Την απαλλαγή λόγω αμφιβολιών των τριών αστυνομικών που δικάζονται για την υπόθεση της καταγγελίας βιασμού 19χρονης μέσα στο Αστυνομικό Τμήμα Ομονοίας, τον Οκτώβριο του 2022, πρότεινε ο εισαγγελέας του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου κατά την αγόρευσή του. Για έναν από τους κατηγορούμενους εισηγήθηκε, ωστόσο, την ενοχή του για παραβίαση προσωπικών δεδομένων.

Διαβάστε: Δίκη υπόθεσης βιασμού της 19χρονης από αστυνομικούς στο Α.Τ. Ομόνοιας: "Ήταν λάθος, αλλά συναινετικό", υποστήριξαν στις απολογίες τους οι κατηγορούμενοι

Στο εδώλιο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου, κάθονται τρεις αστυνομικοί. Οι δύο εξ αυτών αντιμετωπίζουν την κατηγορία του ομαδικού βιασμού, ενώ ο τρίτος κατηγορείται για συνέργεια στην ίδια πράξη. Παράλληλα, ένας από τους κατηγορούμενους διώκεται και για παραβίαση προσωπικών δεδομένων, καθώς φέρεται να κατέγραψε σε βίντεο όσα συνέβησαν στον χώρο των αποδυτηρίων του αστυνομικού τμήματος.

Σύμφωνα με όσα είχε καταθέσει η καταγγέλλουσα ενώπιον του δικαστηρίου, το βράδυ της 11ης Οκτωβρίου 2022 συνάντησε τους αστυνομικούς, οι οποίοι πραγματοποιούσαν περιπολία στην περιοχή του Θησείου, προκειμένου να ζητήσει βοήθεια για ζήτημα που είχε προκύψει στο κατάστημα εστίασης όπου εργαζόταν.

Όπως είχε υποστηρίξει, οι αστυνομικοί της είπαν ότι δεν μπορούσαν να τη βοηθήσουν και της πρότειναν να μεταβεί στο Αστυνομικό Τμήμα Ομονοίας για να απευθυνθεί στον αξιωματικό υπηρεσίας. Κατά την ίδια, όταν έφτασε στο τμήμα, δύο από τους κατηγορούμενους την οδήγησαν στα αποδυτήρια, όπου τη βίασαν, ενώ ο ένας εξ αυτών κατέγραφε τις πράξεις με το κινητό του τηλέφωνο.


Η εισαγγελική πρόταση στη δίκη για την καταγγελία βιασμού στο Αστυνομικό Τμήμα Ομονοίας

Οι κατηγορούμενοι, κατά τις απολογίες τους, παραδέχθηκαν ότι υπήρξε σεξουαλική επαφή μέσα στο Αστυνομικό Τμήμα, ωστόσο αρνήθηκαν ότι επρόκειτο για βιασμό και ισχυρίστηκαν ότι οι ερωτικές πράξεις έγιναν με τη συναίνεση της 19χρονης, χαρακτηρίζοντας τη συμπεριφορά τους λανθασμένη και αντιδεοντολογική, αλλά επιμένοντας πως δεν υπήρξε εξαναγκασμός.

Ο εισαγγελέας, κατά τη σημερινή του αγόρευση, εισηγήθηκε την απαλλαγή, των δύο κατηγορουμένων για την κατηγορία του ομαδικού βιασμού λόγω αμφιβολιών, καθώς και την απαλλαγή του τρίτου αστυνομικού από την κατηγορία της συνέργειας. Αντίθετα, πρότεινε την ενοχή του δεύτερου κατηγορουμένου για το αδίκημα της παραβίασης προσωπικών δεδομένων, κρίνοντας ότι αποδείχθηκε πως βιντεοσκόπησε τα όσα συνέβησαν στα αποδυτήρια του Αστυνομικού Τμήματος.

Κατά την αγόρευση του, ο εισαγγελέας αναφέρθηκε αναλυτικά στα στοιχεία που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, επισημαίνοντας ότι, κατά την εκτίμησή του, στις καταθέσεις της καταγγέλλουσας εντοπίζονται σοβαρές αντιφάσεις, κενά και ανακολουθίες.

Όπως υποστήριξε, τα αποδεικτικά στοιχεία δεν αρκούν ώστε να εξαχθεί, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, το συμπέρασμα ότι δεν υπήρξε συναίνεση στη σεξουαλική επαφή με τους δύο αστυνομικούς. Παράλληλα, σημείωσε ότι, κατά την άποψή του, τυχόν μεταγενέστερη αλλαγή στάσης της καταγγέλλουσας απέναντι στα γεγονότα δεν συνιστά από μόνη της ανάκληση της συναίνεσης που, όπως εκτίμησε, είχε δοθεί κατά τον χρόνο της.


Ένταση στο δικαστήριο μετά την εισαγγελική πρόταση - Συνεχίζεται η δίκη

Η εισαγγελική πρόταση προκάλεσε έντονες αντιδράσεις από παριστάμενους στη δικαστική αίθουσα. Απαντώντας στις αντιδράσεις, ο εισαγγελέας τόνισε ότι το δικαστήριο δεν καλείται να αξιολογήσει την ηθική διάσταση της συμπεριφοράς των κατηγορουμένων, αλλά αποκλειστικά την ύπαρξη ή μη επαρκών αποδείξεων για τη στοιχειοθέτηση των αδικημάτων.

Όπως ανέφερε, αποδείχθηκε ότι υπήρξε σεξουαλική επαφή, ωστόσο, σύμφωνα με την εκτίμησή του, δεν αποδείχθηκε με την απαιτούμενη βεβαιότητα η έλλειψη συναίνεσης.

Παρά την πρόταση απαλλαγής από τις βαρύτερες κατηγορίες, ο εισαγγελικός λειτουργός άσκησε δριμεία κριτική στη συμπεριφορά των δύο αστυνομικών. Όπως υπογράμμισε, οι πράξεις τους συνιστούν ιδιαίτερα σοβαρά πειθαρχικά παραπτώματα, καθώς εξέθεσαν το Σώμα, προσέβαλαν το κύρος της Ελληνικής Αστυνομίας και δεν λειτούργησαν με τον τρόπο που επιβάλλει ο ρόλος τους.

Επισήμανε ακόμη ότι ακόμη και στην περίπτωση που οι σεξουαλικές επαφές ήταν συναινετικές, οι αστυνομικοί όφειλαν να προστατεύσουν τη νεαρή γυναίκα και να διαφυλάξουν την αξιοπιστία της υπηρεσίας τους, προσθέτοντας πως η ηθική απαξία της συμπεριφοράς τους είναι δεδομένη, χωρίς όμως, κατά την κρίση του, να προκύπτει με βεβαιότητα και η αντίστοιχη ποινική ευθύνη για το αδίκημα του βιασμού.

Η διαδικασία συνεχίζεται με τις αγορεύσεις των συνηγόρων υπεράσπισης και υποστήριξης της κατηγορίας, πριν το δικαστήριο αποσυρθεί για τη διάσκεψη και την έκδοση της απόφασής του.