Η ταινία, σε παραγωγή της KINO.HIVE, αφηγείται την ιστορία ενός εφήβου που μεγαλώνει μέσα σε ένα περιβάλλον βίας, απώλειας και συναισθηματικής εγκατάλειψης, φωτίζοντας τις διαδρομές που μπορούν να οδηγήσουν έναν νέο στην παραβατικότητα. Μετά την προβολή, θα ακολουθήσει συζήτηση με ειδικούς ψυχικής υγείας και τους δημιουργούς της. Με αφορμή την ταινία, ο κ. Αλεβίζος τονίζει ότι πρωτοβουλίες αυτού του είδους βοηθούν την κοινωνία να δει πίσω από την πράξη. «Πολύ συχνά εστιάζουμε μόνο στην πράξη και ξεχνάμε τη διαδρομή που οδήγησε ένα παιδί μέχρι εκεί. Η βία και η παραβατικότητα των ανηλίκων δεν εμφανίζονται ξαφνικά. Συνδέονται με εμπειρίες ζωής, με τις σχέσεις του παιδιού με την οικογένεια, το σχολείο και την κοινότητα, με την αίσθηση αποδοχής ή αποκλεισμού που βιώνει», καταλήγει.

Δημοσιεύτηκε στα Παραπολιτικά